Αρπακτικό ή εταίρος;

Καθώς οι πρόεδροι της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών προσπαθούν να ρυθμίσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, οι Ευρωπαίοι φοβούνται ότι θα πληρώσουν το τίμημα αυτής της ένοπλης ειρήνης. Διοικούμενη με σιδηρά πυγμή από ένα κομμουνιστικό κόμμα, στο οποίο όλοι οι ηγέτες – συμπεριλαμβανομένου του προέδρου – οφείλουν να ορκίζονται πίστη, η Κίνα αποφάσισε να γίνει και πάλι η κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο. Το κάνει με αυταρχικό τρόπο.

Για τον σκοπό αυτό έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερα επιθετική στρατηγική.

Οι κινεζικές επιχειρήσεις επιδοτούνται μαζικά (τουλάχιστον πέντε φορές περισσότερο από

ό,τι οι δικές μας) με διάφορους τρόπους (πιστώσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις κ.λπ.) και δεν υπόκεινται στα ίδια κριτήρια κερδοφορίας. Οι Αρχές τις ωθούν με κάθε μέσο να κατακτήσουν μερίδια των δυτικών αγορών, στόχος που αποτελεί προτεραιότητα και οι συνέπειες του οποίου μεταφράζονται σε πραγματικές καταστροφές για εμάς.

Πέρα από τον εμφανή δυναμισμό της προσθέτει πλήθος εμποδίων για το εμπόριο που προέρχεται από το εξωτερικό.

Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα πίστευαν ότι μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την κινεζική αγορά, οι ίδιες οι τεχνολογίες τους και η επιβεβλημένη στροφή των κινέζων κατασκευαστών στην ηλεκτροκίνηση τις καθιστούν άνισους ανταγωνιστές στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η Κίνα παράγει πλέον σχεδόν το 40% των βιομηχανικών προϊόντων παγκοσμίως. Οι εξαγωγές της προς την Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 40% μέσα σε επτά χρόνια, ενώ οι δικές μας εξαγωγές προς αυτήν μειώθηκαν κατά 30%. Οι ευρωπαίοι πολίτες έκαναν υπερβολική χρήση των φθηνών προϊόντων που ενίσχυαν την αγοραστική τους δύναμη και πλέον απειλούν το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το ετήσιο εμπορικό έλλειμμα της Ευρώπης έναντι της Κίνας ανέρχεται σε 360 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 1 δισεκατομμύριο ευρώ την ημέρα. Ολα τα κράτη-μέλη παρουσιάζουν εμπορικό έλλειμμα στις συναλλαγές τους με την Κίνα.

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει, πράγματι, βαρύ τίμημα απέναντι σε αυτόν τον αθέμιτο και επιθετικό ανταγωνισμό. Ενα τρίτο των θέσεων εργασίας της, δηλαδή 30 εκατομμύρια θέσεις, επηρεάζονται!

Η Ευρωπαϊκή Ενωση προσπαθεί να αντιδράσει και, κυρίως, να αποκτήσει αποτελεσματικότερα εργαλεία για να σταματήσει αυτή την αιμορραγία.

Η προτίμηση στα ευρωπαϊκά προϊόντα, ιδίως όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, αρχίζει επιτέλους να βρίσκει υποστηρικτές. Ενας «βιομηχανικός Επιταχυντής» βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση μεταξύ των κρατών-μελών, τα οποία διαθέτουν ήδη ένα «μέσο κατά του εξαναγκασμού», το οποίο εξακολουθούν να διστάζουν υπερβολικά να χρησιμοποιήσουν, από φόβο για αντίποινα.

Μια απαίτηση για «Made in Europe» κάνει δειλά την εμφάνισή της. Παράλληλα η Ενωση διαπραγματεύεται προς κάθε κατεύθυνση νέες εμπορικές συμφωνίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά τον Καναδά, τη Mercosur, το Μεξικό, την Αυστραλία, την Ινδία και την Ινδονησία, διαπραγματεύεται με την Ταϊλάνδη και τη Μαλαισία. Πρόκειται για σημαντικά βήματα προόδου.

Παραμένουν, ωστόσο, ανεπαρκή και ελπίζει κανείς ότι η επόμενη ευρωπαϊκή σύνοδος κορυφής, στις 15 και 16 Οκτωβρίου, θα υιοθετήσει επιτέλους μια πιο σθεναρή στάση. Στόχος πρέπει να είναι η αυστηροποίηση των μέτρων αντιντάμπινγκ που έχουν ήδη υιοθετηθεί, η απαγόρευση των μονάδων συναρμολόγησης που εγκαθίστανται εντός της ενιαίας αγοράς για να πωλούν κινεζικά προϊόντα, καθώς και η ταχύτερη αύξηση των δασμών, ώστε να αντιστοιχούν στους κινεζικούς φραγμούς στην είσοδο ευρωπαϊκών προϊόντων.

Επείγει να προστατευθούμε από σκόπιμες «αρπακτικές» πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού, χωρίς ωστόσο να κλειστούμε στον εαυτό μας όσον αφορά στο εμπόριο. Μακάρι η Ευρώπη να μάθει ταχύτερα να αντιλαμβάνεται τον συσχετισμό δυνάμεων και να ξεκινήσει με το λεγόμενο «Μέσο Βασίλειο» μια πραγματική διαπραγμάτευση.

Ο Ζαν – Ντομινίκ Ζουλιανί είναι πρόεδρος του Ιδρύματος Robert Schuman

Keywords
Τυχαία Θέματα