Η Μέκκα και άλλα μυστήρια

Η ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στα Ηνωμένα Εθνη αυτή την εβδομάδα ανέδειξε το αδιέξοδο στην κρίση με το Ιράν. Οι ΗΠΑ αν μείνουμε στο γράμμα της προεδρικής παρέμβασης δεν έχουν σχέδιο εξόδου από την κρίση. Και το παράδοξο είναι ότι ενώ αυτή βλάπτει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, ο Τραμπ περίπου δήλωσε ότι αυτό δεν τον αφορά καθώς ο ίδιος έχει εκλεγεί πανηγυρικά προ διετίας!

Αν λοιπόν δεν τον αφορά αυτή η μεγάλη πρόκληση για το πολιτικό του στρατόπεδο γιατί να τον αφορούν οι παρενέργειες της κρίσης

όπως αυτή που βλάπτει έναν κοντινό σύμμαχο των ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία; Η τελευταία πλήττεται περισσότερο από τις άλλες χώρες του Κόλπου καθώς ένας πολύ υποδεέστερος συγκριτικά αντίπαλος, οι Χούθι την έχουν στοχοποιήσει με ιρανική υποστήριξη κλείνοντας άλλη μία δίοδο μεταφοράς του πετρελαίου της στην Ερυθρά Θάλασσα.

Το Ριάντ ζήτησε από τις ΗΠΑ να βομβαρδίσουν τις βάσεις των Χούθι στην Υεμένη αλλά ο Τραμπ απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο. Αλλά γιατί δεν ζήτησε η Σαουδική Αραβία την παρέμβαση των συμμάχων της στο Σύμφωνο της Μέκκας που υπέγραψε με την Τουρκία και το Πακιστάν μόλις τον Αύγουστο;

Η μη ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής που προβλέπει η συμφωνία αυτή αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων και επικρίσεων τις οποίες ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, επεχείρησε να διασκεδάσει και στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Δήλωσε συγκεκριμένα πως ακόμη και το ΝΑΤΟ, μια συμμαχία που υφίσταται από το 1949, μόλις μία φορά στην ιστορία του ενεργοποίησε το άρθρο 5, το 2001 όταν επλήγησαν οι ΗΠΑ από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο αυτή η υπεκφυγή απλώς ενισχύει το επιχείρημα ότι καμία σχέση δεν έχει η Μέκκα με μια αμυντική συμμαχία όπως το ΝΑΤΟ. Και δεν θα μπορούσε να έχει για τους ακόλουθους λόγους:

Οι τρεις χώρες που τη συνέστησαν το έκαναν περισσότερο ως δήλωση προθέσεων απέναντι τόσο στις ΗΠΑ, η προστασία των οποίων όπως αποδεικνύεται δεν θεωρείται δεδομένη, όσο και ως προς το Ισραήλ. Από κοινού μπορούν να αντιμετωπίσουν καλύτερα το νέο περιβάλλον στη Μέση Ανατολή καθώς η καθεμία προσφέρει κάτι συμπληρωματικό, η Σαουδική Αραβία τα χρήματα, η Τουρκία την αμυντική ικανότητα και το Πακιστάν τα πυρηνικά. Ωστόσο, για να λειτουργήσουν από κοινού θα έπρεπε να δημιουργήσουν δομές συναπόφασης σε έναν τομέα τόσο ευαίσθητο όπως η άμυνα και αυτό φυσικά δεν είναι εύκολο να συμβεί σε χώρες όπου οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από αυταρχικές ηγεσίες. Είναι πρόωρο να προβλεφθεί η βιωσιμότητα της Συμφωνίας της Μέκκας. Αλλά είναι δεδομένος ο αποτρεπτικός της χαρακτήρας και αυτή η διάσταση θα την ενισχύει έναντι πιθανών εχθρών.

Η απροθυμία της Αιγύπτου  να προσχωρήσει είναι επίσης αξιοπρόσεκτη. Το επιχείρημα που υποστηρίζεται από το Κάιρο είναι ότι η πάγια πολιτική της χώρας είναι να μην εκχωρεί κανένα δικαίωμα ως προς την άμυνά της σε τρίτα μέρη. Υπάρχει ωστόσο και μια πιο σύνθετη ερμηνεία που έχει να κάνει με τη διάθεσή της να μην επιλέγει στρατόπεδο. Η ηγεσία της επιθυμεί τον ρόλο ενός κομβικού παίκτη στη Μέση Ανατολή και αυτό δεν απέχει από την πραγματικότητα. Μπορεί η Αίγυπτος να έχει διαμεσολαβητικό ρόλο, αλλά αυτό προϋποθέτει τη δυνατότητα να συνομιλεί με όλους. Είναι η χώρα με τους περισσότερους διαύλους επικοινωνίας με το Ισραήλ. Αλλά και η χώρα που το έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη καθώς εξαρτάται από το ισραηλινό φυσικό αέριο.

Η Συμφωνία της Μέκκας παρά την περιορισμένη εμβέλειά της, που καθορίζεται από τη διαχρονική αδυναμία του αραβικού κόσμου να δρα συλλογικά, θα δημιουργήσει παρ’ όλα αυτά αντισυσπειρώσεις. Είναι προφανές πως το Ισραήλ θα επιδιώξει κάτι αντίστοιχο μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου. Οι πιθανοί σύμμαχοι είναι δεδομένοι και η σύγκλισή τους θα είναι πολύ πιο ισχυρή από το τρίγωνο «Πακιστάν – Σαουδική Αραβία – Τουρκία».

Σε διμερές επίπεδο οι σχέσεις μεταξύ Ινδίας, Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων είναι πολύ σημαντικές. Θα προστεθεί πολύ πιθανόν στον άξονα αυτό το Μπαχρέιν και το Μαρόκο. Επιδίωξη των χωρών αυτών θα είναι να ανανεώσουν την ιδέα των Συμφωνιών του Αβραάμ χωρίς τη συμμετοχή της σαουδαραβικής πλευράς και δεν θα είναι δύσκολο να το πετύχουν ούτε να αποσπάσουν τη στήριξη των ΗΠΑ αφού αυτή η συμμαχία αντικειμενικά μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα τους στην περιοχή έναντι της Κίνας με την οποία τόσο το Πακιστάν όσο και η Σαουδική Αραβία διατηρούν ενισχυμένη συνεργασία.

Θα έχει επίσης φιλοδυτικό προσανατολισμό αφού στην Ανατολική Μεσόγειο οι βασικοί της σύμμαχοι θα είναι η Ελλάδα και η Κύπρος. Οι διμερείς σχέσεις με το Ισραήλ, τόσο της χώρας μας όσο και της Λευκωσίας και η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας, δημιουργούν το υπόβαθρο για κάτι τέτοιο. Για την ελληνική εξωτερική πολιτική αυτό είναι το διακύβευμα της επόμενης μέρας, να μην είναι απούσα από τις διεργασίες που θα οδηγήσουν στη διαμόρφωση της νέας ισορροπίας στην ευρύτερη περιοχή.

Η Μέση Ανατολή και η Μεσόγειος θα συνδεθούν όχι μόνο πολιτικά και στρατιωτικά αλλά και μέσα από την προοπτική διασύνδεσης δικτύων και εμπορικών οδών. Για να πετύχουν αυτοί οι στρατηγικοί σχεδιασμοί απαιτείται φυσικά ειρήνη και ιδανικά η επίλυση διαφορών. Θα είναι όμως εύκολη; Τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο, το «αγκάθι» των σχέσεων με την Τουρκία παραμένει. Η ισχυροποίηση των δεσμών με το Ισραήλ είναι χρήσιμη αλλά μακροπρόθεσμα μόνο η συνεργασία όλων των χωρών της περιοχής θα εξασφάλιζε τη διαρκή ειρήνη.

Η Ινώ Αφεντούλη είναι επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

Keywords
Τυχαία Θέματα