Miha Kovač: «Διαβάζω άρα υπάρχω»

Ο Σλοβένος Μίχα Κόβατς, καθηγητής στο Τμήμα Βιβλιοθηκονομίας, Επιστήμης της Πληροφορίας και Σπουδών Βιβλίου στο Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνα, αποπειράται να απαντήσει σε ένα καίριο ερώτημα, στο σύντομης έκτασης δοκίμιό του: Γιατί να διαβάζει κανείς στην ψηφιακή εποχή; Βασιζόμενος σε επιστημονικές έρευνες των τελευταίων ετών, ο Κόβατς εκκινεί από τη διαπίστωση ότι σε μια εποχή όπου κάθε κάτοχος smartphone έχει στη διάθεσή του πολυάριθμα ψηφιακά μέσα ψυχαγωγίας και ενημέρωσης, η φύση της ανάγνωσης βιβλίων, αλλά και η στάση μας απέναντι σε αυτήν, έχουν αναπόφευκτα αλλάξει.

Το κείμενο,

χωρίς να δαιμονοποιεί την τεχνολογία και αναγνωρίζοντας τις δυνατότητες που παρέχει, παρουσιάζει την καθοριστική επίδραση της ανάγνωσης καθώς δείχνει πώς, εκτός από το να απολαμβάνουν το περιεχόμενο ενός βιβλίου, οι αναγνώστες επωφελούνται και από μία ποικιλία εξωτερικών παραγόντων της μακροχρόνιας ανάγνωσης, οφέλη που δεν συναντά κανείς όταν χρησιμοποιεί τις οθόνες.

Στο καθένα από τα δέκα ευσύνοπτα κεφάλαια του βιβλίου, παραθέτει τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί μια επαναστατική πράξη καθοριστικής σημασίας για τον σύγχρονο άνθρωπο, που παλεύει να διατηρήσει την πνευματική του αυτονομία μέσα στον καταιγισμό της πληροφορίας.

Εξηγεί πώς η βαθιά ανάγνωση (deep reading), την εποχή του ψηφιακού κατακερματισμού, αναδομεί τις νευρωνικές συνδέσεις που η διαρκής περιήγηση στο διαδίκτυο τείνει να αποδυναμώσει. Πώς η ανάγνωση βιβλίων επανεκπαιδεύει τον εγκέφαλο στη βαθιά εστίαση και τη συγκέντρωση κόντρα στη διαρκή διάσπαση της προσοχής από εισερχόμενες ειδοποιήσεις, οπτικό και ακουστικό υλικό. Στηριζόμενος στην επιστημονική τεκμηρίωση (στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται πλούσια βιβλιογραφία), ο συγγραφέας επικαλείται δεδομένα από τη Νευρολογία και την Ψυχολογία για να δείξει γιατί το έντυπο βιβλίο παραμένει το πιο εξελιγμένο εργαλείο για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της σύνθετης ανάλυσης.

{jb_quote}Οι χώρες με πιο αναπτυγμένη κουλτούρα ανάγνωσης είναι, κατά κανόνα, πιο καινοτόμες.{/jb_quote}

Και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί και ως καθοριστικός παράγοντας της πνευματικής αυτονομίας, καθώς η ανάγνωση βιβλίων δίνει τα εργαλεία για να αντιστεκόμαστε στους αλγόριθμους που αποφασίζουν τι θα δούμε και τι θα σκεφτούμε. Επιπλέον, εξηγεί γιατί η κριτική σκέψη συνιστά προϋπόθεση της δημοκρατίας. Η ικανότητα να παρακολουθεί κανείς ένα σύνθετο επιχείρημα σε έκταση πολλών σελίδων, υποστηρίζει, είναι αυτή που προστατεύει τον πολίτη από τον λαϊκισμό και τις εύκολες απαντήσεις των αλγορίθμων.

Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι η ανάγνωση βιβλίων δεν είναι απλώς μια ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά ένας διαρκής τρόπος εξάσκησης της σκέψης. Αποδίδει, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία στις αναγνωστικές συνήθειες που καλλιεργούνται μέσα στην οικογένεια, καθώς αυτή είναι το ισχυρότερο πρότυπο. Και μάλιστα, σύμφωνα με έρευνες που επικαλείται, οι χώρες με πιο αναπτυγμένη κουλτούρα ανάγνωσης είναι, κατά κανόνα, πιο καινοτόμες. Έτσι, σύμφωνα με έρευνα της Eurostat, στη Νορβηγία το 20% δε διαβάζει βιβλία, στη Δανία, Σουηδία και Φινλανδία το 30%, στη Σλοβενία και το Βέλγιο το 40%, ενώ στην Ελλάδα το 50%. Την ίδια στιγμή, ερευνητικά προγράμματα όπως το PISA και το PIAAC δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό αδυνατεί να καταλάβει απλά ειδησεογραφικά άρθρα, καθώς η ικανότητα λογικής σκέψης που συναρτάται από την εμβυθιστική και σε βάθος ανάγνωση εξοβελίζεται από τη γρήγορη ανάγνωση (skimming) στα ψηφιακά μέσα. Παρόλο που αυτά δίνουν τη δυνατότητα επεξεργασίας μεγάλου όγκου πληροφοριών σε μικρό χρονικό διάστημα, εντούτοις το διάβασμα ενός βιβλίου καλλιεργεί τη δεξιότητα συγκέντρωσης σε ένα συγκεκριμένο θέμα ή πρόβλημα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ταυτόχρονα, η ανάγνωση –ειδικά λογοτεχνικών βιβλίων– συνδράμει την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, καθώς επιτρέπει να κατανοούμε και να συμμεριζόμαστε τις σκέψεις των άλλων, αλλά και εκείνες που κινούν εμάς τους ίδιους. Έτσι, σε μια εποχή έντονης κοινωνικής πόλωσης ενισχύει τη δυνατότητα αναστοχασμού, λόγω της βραδύτητας που η ανάγνωση επιζητά.

Ο συγγραφέας δεν παραγνωρίζει ακόμα και τα πρακτικά οφέλη που αποφέρει η ανάγνωση στην καθημερινότητα: πώς, δηλαδή, το διάβασμα βελτιώνει το λεξιλόγιο, μειώνει το άγχος και συμβάλλει στη γνωστική μακροζωία, λειτουργώντας ως μια μορφή «πνευματικής γυμναστικής». Αναγνωρίζει πως η διαδικασία της ανάγνωσης απαιτεί κόπο, κάτι που οι σύγχρονες κοινωνίες αποστρέφονται, καθώς είναι εμμονικές με την απόλαυση, «αποκρύπτοντας» ότι πίσω από τις μεγάλες επιδόσεις –αθλητών, επιστημόνων κ.λπ.– υπάρχει κοπιώδης προσπάθεια. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση συγκρούεται, σύμφωνα με τον Κόβατς, και με μια ακόμα κυρίαρχη αντίληψη. Στην εποχή της ταχύτητας και της έντασης, στην εποχή που η ψηφιακή αποσύνδεση φαίνεται ανέφικτη, ανάγνωση σημαίνει να χαλαρώνεις το σώμα και την ψυχή σου και να αποσύρεσαι από την πανταχού παρούσα οθόνη. Μας καλεί, λοιπόν, να επιστρέψουμε στις σελίδες όχι για να απομονωθούμε, αλλά για να βρούμε τα εργαλεία να κατανοήσουμε τον σύνθετο κόσμο μας και να απολαύσουμε την πνευματικότητά μας.

Παραφράζοντας τη διάσημη φράση του Ρενέ Ντεκάρτ «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», ο Μίχα Κόβατς αναδεικνύει την ανάγνωση ως θεμέλιο της ύπαρξης – αφού, αν για τον Ντεκάρτ η σκέψη ήταν απόδειξη της ύπαρξης κάποιου, για τον Κόβατς το αναγνωστικό έλλειμμα συνεπάγεται απώλεια της αυτόνομης σκέψης και ελευθερίας. Κι αν για τον Ντεκάρτ η ατομική συνείδηση γεννιέται με την αμφιβολία, ο Κόβατς θεωρεί το διάβασμα ως μια ενεργητική πνευματική διαδικασία που επιβεβαιώνει την ύπαρξή μας, κόντρα στις προκαθορισμένες επιλογές των αλγορίθμων. Εντέλει, το «σκέφτομαι» και το «διαβάζω» είναι ο στόχος και το μέσον… αν αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο είναι η ικανότητα να σκέπτεται, το διάβασμα γίνεται το εργαλείο διά μέσου του οποίου η σκέψη αποκτά βάθος και ουσιαστικό περιεχόμενο.

Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε εκείνους που δε διαβάζουν, για να τους πείσει. Ούτε μόνο σε εκείνους που είναι βιβλιοφάγοι, για να τους κολακέψει. Είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς, γονείς αλλά και σε κάθε αναγνώστη που αισθάνεται ότι χάνει τη συγκέντρωσή του εξαιτίας των οθονών. Χωρίς να παγιδεύεται από κάποια ρομαντική νοσταλγία για το «χάρτινο βιβλίο», αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο «εργαλείο» ανάγνωσης καλλιεργεί συγκεκριμένο τύπο γνώσης στο μυαλό, καθώς και ορισμένο επίπεδο αναλυτικών δεξιοτήτων. Όπως χαρακτηριστικά γράφει, χωρίς βιβλία: «Ένας ηλίθιος παραμένει ηλίθιος ακόμα και με όλη τη γνώση στα δάχτυλά του».

Διαβάζω άρα υπάρχω
Δέκα λόγοι να διαβάζουμε βιβλία στην ψηφιακή εποχή
Μίχα Κόβατς
μετάφραση: Βίκυ Πορφυρίδου
Εκδόσεις Το μέλλον
106 σελ.
ISBN 978-618-231-270-4
Τιμή €12,72

Keywords
Τυχαία Θέματα