Έλλη Δρούλια: «Αόριστες ανάσες»

Το βιβλίο της Έλλης Δρούλια ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη. Γνώριζα το σημαντικό της έργο στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, όπου υπήρξε διευθύντρια, τις σπουδές της στην Ιστορία και τον Πολιτισμό του Βυζαντινού και Μεταβυζαντινού Κόσμου στη Σορβόννη και τα επιστημονικά δημοσιεύματά της. Γνώριζα επίσης και το πεζογραφικό έργο της. Τα ποιήματά της όμως, σε αυτό το απαιτητικό κατά τη γνώμη μου είδος, φανερώνουν στιχουργικές ικανότητες και αρκετών χρόνων ενασχόληση. Η ίδια, σε ερώτηση της Βασιλείας Ζαχάρη για το τι την παρακίνησε

να γράψει αυτά τα ποιήματα, απάντησε:

«Η μορφή των χαϊκού με προσελκύει, μια ματιά σε μία ανάσα, ένα αίσθημα αόριστο από κάτι συγκεκριμένο. Λιτά και υπαινικτικά. Με μεγάλη οικονομία άρα με ακρίβεια στην χρήση λέξεων. Δεν είναι γραμμένα και τα 69 στον ίδιο χρόνο. Στον ίδιο χρόνο τα επέλεξα από σχεδιάσματα, τα συμπλήρωσα, τα επιμελήθηκα, να έχουν μια ακολουθία. Καθώς τα χαϊκού διαβάζονται με μια αναπνοή, ο τίτλος έχει την λέξη “ανάσες”, προσδιορισμένες από το αόριστο, το αχνό» (21/06/2025, politismikos.gr).

{jb_quote}Προσφέρει πολλές «ποιητικές σταγόνες», μικρές δόσεις πνευματικότητας, που μας προτρέπουν να σκεφτούμε, να συγκινηθούμε, να γοητευτούμε από όσα αιχμαλώτισαν τη ματιά, τις σκέψεις και το θυμικό της.{/jb_quote}

Όπως και αρκετοί άλλοι, γνώρισα για πρώτη φορά αυτό το είδος ποίησης με τα «Δεκαέξι χάι-κάι» στη συλλογή Τετράδιο γυμνασμάτων του Γιώργου Σεφέρη, που πρωτοεκδόθηκε το 1940 (στις νεότερες εκδόσεις ο τίτλος έγινε «Δεκαέξι χάικου», σύμφωνα με τον κινεζικό τονισμό). Η ιδιαίτερη στιχουργική μορφή τους με έκανε τότε να υποθέσω ότι στη χώρα μας δεν θα είχαν σημαντική διάδοση. Ωστόσο, μια γρήγορη βιβλιογραφική έρευνα μου έδειξε ότι, αντίθετα, το είδος καλλιεργήθηκε με επιτυχία ήδη από το 1925 με τον Γεώργιο Σταυρόπουλο και τον Νίκο Χάγερ-Μπουφίδη, ενώ χάικου δημοσίευσαν περιστασιακά ή σε αυτοτελείς συλλογές οι Ζήσιμος Λορεντζάτος, Δημήτρης Αντωνίου, Γιώργης Παυλόπουλος, Τάσος Κόρφης, Χρήστος Τουμανίδης, Ζωή Σαβίνα, Αργύρης Χιόνης, Γιώργος Π. Μπεκιάρης, Ανέστης Ευαγγέλου, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Τσούκης, Γιάννης Λειβαδάς, Βάλτερ Πούχνερ και άλλοι. Κυκλοφόρησαν ακόμη σε μετάφραση και αρκετές ιαπωνικές συλλογές χάικου.[1]

Αν και, όπως φαίνεται, υπάρχει μια εξοικείωση στην Ελλάδα με το είδος, παραθέτω ορισμένα στοιχεία για την ιστορία του. Το χάικου, που σημαίνει «αστείος στίχος», άνθισε στην ιαπωνική ποίηση, της οποίας υπήρξε ένα πολύ σημαντικό τμήμα. Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά, και είναι μια ιδιαίτερα λακωνική μορφή ποίησης. Υπάρχουν βέβαια ποιητές χάικου οι οποίοι γράφουν σε πιο ελεύθερη φόρμα. Σύμφωνα με άρθρο του Στέλιου Παπαλεξανδρόπουλου, ιαπωνολόγου και μεταφραστή ιαπωνικής λογοτεχνίας, το χάικου προήλθε από τη λεγόμενη «αλυσιδωτή ποίηση», που κυριάρχησε στην Ιαπωνία από τον 13ο μέχρι και τον 19ο αιώνα. Ο ιδρυτής του σύγχρονου χάικου ως αυτόνομου ποιητικού είδους ήταν ο μεγάλος δημιουργός Μασαόκα Σίκι, ο οποίος διαμόρφωσε τον όρο χάικου γι’ αυτά τα πολύ σύντομα ποιήματα των 17 συλλαβών, μόλις τον 19ο αιώνα. Προηγουμένως ο δημιουργός που πρώτος το καλλιέργησε εκτεταμένα, δηλαδή ο Ματσούο Μπασό (1644-1694), δεν χρησιμοποιούσε αυτόν τον όρο. Άλλος σημαντικός πρωτεργάτης του χάικου ήταν ο Γιόσα Μπουσόν (1716–1783). Ο Μπασό έδωσε στο χάικου ένα ιδιαίτερο, προσωπικό περιεχόμενο, που χαρακτηρίζεται από λυρισμό περιβεβλημένο συχνά με τη μοναξιά των πραγμάτων ή «κοσμική μοναξιά», μέσα στην οποία υπάρχουν και την οποία εκφράζουν τα πράγματα. Κάποτε, επίσης, αποπνέει μια φιλοσοφική διάθεση. Ακόμη έγραψε και χάικου κωμικά και ερωτικά.[2]

Αυτή η κατηγορία ποιημάτων, ιδιαίτερα στην αυστηρή παραδοσιακή τους μορφή των 17 συλλαβών, προϋποθέτει μια ποιητική συνείδηση οργανωμένη, απαιτεί ακρίβεια στη χρήση της γλώσσας, επιγραμματική ικανότητα, πλούσιο λεξιλόγιο, αίσθηση των σχημάτων του λόγου και καλή γνώση της χρήσης τους, καθώς και εξοικείωση με την εικονοποιία ως πρόσληψη των εξωτερικών ή ψυχικών εικόνων αλλά και ως απόδοσή τους, ρεαλιστική και μεταφορική.

Όλα αυτά τα προτερήματα τα συναντάμε στη συλλογή των 69 χάικου της Έλλης Δρούλια. Από τα τρία πρώτα ποιήματα μας εισάγει στο είδος, φανερώνοντας ότι και την τεχνική των χάικου γνωρίζει και την ποίηση ευρύτερα κατέχει. Επισημαίνω την αξιοπρόσεκτη χρήση των παρηχήσεων, και μάλιστα στα σχήματα αντίθεσης:

Στίχοι αστείοι, απλοί και φευγαλέοι
Για το μεταβλητό αμετάβλητο
για το ατέλειωτο άφθορο

Εικόνες, σκέψεις, αισθήματα
Επιγραμματικά
σε τρεις αράδες όλες κι όλες

Να είναι πυκνά
Να είναι πηχτά
πνιχτά να μην είναι

Οπωσδήποτε τα δικά της χάικου απέχουν από την παραδοσιακή μορφή· εκτείνονται μεν σε τρεις στίχους, αλλά ο αριθμός των συλλαβών είναι κυμαινόμενος και συχνά πάνω από 17. Η Δρούλια οικειοποιείται ένα παλαιό είδος που αναπτύχθηκε σε μια μακρινή χώρα και, χωρίς να ανατρέπει τους βασικούς προβληματισμούς του είδους, το νοηματοδοτεί με μια εντελώς σύγχρονη ευαισθησία.

Εικόνες της φύσης συνδυαστικά με τις σκέψεις του ποιητικού υποκειμένου είναι ένα συχνό θέμα της:

Πιο φωτεινό
είναι το φεγγάρι
σε μαύρο καμβά

Με τρόπο πυκνό και επιγραμματικό αλλά και με πρωτοτυπία αποτυπώνει ιδέες και συναισθήματα:

Για μια στιγμούλα
όσο διαρκεί ένα τίποτα
ελπίζω

Κρεμάστηκαν ανάποδα
Αναμονές
να στεγνώσουν

Συχνά αναπτύσσει το θέμα της σε αλλεπάλληλα τρίστιχα:

Οι Παρασκευές
σαν μικροί θάνατοι
μού είναι

Τα Σάββατα
σαν ασκήσεις θάρρους
για γενναίους

Να και μια φανερή διακειμενική αναφορά από το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο βράχος και το κύμα»:

«Μέριασε βράχε να διαβώ»
σκοπέλους, όρια
δεν νοώ

Το ποίημα που κλείνει το βιβλίο, με τίτλο «Ο κύκλος των προσδοκιών», δεν ανήκει στα χάικου, εκτείνεται σε 27 στίχους και είναι μια στοχαστική ανασκόπηση των θεμάτων που διαπερνούν τη σειρά των τρίστιχων της συλλογής.

Συμπερασματικά, οι Αόριστες ανάσες της Έλλης Δρούλια είναι ένα ωραίο, ευσύνοπτο βιβλίο, που προσφέρει πολλές «ποιητικές σταγόνες», μικρές δόσεις πνευματικότητας, που μας προτρέπουν να σκεφτούμε, να συγκινηθούμε, να γοητευτούμε από όσα αιχμαλώτισαν τη ματιά, τις σκέψεις και το θυμικό της και εκτίθενται εδώ. Αρκετά τρίστιχά της, με την εξαιρετική γλωσσική οργάνωση και την καίρια, επιγραμματική τους διατύπωση, εγγράφονται στον νου και στη μνήμη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. και Χρήστος Τουμανίδης, «Η ποίηση του χαϊκού στην Ελλάδα», 1/10/2025, www.grjpn-association.gr
[2] Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, «Χάικου: Γενικές παρατηρήσεις – και λίγη ιστορία», www.greecejapan.com

Αόριστες ανάσες
69 χαϊκού και ένα μη
Έλλη Δρούλια
Εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος
78 σελ.
ISBN 978-618-5476-55-7
Τιμή 10,60€

Keywords
Τυχαία Θέματα