Ενας κουρέας στο Μέγαρο Μουσικής

Ενας κουρέας στο Μέγαρο Μουσικής26.02.2018Πρόσωπα

Η χρήση οργάνων εποχής ευνόησε την προβολή των διαφόρων γραμμών της παρτιτούρας, την ισορροπία μέσα στην ορχήστρα αλλά και ανάμεσα στην ορχήστρα και τους τραγουδιστές, καθώς και στο φραζάρισμα

Από τον
Γεώργιο Κύρκο - Τάγια*

Η παρουσίαση, σε συναυλιακή μορφή, της κωμικής όπερας του Ροσίνι «Ο κουρέας της Σεβίλλης» στη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής (16 Φεβρουαρίου), υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου, υπήρξε μια ξεχωριστή εμπειρία για όσους την παρακολούθησαν, κυρίως λόγω του ότι οι μουσικοί της Καμεράτας

- Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής ερμήνευσαν την παρτιτούρα με όργανα εποχής.

Στις μέρες μας, που η ιδέα της αυθεντικότητας στη μουσική εκλαμβάνεται ως έννοια διασταλτική, καθώς όλο και περισσότεροι μουσικοί δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν όργανα και τεχνικές της κλασικής περιόδου για την εκτέλεση έργων ακόμα και του ύστερου ρομαντισμού (δηλαδή πολύ μετά το όριο του πρώιμου Μπετόβεν που ίσχυε αρχικώς), το εγχείρημα δεν αποτελεί παράδοξο. Παρά τα μειονεκτήματα της προσέγγισης αυτής, όμως, το αποτέλεσμα ήταν γενικώς επιτυχημένο.

Στην εισαγωγή, έμφαση δόθηκε στα λυρικά στοιχεία των θεμάτων, τα οποία αρθρώθηκαν με ιδιαίτερη εκφραστικότητα, όπως αναμένεται από όργανα εποχής. Το στοιχείο, όμως, του ελαφρού στακάτο (spiccato), που είναι βασικό στη μουσική του Ροσίνι, δεν έγινε αισθητό, ενώ από το καταληκτικό κρεσέντο έλειπε η ένταση των εγχόρδων. Ας μην ξεχνάμε ότι ο συνθέτης φημιζόταν για την ικανότητά του να κλιμακώνει τη δυναμική χτίζοντας πάνω σε ένα επίμονο μουσικό σχήμα (ostinato).

Πάντως, η χρήση οργάνων εποχής ευνόησε την προβολή των διαφόρων γραμμών της παρτιτούρας, την ισορροπία μέσα στην ορχήστρα αλλά και ανάμεσα στην ορχήστρα και στους τραγουδιστές, καθώς και το φραζάρισμα. Τα τέμπι που υιοθέτησε ο μαέστρος, ο οποίος συνόδευε τα ρετσιτατίβα από το τσέμπαλο και είχε πλήρη εποπτεία ενός έργου που στην ουσία αποτελεί μια παράθεση καταστάσεων (situazioni), ήταν τα αρμόζοντα - μόνο σε ελάχιστα σημεία, όπως το ντουέτο «All’ idea di quel metallo» θα μπορούσε κανείς να εκφράσει κάποια ένσταση. Τα ποικίλα απαιτητικά φωνητικά σύνολα αποδόθηκαν με ακρίβεια, όπως και η σύγχυση στην οποία αποσκοπεί ο συνθέτης στο τέλος της πρώτης πράξης.

Ο Φίγκαρο του Τάση Χριστογιαννόπουλου ήταν εξαιρετικός, τόσο φωνητικά όσο και υποκριτικά, όπως πολύ καλή, παρά την ηλικιακή διαφορά με τους άνδρες που τη διεκδικούσαν, ήταν και η Ροζίνα της Μαίρης - Ελεν Νέζη, που ως μεσόφωνος υπήρξε η σωστή επιλογή για έναν ρόλο που ο συνθέτης προόριζε για κοντράλτο, αλλά συνήθως ερμηνεύεται από υψίφωνο. Αντίθετα, το τραγούδι του Ισπανού τενόρου Χουάν Σάντσο (Αλμαβίβα) πρόδιδε φωνητική πίεση, ενώ την ερμηνεία του τόσο στη σερενάτα «Ecco ridente in cielo» όσο και στην καβατίνα «Se il mio nome» διέκρινε επιτήδευση. Ο Μπάρτολο του Μάριου Σαραντίδη κατέληξε αδικαιολόγητα μια θηλυπρεπής καρικατούρα του ρόλου, ο δε Χριστόφορος Σταμπόγλης, ως Ντον Μπαζίλιο, υπήρξε αδιάφορος.

Λίγο πριν από το τέλος της όπερας, όταν η σκηνή αδειάζει προσωρινά, ο Ροσίνι εισάγει μια καταιγίδα ως ορχηστρικό ιντερλούδιο. Ο Σταντάλ συνέκρινε το μέρος αυτό με ένα αντίστοιχο από τον «Ελεύθερο σκοπευτή» του Βέμπερ, θεωρώντας ότι ο Ιταλός συνθέτης είχε καταφέρει απλώς μια περιγραφή του φυσικού φαινομένου. Αν είχε παρακολουθήσει την ερμηνεία του Γιώργου Πέτρου, η οποία συγχρόνως απέδωσε την ψυχική κατάσταση της Ροζίνα (που καθόταν σκεπτική στην άκρη της σκηνής), νομίζω ότι θα αναθεωρούσε την άποψή του.

Λίγες μέρες πρωτύτερα (13 Φεβρουαρίου) έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, ένα σύνολο που ιδρύθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία (όπως σχεδόν όλες οι ορχήστρες στη χώρα μας) τον Νοέμβριο του 2016 με σκοπό την εκτέλεση και την ηχογράφηση της μουσικής Ελλήνων συνθετών. Η συναυλία, με την οποία εορτάστηκαν τα είκοσι χρόνια από την ίδρυση της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, απεδείχθη πολλαπλά σημαντική, καθώς το πρόγραμμα περιελάμβανε δύο χαμένα έργα του Νίκου Σκαλκώτα.

Την αισθαντική ορχηστρική μπαλάντα «Ο θρήνος της Ινγκεμποργκ» του Πάουλ Γιουόν, που αξίζει να προστεθεί στο βασικό ρεπερτόριο, ακολούθησαν τα έργα του Σκαλκώτα «Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα» και «Κοντσέρτο για βιολί, πιάνο και ορχήστρα» (με πιο ενδιαφέρον το δεύτερο), με σολίστ τους Γιώργο Δεμερτζή (βιολί) και Βασίλη Βαρβαρέσο (πιάνο), άρτια ενορχηστρωμένα από τον Γιάννη Σαμπροβαλάκη. Με τη «Δωδεκανησιακή σουίτα» του Γιάννη Κωνσταντινίδη, που ο Βύρων Φιδετζής διηύθυνε με ευαισθησία, και τη «Συμφωνία αρ. 2» του Κουρτ Βάιλ (όπου ο μαέστρος, όμως, φαίνεται να λησμόνησε ότι ο συνθέτης με απροθυμία προσέθεσε κρουστά), η νέα ορχήστρα έδειξε τις πολλές δυνατότητές της να ανταγωνιστεί επάξια τα κρατικά μας σύνολα.

*Κριτικός μουσικής

Keywords
Τυχαία Θέματα