Καταπίνοντας κασέτες

Διαβάζω, ακούω τοποθετήσεις σχετικά με τα γεγονότα στη Γαλλία. Πόσοι από όσους σχολιάζουν – δημοσιολόγοι κατ’ επάγγελμα ή πολιτικοποιημένοι απλώς πολίτες – κομίζουν κάτι το πρωτότυπο; Κάτι το στοιχειωδώς ενδιαφέρον; Οι περισσότεροι βρίσκουν αφορμή για να ξαναπαίξουν την κασέτα που έχουν καταπιεί. Οπως κάνουν σχεδόν πάντα.

Οσοι αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, θριαμβολογούν. «Να τος ο ανυπότακτος γαλλικός λαός! Από το 1789 συντρίβει αλυσίδες. Με πρωτοπόρα τη νεολαία – οι νέοι δείχνουν πάντοτε τον δρόμο, στην Κομμούνα,

στον Μάη του ’68 – καιρός να θυμηθούμε τα δικά μας, την ΕΠΟΝ, το Πολυτεχνείο, τώρα μας έχουν αποκοιμίσει οι λεχρίτες που μας κυβερνούν, μα πού θα πάει; Με την πρώτη σπίθα, θα φουντώσει κι εδώ η φωτιά!».

Οι συντηρητικοί, οι κατά δήλωσή τους σώφρονες, κρούουν κώδωνα κινδύνου. Αφού καταδικάσουν τη βία από όπου κι αν προέρχεται – εξόν αν είναι κρατική, οπότε αλλάζει το πράγμα – καταγγέλλουν πονηρές μειοψηφίες που απεργάζονται το χάος. Αλητήριους του κοινού ποινικού δικαίου – «το πλιάτσικο μόνο τους ενδιαφέρει, να ξαφρίζουν ξένες περιουσίες!». Λαθρομετανάστες, ισλαμιστές που μισούν το μεγαλείο του δυτικού πολιτισμού. Βεβαίως και την άκρα Αριστερά, η οποία τακιμιάζει με ό,τι πιο ύποπτο και καταντάει χρήσιμος ηλίθιος. «Διότι πού θα καταλήξουν όλα ετούτα; Στον εκλογικό θρίαμβο της Λε Πεν!».

Ελάχιστοι διστάζουν να πάρουν θέση. Οχι από αδιαφορία. Αλλά παραδεχόμενοι την άγνοιά τους. «Δυο φορές έχω πάει στο Παρίσι, ως τουρίστας. Γαλλικά δεν μιλάω. Κάτι στιγμιότυπα βλέπω από τα επεισόδια. Κάτι άρθρα διαβάζω, που αντιφάσκουν μεταξύ τους… Πώς να τοποθετηθώ;».

Τι θάρρος χρειάζεται για να αρθρώσεις κάτι τέτοιο; Οχι μονάχα σήμερα, που τα σόσιαλ μίντια, σου ζητούν φορτικά να μοιραστείς ό,τι σου συμβαίνει κι ό,τι σκέφτεσαι. Ανέκαθεν.

Ανέκαθεν κατατρύχονταν οι άνθρωποι από την αγωνία του ανήκειν. Ασπάζονταν θρησκείες, εντάσσονταν σε κόμματα, γίνονταν οπαδοί αθλητικών ομάδων. Ετσι έβρισκαν τον μπούσουλά τους. Χωρίζοντας τον κόσμο στους «δικούς μας» και στους «άλλους». Κι έτρεμαν πως αν μείνουν  – για μια στιγμή έστω – άστεγοι, θα τους κατασπαράξουν και οι μεν και οι δε.

Η μεγαλύτερη ελευθερία; Να αγκαλιάζεις την πραγματικότητα με το δικό σου βλέμμα. Να προσπαθείς να την αποκρυπτογραφήσεις, να την καταλάβεις με το δικό σου μυαλό, έχοντας μάλιστα επίγνωση ότι η νοημοσύνη σου συχνά δεν θα αρκεί. Πως θα περιπλανιέσαι στα σκοτάδια, θα βροντάς σε κλειδαμπαρωμένες πόρτες κι ούτε να υποψιαστείς δεν θα μπορείς τι συμβαίνει πίσω τους. Και όμως, να συνεχίζεις με καρούμπαλα. Και να είσαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αναθεωρήσεις. Να ανατρέψεις τα προηγούμενά σου συμπεράσματα. Να σκίσεις την εικόνα που έχεις σχηματίσει για τα πράγματα. Να ξεκινήσεις σαν το νήπιο από το «α-βου-γου».

Πόσο πιο άνετα πορεύεσαι αποστηθίζοντας τα λόγια του «πεφωτισμένου» ηγέτη. Μουρμουρίζοντας «ιερές» φράσεις από τα Ευαγγέλια ή το Κοράνι. Ή έστω κακοχωνεμένους στίχους μεγάλων ποιητών. Εκείνο το «όπου κι αν ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει» τι παραποιήσεις έχει υποστεί! Ο Σεφέρης το έγραψε ξέχειλος από δέος και υπαρξιακή αγωνία. Οι παπαγάλοι του το ευτέλισαν. Το έκαναν σύνθημα – καταγγελία για τους δημοσίους υπαλλήλους που κωλυσιεργούν ή για τον δήμαρχο που δεν μαζεύει τα σκουπίδια. Αμ το άλλο, του Αναγνωστάκη; Το «δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε…», που το χρησιμοποιεί ο καθένας για να μειώσει τον αντίπαλό του;

Φράσεις – καραμέλες, να τις πιπιλάς και να μη λιώνουν. Σκέψεις – κονσέρβες. Πολιτικές αναλύσεις σαν υπαγορευμένες στο μάθημα της έκθεσης, σε φροντιστήριο, σε υποψήφιους για τις Πανελλαδικές. Σαν ετοιματζίδικα κοστούμια, που έτσι και δεν χωράς μέσα τους, φταις εσύ – «πολύ μακρυχέρης μας προέκυψες!», σε επιπλήττουν. «Πολύ αναζούμπαλος!». Σχέσεις ακόμα – ακόμα, έρωτες, με οδηγίες χρήσης: «Πώς λέγεται ακριβώς αυτό που έχουμε; Και πού οδηγεί;».

Το έχουν πει οι Μπιτλς. «Living is easy with eyes closed». «Ζεις ευκολότερα με τα μάτια κλειστά». Κι αν κάποτε, κατά λάθος, τα ανοίξεις; «Η έκθεση με γυμνό οφθαλμό στην έκλειψη ηλίου είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Μπορεί να προκαλέσει έως και τύφλωση».

Keywords
Τυχαία Θέματα