Κοινωνία διαμαρτυρίας

Τώρα που μιλάμε για ξεσηκωμούς στη Γαλλία θυμήθηκα μια άνοιξη πριν εξήντα σχεδόν χρόνια. Τότε ξεσηκώθηκαν να διαμαρτυρηθούν οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του (λίγο εναλλακτικού) Πανεπιστημίου της Ναντέρ.

Γιατί; Επειδή στη φοιτητική εστία η πρυτανεία απαγόρευε στα αγόρια να διανυκτερεύουν στα δωμάτια των κοριτσιών και αντιστρόφως.

Ηταν σοβαρό; Σε εμάς σήμερα ίσως ακούγεται αστείο. Τέτοιες απαγορεύσεις είναι ξεπερασμένες προ πολλού.

Τότε όμως πρέπει να ενοχλούσε τα νεαρά ζευγαράκια του Πανεπιστημίου.

Ετσι λοιπόν και από μια διαμαρτυρία περί διανυκτέρευσης στους πανεπιστημιακούς κοιτώνες που ξεχάστηκε πριν σχεδόν εκδηλωθεί σε ένα μάλλον δευτερεύον γαλλικό Πανεπιστήμιο ξεκίνησε το κίνημα που όλοι ξέρουμε ως «Μάης του ’68».

Πράγμα που σημαίνει μεταξύ άλλων ότι οποιαδήποτε στιγμή η οιαδήποτε διαμαρτυρία είτε για τους κοιτώνες στη Ναντέρ, είτε για ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα, μπορεί να ξεφύγει σε δρόμους δυσανάγνωστους και ανεξέλεγκτα κινηματικούς. Αντε μετά να τη μαζέψεις.

Κανείς φυσικά δεν διαφωνεί ότι η διαμαρτυρία αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα. Είναι ουσιώδες στοιχείο της δημοκρατικού πολιτεύματος. Ακόμη και η βλακώδης, παράλογη ή ανυπόστατη διαμαρτυρία.

Και γιατί όχι δηλαδή; Ζούμε περιστοιχισμένοι από δεκάδες ανισόρροπους ή διαταραγμένους που ανεχόμαστε να κάνουν τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές, τους δημοσιογράφους ή τους τηλεοπτικούς κωμικούς.

Η διαμαρτυρία τους δικαιούται κι αυτή ένα μέρος της ανοχής μας. Οσο κι αν ενοχλεί τη λογική ή την αισθητική μας.

Αφού λοιπόν συμφωνήσαμε στο θέμα αρχής, πάμε στη συνέχεια.

Είναι το δικαίωμα στη διαμαρτυρία απεριόριστο, ανεξέλεγκτο και δωρεάν; Ποτέ και πουθενά. Η διαμαρτυρία όπως και κάθε άλλο δικαίωμα στη δημοκρατία υπόκειται σε όρους, όρια και προϋποθέσεις.

Ακούω διάφορους εξεγερμένους (και στη Γαλλία και στην Ελλάδα) να σκίζουν τα ρούχα τους ότι «η κυβέρνηση θέλει να βάλει όρια στη διαμαρτυρία».

Φυσικά όρια στη διαμαρτυρία δεν βάζει καμία κυβέρνηση σε καμία δημοκρατική πολιτεία. Δεν έχει τη δυνατότητα και δεν είναι η δουλειά της. Ορια βάζει μόνο ο νόμος.

Ο οποίος θεσπίζεται και εφαρμόζεται κατά τις μεθόδους και με τις διαδικασίες που προβλέπει η δημοκρατική πολιτεία. Δεν ερωτώνται οι διαμαρτυρόμενοι.

Οι πλιατσικολόγοι με άλλα λόγια στο Παρίσι και τις άλλες γαλλικές πόλεις ή οι διαδηλωτές στην Αθήνα δεν παραβίασαν όρους που έχει βάλει η κυβέρνηση.

Παραβίασαν όρους που έχει βάλει ο νόμος και ο οποίος δεν επιτρέπει να σπας τη βιτρίνα και να λεηλατείς το μαγαζί του γείτονα για να διαμαρτυρηθείς.

Στην Ελλάδα βέβαια δεν ζήσαμε τώρα τέτοιες σκηνές. Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας μπορεί να είχαν τη συνηθισμένη φραστική υπερβολή αλλά συνολικά ήταν ήπιες και μετριοπαθείς. Αλλά τις ακρότητες τις γνωρίσαμε καλά το 2008 και δεν έχουμε διατηρήσει τις καλύτερες αναμνήσεις.

Και στη Γαλλία όμως και στην Ελλάδα και σε πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες η κοινωνία ολισθαίνει σε μια διαρκή και ακατάπαυστη διαμαρτυρία.

Πριν ενάμιση χρόνο δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι πήραν τους δρόμους να διαμαρτυρηθούν για το δυστύχημα των Τεμπών. Η συγκίνηση ήταν προφανής. Παρόλο που πραγματικό αντικείμενο διαμαρτυρίας δεν υπήρχε.

Οι δικαστικές Αρχές είχαν επιληφθεί της διερεύνησης από την πρώτη στιγμή και η υπόθεση είχε ανατεθεί σε εφέτη ανακριτή, αναπληρωτή και άλλους τρεις εισαγγελείς.

Κάποιοι συγγενείς των θυμάτων διαμαρτύρονταν επειδή είχαν άλλη άποψη για τα πράγματα. Δυσάρεστο κι ασφαλώς σεβαστό. Αλλά η άποψή τους δεν είχε σχέση με την ποινική ουσία της υπόθεσης.

Υπό μια έννοια λοιπόν η κοινωνία μας έχει εξελιχθεί σε μια «κοινωνία της διαμαρτυρίας».

Πολλοί μάλιστα θεωρούν ότι η διαμαρτυρία αυτή πρέπει να μένει αναπάντητη ως εξ ορισμού αξιοσέβαστη, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί. Ή, ακόμη χειρότερα, αξιολογούν την ποιότητα της δημοκρατίας ανάλογα με το επίπεδο διαμαρτυρίας που επιτρέπει.

Δεν έχει περάσει μήνας αφότου η ισπανική κυβέρνηση παραιτήθηκε κάτω από την πίεση διαμαρτυριών για τα ενοίκια. Στην Αλβανία η κυβέρνηση Ράμα πιέζεται να παραιτηθεί από ένα μάλλον συγκεχυμένο κύμα διαμαρτυριών και διαδηλώσεων κατά της διαφθοράς.

Είχαν προηγηθεί οι διαμαρτυρίες μέρους της Αμερικής εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ για το Μεταναστευτικό.

Στην περίπτωση της Γαλλίας (όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας που ανέφερα) έχουμε το εξής αξιοπερίεργο φαινόμενο. Δεν είναι πάντα σαφές ποιος διαμαρτύρεται και γιατί.

Με τα «Κίτρινα Γιλέκα» και με τα Τέμπη δεν έγινε κατανοητό το αντικείμενο. Τα «Κίτρινα Γιλέκα» διαμαρτύρονταν για την τιμή των καυσίμων ή τουλάχιστον έτσι ξεκίνησαν πριν επεκταθούν.

Για τα Τέμπη τα είπαμε. Η δίκη ξεκίνησε χωρίς κανένα μείζον πρόβλημα.

Ούτε τώρα με τις γαλλικές μαθητικές κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν ως μαθητικές και τελικά κατέληξαν «κουτσοί, στραβοί, στον Αγιο Παντελεήμονα» είναι σαφές το αντικείμενο.

Θέλουν καλύτερη εκπαίδευση; Λιγότερα μαθήματα; Ή αθλητικά παπούτσια από την απέναντι βιτρίνα;

Στις διαδηλώσεις της περασμένης Τετάρτης στην Ελλάδα διατυπώθηκε ένας καταιγισμός απαιτήσεων, τον οποίο δύσκολα θα μπορούσε να ικανοποιήσει ακόμη κι η πιο προχωρημένη δυτική κοινωνία.

Αλλά αυτό δεν είναι έγκλημα. Είναι ενδεχομένως μια μορφή μαξιμαλισμού συνηθισμένη στην ελληνική κοινωνία.

Λιγότερο συνηθισμένη είναι η μετατροπή της διαμαρτυρίας σε πολιτική πλατφόρμα. Είναι μια πάγια συνήθεια της Αριστεράς ήδη από τον 19ο αιώνα αλλά έχει υιοθετηθεί κι από άλλες παρατάξεις ή κινήματα. Κατά κανόνα ακραία και συχνά ακροδεξιά.

Το ερώτημα λοιπόν είναι αν η κοινωνία μας εκτρέπεται σε μια κοινωνία διαμαρτυρομένων για το κάθε τι. Και κυρίως αν η γενίκευση της διαμαρτυρίας μετατρέπεται σε κυρίαρχη απασχόληση ή (ακόμη χειρότερα) σε μονοπώληση ή ακόμη και κατάργηση του δημόσιου διαλόγου.

Αυτό ασφαλώς επιδιώκουν οι διαμαρτυρόμενοι στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Απλώς δεν ξέρω γιατί πρέπει να το επιδιώκουμε κι εμείς.

Keywords
Τυχαία Θέματα