Πάντα θ’ ανταμώνουμε

Την περασμένη Τετάρτη, σκρολάροντας, μόλις ξύπνησα, στα σόσιαλ μίντια, είδα δυο τρεις απανωτές αναφορές στον Διονύση Σαββόπουλο. Και για ένα μοναδικό και πολύτιμο δευτερόλεπτο, από εκείνα που η φαντασία σου γίνεται πραγματικότητα και η πραγματικότητα εξορίζεται στον χώρο του φανταστικού, σκέφτηκα: «Μα τι έγινε; Μήπως πέθανε;».

Μετά συνειδητοποίησα ότι εκείνη την ημέρα έκλεινε ένας χρόνος από την αποχώρησή του. Μισό λεπτό όμως, ποια αποχώρηση; Πόσες φορές μέσα σε αυτόν τον χρόνο ο Σαββόπουλος «έντυσε» με τις λέξεις του τις σκέψεις μου, τα γραπτά μου, τον λόγο μου; Θα έλεγα, χωρίς υπερβολή,

μέρα παρά μέρα. Χωρίς δε, να το συνειδητοποιήσω, μπορεί και κάθε μέρα. Ισως και περισσότερες από μία φορά τη μέρα.

Να, όσο παρακολουθώ τα γεγονότα στη Γαλλία, είναι σαν να παίζει ως σάουντρακ στο πίσω μέρος του μυαλού μου η «Μαύρη Θάλασσα» ή η «Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ». Και όχι βέβαια για τους προφανείς λόγους, αλλά για το «κάτω κείμενο», εκεί όπου ανθίζει η ποιητικότητα, όταν ο Σαββόπουλος μεταβολίζει το συλλογικό σε ατομικό, τραγουδώντας ότι στην πλατεία που ήταν γεμάτη από τον αγώνα του συντρόφου, την αγωνία αυτού του τόπου για ζωή «… εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου κι ήσουν φως μου κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή, σε γιορτή που δεν ξανάδα στη ζωή μου τη σκυφτή».

Και σε εντελώς άλλο κλίμα, όταν το καλοκαίρι έβλεπα τα «κορίτσια που ‘χουν γίνει δεκατέσσερα χρονώ» να πηγαίνουνε δυο – δυο, υπέρλαμπρα μέσα στα μεγαλίστικα ρούχα τους, εντελώς απενοχοποιημένα σε σχέση με τα κορίτσια που εκείνος περιέγραφε πριν από 60 χρόνια, με σκοτείνιαζε η σκέψη πως μπορεί ακόμη κι αυτά «… την ασχήμια των γονιών τους να πληρώσουνε σκληρά».

Κάθε φορά που ανατρέχω σε αμηχανίες των παιδικών μου χρόνων που κουβαλάω ακόμη (και μου συμβαίνει συχνά), πάντα νιώθω ότι «… στριφογυρίζω, μια σημαιούλα μες στο κρύο, νύχτα και φέγγει το στρατοδικείο».

Και όταν τσινάω με τις νέες πραγματικότητες που δύσκολα μπορώ να κατανοήσω, είναι εκείνο το «Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία, κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις» που με σώζει από τη γλίστρα στην παγίδα της νοσταλγίας. Και μετά βλέπω όλο αυτό το πηγαινέλα πολιτικών και πολιτών σε κόμματα και ιδεολογίες και το «… μπορεί κανίβαλος ποτέ να εκπροσωπήσει τάχα όλους τους φίλους τους παλιούς που έχει στη στομάχα» είναι σαν να το φωτογραφίζει.

Και από την άλλη, πόσες φορές μέσα σε αυτόν τον χρόνο δεν γράψαμε, είπαμε, ακούσαμε, διαβάσαμε για την «Ελλάδα που αντιστέκεται, την Ελλάδα που επιμένει» αφήνοντας το «… κι όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει» να αιωρείται. Είναι κι εκείνο το «… πού να σου εξηγώ» του Μπιθικώτση από το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» που έρχεται το άτιμο και χώνεται σε πλείστα όσα.

Τι σημαίνει, λοιπόν, «ένας χρόνος χωρίς τον Σαββόπουλο»; Εδώ, τριγύρω μας είναι, άχρονος και συμπαντικός όπως οι σπουδαίοι ποιητές, για να μας μαθαίνει, μεταξύ πολλών άλλων, να κάνουμε την ευχή, βεβαιότητα, αφού πάντα θ’ ανταμώνουμε κάτω από τις λέξεις του.

Keywords
Τυχαία Θέματα