«Μετά τον Ερντογάν, τι;»

Είναι κοινός τόπος ότι η Τουρκία του 2013 δεν θυμίζει σε πολλά την Τουρκία του 2002. Τότε, το μετριοπαθές πολιτικό Ισλάμ, που εκφράζεται από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν, βρέθηκε στην κυβέρνηση, κυρίως επειδή δεν είχε καμία ευθύνη για την οξύτατη οικονομική κρίση που είχε πλήξει βάναυσα την τουρκική κοινωνία. Αντιθέτως, τα τρία από τα τέσσερα κόμματα εξουσίας εκείνης της εποχής (τα κόμματα του Γιλμάζ, της Τσιλέρ και του Ετσεβίτ) έμειναν εκτός Εθνοσυνέλευσης και στη συνέχεια πήραν τον δρόμο για τον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Αλλά και το κατ’ εξοχήν κεμαλικό

κόμμα, που επιβίωσε κοινοβουλευτικά, δεν έχει ακόμα καταφέρει να ορθοποδήσει.

Στην πρώτη ενότητα «Η ρεβάνς του πολιτικού Ισλάμ», ο Σταύρος Λυγερός αναλύει τη μετάβαση από το μετακεμαλικό καθεστώς στη νεοοθωμανική μεταπολίτευση. Αναλύονται η παρακμή του κεμαλισμού, η τουρκική εκδοχή του πολιτικού Ισλάμ, το περιβόητο “βαθύ κράτος”, ο δυισμός εξουσίας, οι αντιφάσεις του κεμαλικού κατεστημένου, οι υποθέσεις Εργένεκον και “Βαριοπούλα”, το δημοψήφισμα-καμπή του 2010, η πολυπλόκαμη αδελφότητα Γκιουλέν, οι αντιθέσεις στους κόλπους των νεοοθωμανών και οι προοπτικές της νέας εξουσίας.

Στη δεύτερη ενότητα «ΑΟΖ, Κύπρος και διενέξεις στη Μεσόγειο», ο Σταύρος Λυγερός αναλύει κατά σειρά: το αυτοκρατορικό σύνδρομο των νεοοθωμανών (όπως διατυπώνεται στο δόγμα Νταβούτογλου), τη σύγκριση της κεμαλικής με τη νεοοθωμανική εξωτερική πολιτική, το ναυάγιο της πολιτικής “μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες”, τη ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ και τη γεφύρωσή τους, το κύμα της “Αραβικής Άνοιξης” και την αναδιάταξη των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, την επίδραση που θα έχει η τουρκοϊσραηλινή επαναπροσέγγιση στη στρατηγική σχέση του Ισραήλ με τη Λευκωσία και την Αθήνα, ειδικά τώρα που η Κυπριακή Δημοκρατία μετατρέπεται σε αποικία χρέους της Ευρωζώνης.

Ο συγγραφέας φωτίζει υπό το νέο αυτό πρίσμα και το πλέγμα των ελληνοτουρκικών. Αναλύει τη χρησιμότητα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), τη δυσανεξία της Αθήνας με την ανακήρυξη ΑΟΖ, τη μετατροπή της ΑΟΖ σε ιδεολόγημα, τον δούρειο ίππο της συνεκμετάλλευσης, τις ναυτικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, το ζήτημα των χωρικών υδάτων 12 μιλίων, το τουρκικό casus belli, τη θεωρία των “γκρίζων ζωνών”, τις παγίδες της παραπομπής στη Χάγη, τη μετατροπή της Χάγης σε υποκατάστατο πολιτικής, τις ευρωτουρκικές σχέσεις, την προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ενδεχόμενο εκτροπής σε ειδική σχέση. Τέλος, ανασκευάζει τους δύο κυρίαρχους μύθους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, τη στρατηγική της “εξημέρωσης του θηρίου” και το δόγμα “καλός ο Ερντογάν κακοί οι στρατηγοί”.

Στην τρίτη ενότητα «Το καρκίνωμα του Κουρδικού» ο Σταύρος Λυγερός αναλύει το Κουρδικό, το πρόβλημα που εκ των πραγμάτων θα καθορίσει το μέλλον της Τουρκίας. Ο ακήρυχτος πόλεμος κεμαλιστών-νεοοθωμανών διασυνδέθηκε και με τον πολυετή (από το 1984) πραγματικό πόλεμο του τουρκικού κράτους με τους Κούρδους αντάρτες. Ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ διαχώρισε οριστικά και αμετάκλητα την κουρδική ταυτότητα από την τουρκική και μ’ αυτή την έννοια ακύρωσε το κεμαλικό δόγμα “μία χώρα, ένα έθνος, μία γλώσσα, μία θρησκεία”.

Ο συγγραφέας αναλύει την ανάδυση και την –με τη βοήθεια των Αμερικανών– παγίωση του κουρδικού κρατιδίου στο βόρειο Ιράκ, το πλήγμα που προκάλεσε στις σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας η απαγόρευση διέλευσης της αμερικανικής στρατιάς το 2003, το παζάρι για τις τουρκικές επιχειρήσεις εναντίον του ΡΚΚ στο βόρειο Ιράκ, την αμερικανική πολιτική λεπτών ισορροπιών, το καθεστώς του πετρελαιοφόρου Κιρκούκ και την –με αμερικανική σκηνοθεσία– ασταθή τριγωνική διευθέτηση (Άγκυρα, Αρμπίλ και Βαγδάτη), το “Δημοκρατικό Άνοιγμα” του Ερντογάν προς τους Κούρδους, τη συριακή κρίση και την ανάδυση του δεύτερου κουρδικού κρατικού μορφώματος.

Όταν το 1999 συνελήφθη ο Οτσαλάν, οι Τούρκοι πίστεψαν ότι είχαν κερδίσει οριστικά αυτό τον πόλεμο. Η επιβίωση του αντάρτικου απέδειξε ότι το κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα δεν ήταν συγκυριακό φαινόμενο, αλλά εκφραστής ενός ριζωμένου πλέον αιτήματος εθνικής απελευθέρωσης. Μετά την αποτυχία να επιτύχει στρατιωτική λύση του Κουρδικού, η Άγκυρα στράφηκε στην πολιτική λύση. Όπως φάνηκε και από τις μυστικές διαπραγματεύσεις με το ΡΚΚ στο Όσλο, η προσπάθειά της αυτή, όμως, έχει αντιφάσεις. Σήμερα, ο Ερντογάν έχει αναγορεύσει τον φυλακισμένο Οτσαλάν σε προνομιακό συνομιλητή του, επειδή τον θεωρεί “αδύναμο κρίκο”. Το πρώτο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων είναι η κήρυξη μονομερούς εκεχειρίας. Ακόμα, όμως, και εάν τελικώς επιτευχθεί πολιτική συμφωνία είναι ασαφές που θα οδηγήσει: Θα δώσει φτερά στην Τουρκία, ή αντιθέτως μεσομακροπρόθεσμα θα αμφισβητήσει την ακεραιότητα της;

Στην τέταρτη ενότητα «Ακτινογραφώντας την τουρκική οικονομία», ο Κώστας Μελάς επιχειρεί αυτό που λέει ο τίτλος. Παρουσιάζει και αποκωδικοποιεί συστηματικά τα μεγέθη, τη δυναμική και τις αντιφάσεις της τουρκικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό αναλύει διεξοδικά τους τρεις τομείς της οικονομίας (αγροτικός, μεταποιητικός και υπηρεσιών) κατά τρόπο που αναδεικνύει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία τους.

Ο συγγραφέας δίνει ειδικό βάρος στη μελέτη του τραπεζικού τομέα, ο οποίος αποτελεί κρίσιμο θεσμικό παράγοντα στις οικονομικές εξελίξεις. Στη συνέχεια αναλύει τις μακροοικονομικές εξελίξεις και παρουσιάζει συστηματικά και κριτικά το σύνολο των αντίστοιχων μεγεθών. Στην πραγματικότητα, είναι η πρώτη φορά που κάποιος συνθέτει με βάση τα πρωτογενή στατιστικά στοιχεία τον χάρτη της τουρκικής οικονομίας.

Η τέταρτη ενότητα ολοκληρώνεται με την απάντηση του Κώστα Μελά στο κρίσιμο ερώτημα, το οποίο πλανάται την τελευταία περίοδο: υπάρχει ή όχι οικονομική “φούσκα” στην Τουρκία; Το συμπέρασμά του είναι ότι το κύμα ιδιωτικοποιήσεων προκάλεσε μεγάλες εισροές πόρων, αλλά αυτό που μέχρι τώρα είναι πλεονέκτημα είναι και η αχίλλειος πτέρνα του τουρκικού μοντέλου. Εάν, λόγω και της διεθνούς κρίσης, σταματήσει η εισροή κεφαλαίων, η “φούσκα” θα σκάσει, αφήνοντας πίσω της συντρίμμια.

Keywords
Τυχαία Θέματα