Αντισυνταγματικότητες στο πολυνομοσχέδιο βρίσκει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής

Αντισυνταγματικότητες, κυρίως στα άρθρα για την πώληση μετοχών τραπεζών κάτω από την τιμή αγοράς τους, παρατηρήσεις και κενά περιλαμβάνει η Έκθεση της Επιστημονική Υπηρεσίας της Βουλής επί του πολυνομοσχεδίου που συζητείται σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής.

Ειδικότερα η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής:

-τονίζει

ότι «εγείρει προβληματισμό»για παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η ρύθμιση ότι οι αποφάσεις του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής σταθερότητας είναι επωφελείς και συμφέρουσες για το Ταμείου και το Ελληνικό Δημόσιο, ειδικά δε ενόψει της προτεινόμενης δυνατότητας του Ταμείου να διαθέτει το σύνολο ή μέρος των μετοχών πιστωτικού ιδρύματος που κατέχει σε τιμές χαμηλότερες της τιμής κτήσης τους ή της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας τους.

-αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος και στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου η ρύθμιση σύμφωνα με την οποία «ως έναρξη ελέγχου θεωρείται και η αποστολή έως την 31.12.2013 επιστολής στο φορολογούμενο, µε την οποία του γνωστοποιείται ότι έχει εκδοθεί εντολή φορολογικού ελέγχου. Σε περίπτωση κατά την οποία, έως την

31.12.2013, είχε εκδοθεί εντολή φορολογικού ελέγχου και για οποιοδήποτε λόγο, μετά την ημερομηνία αυτή, για την ίδια χρήση, περίοδο, φορολογική υπόθεση ή υποχρέωση, εκδοθεί νέα εντολή ελέγχου, οι έννοµες συνέπειες

της έκδοσης της αρχικής εντολής δεν θίγονται».

-αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος η ρύθμιση που αφορά το δικαίωμα

του Δημοσίου για κοινοποίηση πράξεων προσδιορισμού φόρου που έχει ήδη

«παραγραφεί» λόγω µη κοινοποίησης των πράξεων καταλογισμού φόρου εντός των νόμιμων προθεσμιών.

-«δημιουργείται προβληματισμός» αν η ρύθμιση για την μείωση του επιδόματος προϋπηρεσίας «είναι σύμφωνη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος)»,καθώς η μείωση δεν εφαρμόζεται ως κίνητρο για την πρόσληψη του µμακροχρονίως ανέργου, αλλά εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης.

-για την μείωση στις τιμές αποζημίωσης των ΑΠΕ και των φωτοβολταϊκών αναφέρει ότι «συνιστούν επέμβαση του νομοθέτη σε υφιστάμενες συμβατικές σχέσεις, η οποία θα πρέπει να ελεγχθεί εάν συνάδει προς την αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων (ΑΚ 361), ως ειδικότερης εκδήλωσης της αρχής της οικονομικής και επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.)». «Νομοθετική ρύθμιση η οποία παρεμβαίνει σε συμβατική σχέση για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας, εισάγοντας ακόµη και βλαπτική µμεταβολή της για το ένα μέρος, συνιστά, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, εξαιρετικό δίκαιο, το οποίο, όμως, δεν πρέπει να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας», προσθέτει και υπογραμμίζει ότι «ζήτημα ανακύπτει και ως προς την εναρμόνιση» με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς θίγονται δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.

-αμφισβητεί την νομιμότητα της ποινικής ασυλίας στα μέλη του ΤΑΙΠΕΔ για τις συμβάσεις παραχώρησης δημόσιας περιουσίας. Σε περίπτωση κατάρτισης συμβάσεων άνω του 1 εκατ. ευρώ κατόπιν γνώµης Συμβούλου ή Παρέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως προβλέπει το πολυνομοσχέδιο, «δεν ισχύει το (µαχητό) τεκμήριο που θέτει το εδ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 3986/2011 περί επωφελούς και συμφέρουσας, για το Ταμείο και το Ελληνικό Δημόσιο, συναλλαγής, όσον αφορά την ευθύνη αστική ή ποινική των µελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΑΙΠΕΔ»,τονίζει.

-«δημιουργείται προβληματισμός» αν μπορεί σε συμβάσεις άνω του 1 εκατ. ευρώ να υποκαθίσταται ο προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τη γνώµη Συμβούλου ή Παρέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

-για την διάθεση των 450 εκατ. ευρώ του πλεονάσματος «θα έπρεπε να προβλέπεται η έκδοση προεδρικού διατάγµατος, και όχι υπουργικής απόφασης».

-αμφισβητεί την δυνατότητα νομιμοποίησης με απόφαση του υπουργού Τουρισμού υφιστάμενων εγκαταστάσεων και λιµενικών έργων εντός της χερσαίας (περιλαμβανομένου του αιγιαλού και της παραλίας) και θαλάσσιας ζώνης τουριστικών λιµένων που αξιοποιούνται από το ΤΑΙΠΕΔ. Επικαλείται τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και αμφισβητεί «αν θα προηγηθεί έλεγχος από το αρμόδιο διοικητικό όργανο ως προς τη συμβατότητα των υφισταμένων χρήσεων προς τις χρήσεις που προβλέπονται για τη συγκεκριμένη περιοχή, όπως και αν θα ληφθούν εν γένει υπόψη ζητήματα που αφορούν τους όρους δόμησης, την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, την προστασία του αιγιαλού και της παραλίας, των αρχαιολογικών και ιστορικών τόπων, ή η «νομιμοποίηση» των εγκαταστάσεων και έργων θα λάβει χώρα κατόπιν, απλώς, της υποβολής των οριζόμενων στη διάταξη δικαιολογητικών από τους ενδιαφερομένους».

-για τα ζητήματα φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων από υπεραξία µμεταβίβασης ακίνητης περιουσίας παρατηρεί ότι με τις ρυθμίσεις του πολυνομοσχεδίου «\δεν ρυθμίζεται ο τρόπος προσδιορισμού του κόστους ανέγερσης κτισμάτων, όπως επίσης δεν προσδιορίζεται ο χρόνος κτήσης σε περίπτωση που τα κτίσματα έχουν ανεγερθεί σε χρόνο µμεταγενέστερο της απόκτησης του γηπέδου».

-για την υποχρέωση υποβολής δήλωσης υπολογισμού του φόρου υπεραξίας από µμεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, επισημαίνει ότι «δεν είναι σαφές εάν η δήλωση υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση ή στον συμβολαιογράφο που συντάσσει τη σχετική πράξη. Επίσης «δεν είναι σαφές ποιες ακριβώς είναι οι αρμοδιότητες ελέγχου της δήλωσης από τον συμβολαιογράφο, ούτε ποιο το µμέτρο της ευθύνης του»,για παράδειγμα αν μπορεί να ελέγξει την ορθότητα και την ακρίβεια των εγγράφων που κατατίθενται.

-για την δυνατότητα χορήγησης στοιχείων και πληροφοριών φορολογουμένων «σε τρίτους, κατόπιν αιτιολογημένης εισαγγελικής παραγγελίας, ότι δεν συντρέχει περίπτωση φορολογικού απορρήτου», παρατηρεί ότι «δεν αρκεί απλή στάθμιση του έννοµου συμφέροντος του αιτούντος, αλλά πρέπει να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά» στο νομοθέτημα που επιτρέπει την άρση του φορολογικού απορρήτου.

-προτείνει την αναδιατύπωση της ρύθμισης για την δυνατότητα χορήγησης στοιχείων και πληροφοριών φορολογουμένων σε πρόσωπα «που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, κατόπιν αιτήσεώς τους» με στόχο να διακριβωθεί η φορολογική ή η επαγγελματική υπόσταση άλλου φορολογουμένου που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. «Θα δημιουργήσει πολλά ερμηνευτικά προβλήματα κατά την εφαρμογή της», προειδοποιεί.

-τονίζει ότι «δεν προκύπτει ο λόγος της, κατ’ ουσίαν, κατάργησης του θεσμού του δικαστικού συμβιβασμού» για υποθέσεις για τις οποίες δεν προβλεπόταν διαδικασία ενδικοφανούς προσφυγής. Το αποτέλεσμα θα είναι «η αύξηση του αριθμού των φορολογικών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και η περαιτέρω επιβράδυνση της εκδίκασής τους», προειδοποιεί.

-τονίζει ότι η επιβολή ευνοϊκότερων κυρώσεων (προστίμων) σε περιπτώσεις πλαστών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης ή λήψης εικονικών ή ανακριβών φορολογικών στοιχείων, µη έκδοσης φορολογικών στοιχείων, και που διαπράχθηκαν έως την 26.7.2013, δεν μπορεί να συναρτάται µε την παραίτηση του φορολογουμένου από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια.

-ζητά να υπάρξει «ειδική αιτιολόγηση» από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι με τις ρυθμίσεις για τα φαρμακεία «εξασφαλίζεται η ορθολογική και ισόρροπη κατανομή των φαρμακείων σε ολόκληρη την χώρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο άμεσος και µε ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμός του συνόλου του πληθυσμού µε τα αναγκαία φάρμακα».

Keywords
Τυχαία Θέματα