«Σαν όνειρο» του Κωνσταντίνου Μανίκα

Τα πόδια του δέσμευαν την κάθε κίνηση σε ένα κυλιόμενο χαλί από άπιαστη άμμο και πυρωμένο χαλίκι. Ο ήλιος άρχιζε να παίρνει εκείνο το προκλητικά μπλαβιασμένο πρόσωπο της φοβισμένης μέρας μπρος στην αποφασιστικότητα της νύχτας. Γύρω του μια απέραντη ακτογραμμή, την οποία όσο κι αν έσπρωχνε τα βήματά του για να την προσεγγίσει εκείνη παρέμενε στωικά, βουβά στην ίδια ακριβώς απόσταση. Κανένας ήχος, καμιά παρουσία δεν διαπερνούσε το κενό της αμφιβολίας.

Κάποια στιγμή, ένας αδύναμος επαναλαμβανόμενος ήχος σαν μονότονη λευκή μελωδία από ξεχαρβαλωμένη βίδα ακούστηκε από

το βάθος του ορίζοντα. Τότε, λίγο λίγο, το σώμα του απέκτησε μια φευγαλέα ορμή αποκλειστικά προς εκείνη την κατεύθυνση.

Δεν άργησε να πλησιάσει σε ένα κτίριο με ψηλό πέτρινο φράχτη που, παρά την προφανή παλαιότητά του, έμοιαζε προσεκτικά συντηρημένος. Η έκπληξή του μόνιασε με τον θαυμασμό, καθώς ένας ανεμοδείκτης, καρφωμένος πάνω από αυτό που έδειχνε ως η κύρια είσοδος, πηγαινοερχόταν με ρυθμικό τρόπο αφήνοντας τον ίδιο διαπεραστικό ήχο που του τράβηξε εξαρχής την προσοχή.

Έσπρωξε την κεντρική πύλη κι αντί για έναν ανθισμένο περίβολο βρέθηκε μπροστά σε μια παλιά, βαριά, ξύλινη πόρτα. Σήκωσε το χοντρό μάνταλο. Το απόλυτο σκοτάδι χαράκωνε η παλλόμενη φλόγα μιας λάμπας πετρελαίου, κρεμασμένης δίπλα στο κούφωμα. Την πήρε στα χέρια του και σιγοπάτησε, αλλά πριν ολοκληρώσει το πρώτο βήμα κατρακύλησε σε πέντε σκαλοπάτια, βρίσκοντας ανώμαλη προσγείωση στο παγωμένο πάτωμα.

Δεν ένιωσε πόνο. Η σύγκρουση ενεργοποίησε μια ευεργετική δράση του αίματος, που πλημμύρισε τα κάτω μέλη του σώματος με μια μητρική θαλπωρή. Το φως έσβησε. Προχώρησε με σταθερή πατημασιά, χωρίς τρόμο, σε έναν μακρύ διάδρομο, που τελείωνε πάνω σε μια μεταλλική πόρτα. Μια πολύχρωμη δέσμη φωτός αποκάλυπτε εναλλάξ ακατάληπτες μορφές, κάτι ανάμεσα σε εξοργισμένο, χλευαστικό άνθρωπο και πρωτόγονες ζωώδεις φιγούρες, θυμίζοντας δωμάτιο πανικού.

Γύρισε το πόμολο και στο μικρό δωματιάκι που κρυβόταν πίσω του, ένα παιδικό τρενάκι έτρεχε στις πλαστικές ράγες με μια απόκοσμη βουή, σαν το ακλόνητο κλάμα της ορφάνιας. Τάχυνε την κίνησή του. Η μόνη έξοδος ένα στενό παραθυράκι, τόσο ψηλά στον τοίχο δεξιά του, που μετά βίας άγγιζαν τα χέρια του.

Κοντανασαίνοντας, με τρεμάμενα δάχτυλα επιχείρησε να το ανοίξει, αλλά δεν έβλεπε πουθενά το χερούλι. Το ψηλάφισε από άκρη σε άκρη ελπίζοντας για μια εσοχή, να βουτήξει η παλάμη του και να τραβήξει τα φύλλα σαν αγκίστρι, όμως απέμεινε μόνο με την ανάμνηση μιας ανάσας ελευθερίας.

Το χέρι σφίχτηκε σε μια αδέσμευτη γροθιά και χτύπησε ξανά και ξανά το θολό τζάμι. Σχεδόν είχε απελπιστεί, όταν πρόβαλε η πρώτη ρωγμή και παρά τον πόνο στα κόκαλα των δαχτύλων, που έμοιαζαν να θρυμματίζονται πιο γρήγορα από το γυάλινο παραπέτασμα, συνέχισε να βροντά με πυγμή συνοδεύοντας κάθε κτύπο με μια ανεξέλεγκτη ιαχή, όμοια με αυτές ζηλωτών μαχητών.

Δεν κατάλαβε πότε το χέρι διαπέρασε πλήρως την καταχνιά και μια ανάλαφρη δροσιά ζυμώθηκε με τις διάχυτες κηλίδες αίματος. Σαν από απρόκλητη έκρηξη το τζάμι κατέρρευσε κι ευθύς, με μια ευλυγισία που αγνοούσε, σφηνώθηκε στο μικρό πέρασμα και πιέστηκε με ένταση ισχυρότερη κι από πληγωμένο ταύρο σε αρένα.

Με ένα σάλτο βρέθηκε στην πλευρά του οικήματος έξω από τον φράχτη κι άρχισε να τρέχει με μανία, χωρίς να θέλει να ξεφύγει από κάτι, χωρίς να ψάχνει προορισμό, με μια αγωνιστική ικανοποίηση για την ίδια την ταχυπαλμία. Για πρώτη φορά δεν κοίταζε πουθενά αλλού πέρα από μπροστά, πιο μπροστά κι από το μπροστά, εκεί που φτάνει κι αναπαύεται το ανήσυχο βλέμμα. Μόνο φώναξε: «Κι αν είναι όνειρο, να μην τελειώσει ποτέ. Κι αν είναι όνειρο. Κι αν…»

Ο Κωνσταντίνος Μανίκας είναι συγγραφέας τριών μυθιστορημάτων κι έχει συμμετάσχει σε συλλογές διηγημάτων. Τα βιβλία του είναι: Στην ψυχή του ηγεμόνα (2016), Το τρίτο λάθος (2021), «Παραμύθια» από ένστικτο (2025)

Keywords
Τυχαία Θέματα