Δήμητρα Κωτούλα: «Λάμια»

Η Δήμητρα Κωτούλα ανήκει σε εκείνες τις σύγχρονες ποιητικές φωνές που μεθοδικά και αθόρυβα, με γυναικεία ευαισθησία, οικοδομούν έναν κόσμο όπου το συναίσθημα μετασχηματίζεται σε στοχασμό. Αν στην προηγούμενη συλλογή της (Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος, εκδ. Πατάκη, 2021) η ποιήτρια δοκίμαζε τα όρια της λευκής σελίδας, στη Λάμια (εκδ. Πατάκη, 2024) η γραφή της αποκτά πλήρη διαύγεια και ισορροπία. Πρόκειται για μια ποιητική μαρτυρία που μετατρέπει την ιδιωτική εμπειρία σε

συλλογικό βίωμα, καθώς μητρότητα, παιδικότητα και χρόνος συναρθρώνονται σε έναν ώριμο, συμπυκνωμένο και καθαρά διαμορφωμένο ποιητικό λόγο.

Η συλλογή διαρθρώνεται σαν μουσικό έργο –Πρελούδιο, A cappella, Αντιφωνία, Contra tempo, Rondo finale– και ολοκληρώνεται με ένα υστερόγραφο καλοκαιρινών «σημειώσεων». Στον πυρήνα της, η Λάμια χαρτογραφεί ποιητικά τη σχέση μητέρας και κόρης, και την αλλαγή του βλέμματος που φέρνει ο διαφορετικός ρυθμός της ζωής. Στο Πρελούδιο ή Προανάκρουσμα αποτυπώνεται η νέα πραγματικότητα: η μητέρα ανακαλύπτει ότι η κόρη γίνεται ο ρυθμιστής του κόσμου της. Στο A cappella ή χωρίς ορχήστρα και φωνές δεσπόζει η παιδική φωνή, καθαρή, αδιαμεσολάβητη, σαν σόλο που απλώνεται μέσα στη σιωπή. Η Αντιφωνία ή διαδοχική ανάπτυξη με χορωδία και σολίστα ανοίγει τον χώρο της συνύπαρξης, καθώς οι φωνές πολλαπλασιάζονται –μητέρα, παιδί, οικογένεια– και το ποίημα αποκτά τη δομή διαλόγου. Στο Contra tempo ή αντίστιξη, οι δυο τους, ο ρυθμός βαθαίνει και επιβραδύνεται· τα ποιήματα γίνονται πιο σωματικά, πεζόμορφα, καθώς εισχωρούν στην εύθραυστη υλικότητα του σώματος και στην περιοχή του φόβου της απώλειας. Το Rondo finale ή επιστροφή στην αρχή χωρίς καλλωπισμούς επιστρέφει στην αρχή, σαν μια ήρεμη επιβεβαίωση της παρουσίας του παιδιού. Η τελευταία ενότητα, Ύστερο Θέρος (Έντεκα σημειώσεις για το καλοκαίρι), λειτουργεί αντιστικτικά: η γραφή αποκτά πιο ερωτικό και αισθαντικό τόνο και τα ποιήματα διαποτίζονται από μια καλοκαιρινή αύρα, στην οποία κυριαρχεί το φως και η επιθυμία, ενώ στο βάθος υποβόσκει πάντα η σκιά του τέλους.

Ο τίτλος, με σαφή αναφορά στον Παλαμά, τον Καβάφη και τη λαϊκή φαντασιακή παράδοση, όπως υποδηλώνουν οι προμετωπίδες, αποδίδει στο παιδί διπλή υπόσταση, της Κόρης και της Μούσας, συνθέτοντας το τρυφερό με το ανοίκειο. Η Κωτούλα αξιοποιεί δημιουργικά τη διττή φύση της μυθικής και λαϊκής Λάμιας, της μορφής που συνδυάζει την ομορφιά με την υπόγεια απειλή. Η κόρη, λαμπερή και αθώα, γίνεται ταυτόχρονα πηγή τρυφερότητας και αγωνίας για όσα μπορεί να την απειλήσουν στο μέλλον, όταν η μητέρα δεν θα είναι πια εκεί. Παράλληλα, η Λάμια λειτουργεί και ως σύμβολο της ποιητικής ενέργειας: μιας αμφίθυμης δύναμης που απορροφά χρόνο, σκέψη και αφοσίωση. Η ποιήτρια-μάνα (ή μάνα-ποιήτρια) επεξεργάζεται δημιουργικά αυτό το διπλό πρόσωπο: η Λάμια δεν είναι μόνο το παιδί της· είναι ο πυρήνας ενός κόσμου, τον οποίο ανακατασκευάζει μέσω της γλώσσας.

Από τα πρώτα κιόλας ποιήματα της συλλογής, ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ έναν κόσμο λεπτομερειών, όπου η παιδική καθημερινότητα μετατρέπεται σε υπαρξιακή αλληγορία. Παιχνίδια, ήχοι, δωμάτια, αλάνα αποκτούν την υπόσταση μικρών αποκαλύψεων· η ποιήτρια παρατηρεί τα πάντα με τη διεισδυτική προσοχή που απαιτείται, ώστε να συγκρατηθούν στη ροή του χρόνου οι πολύτιμες στιγμές. Η Λάμια διαβάζεται έτσι και ως μια ποιητική απεικόνιση του παρόντος, προτού αυτό εξατμιστεί.

{jb_quote}Μητρότητα, παιδικότητα και χρόνος συναρθρώνονται σε έναν ώριμο, συμπυκνωμένο και καθαρά διαμορφωμένο ποιητικό λόγο.{/jb_quote}

Το πρώτο ποίημα, «Η εικόνα της», εισάγει αμέσως τον διπλό τόνο της συλλογής. Η κόρη λυσσομανάει/ σαν την άσπρη λιακάδα/ απέναντι στο παράθυρο. Το παιδί παρουσιάζεται ως πηγή φωτός και ταυτόχρονα ως ομορφιά που εμπεριέχει υποψία απειλής, μια μορφή που φωτίζει και συγχρόνως αναστατώνει. Σ’ αυτή την «άσπρη λιακάδα» θεμελιώνεται ολόκληρη η συλλογή: το παιδί γίνεται ο φακός που ομορφαίνει τον κόσμο και παράλληλα τον αποσταθεροποιεί. Στο ποίημα «Κούκλες», η παιδικότητα αποκτά μεταφυσική διάσταση και η παιδική αθωότητα συναντά το θαυμαστό και το ανοίκειο: Το ίδιο ελπίζεις και για τη νεκρή αυτή ύλη/ που εκτίθεται γυμνή μπροστά σου./ Ελπίζεις ότι στην ασυνάρτητη αυτή συναρμογή/ τ’ άψυχα μέλη θα ηχήσουν ξανά/ ήχους εξαίσιους σαν οπώρες/ βγαλμένους κατευθείαν/ απ’ την καρδιά της άνοιξης/ φέρνοντας σε αμηχανία/ εκείνο πίσω τους που τα κινεί.

Η μητρότητα έτσι δεν παρουσιάζεται ως εξιδανικευμένος ρόλος. Είναι ένας τόπος αγωνίας και δοκιμασίας, όπου η απώλεια προβάλλει ως ενδεχόμενο. Στο συγκλονιστικό ποίημα «Επέμβαση», το παιδί προετοιμάζεται για χειρουργείο· η μητέρα στέκει αδύναμη, μετέχοντας στον πόνο του σώματος και συνειδητοποιώντας το τέλος. Εδώ ακριβώς όμως βρίσκεται και η δύναμη της ποιήτριας: στη μεταμόρφωση της αγωνίας και της τρυφερότητας σε στοχασμό, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Η επίγνωση του εφήμερου, του παιδιού που μεγαλώνει, του σώματος που φθείρεται, του θανάτου που προαισθάνεται μελλοντικά, διαπερνά τη συλλογή από την αρχή ως το τέλος: Ξέρεις ότι αναγκαστικά το πρόσωπό σου/ –χώμα στο χώμα–/ μια μέρα θα διαλυθεί/ κι η μαμά δεν θα είναι τότε εκεί/ να νανουρίσει ένα ένα/ τα κομμάτια του. Η συνάντηση του αμείλικτου χρόνου με τη μητρική αγάπη γεννά έναν λυρισμό ήπιο, ώριμο, εσωτερικό.

Ο χρόνος είναι άλλωστε ένας από τους πιο σταθερούς άξονες της ποιητικής συλλογής. Στο «Πάρτι γενεθλίων», τα γενέθλια του παιδιού οδηγούν σε μια από τις πιο απλές και εύστοχες διατυπώσεις: Σκέφτομαι τον χρόνο/ Σκέφτομαι τον χρόνο/ σαν κάτι που δεν αντέχεται μακριά σου. Η Κωτούλα μιλά όχι φιλοσοφικά, αλλά βιωματικά. Ο χρόνος δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια· είναι μια ανησυχία που φωλιάζει μέσα στην αγάπη και τον φόβο της απουσίας.

Στον «Πρισματικό κύβο», η σκηνή του παιχνιδιού στο πάτωμα μεταπλάθεται σε στοχασμό πάνω στον χρόνο και στη μυστική μετάβαση της στιγμής σε ανάμνηση. Τα αντικείμενα –κύβοι, παιχνίδια, χρώματα– αποκτούν υπόσταση προσωποποιημένη· μέσα από την αθωότητα του παιχνιδιού αναδύεται η αίσθηση του πεπερασμένου, σαν να κουβαλά η χαρά τον σπόρο της μνήμης. Οι στίχοι με τη θλίψη πως είναι κιόλας/ ιστορία ή ποίηση/ να μαίνεται εδώ μες στο δωμάτιο συνοψίζουν την αίσθηση του χρόνου που περνά και μετασχηματίζει κάθε οικείο στιγμιότυπο σε θραύσμα ζωής. Το παιδί παίζει, και την ίδια στιγμή η μητέρα αντιλαμβάνεται πως ό,τι βλέπει γίνεται ήδη παρελθόν, υλικό ποίησης. Η Κωτούλα υμνεί έτσι τη σπουδαιότητα του εφήμερου, δείχνοντας πως η πραγματική διάρκεια κρύβεται στις πιο μικρές καθημερινές πράξεις, στις στιγμές που, σχεδόν απαρατήρητα, συνθέτουν τη ζωή μας.

Η σχέση μητέρας-κόρης διατρέχει τη συλλογή σαν μια ήρεμη, αμοιβαία συνομιλία, όπου η μία ύπαρξη καθρεφτίζει και συμπληρώνει την άλλη. Η μητέρα κινείται ανάμεσα στην παρατήρηση και τη συμμετοχή, μοιραζόμενη στιγμές που ταλαντεύονται ανάμεσα στη γλύκα του παρόντος και στη συναίσθηση της μοναδικότητάς τους. Διάσπαρτες εικόνες από την καθημερινότητα του παιδιού –το σχολείο, η επαφή με τη φύση, οι πρώτες λέξεις, ο ύπνος, τα παιχνίδια με τις κούκλες, η βραδινή προσευχή, τα παραμύθια, οι κούνιες, τα οικεία πρόσωπα της μητέρας, του παππού, της θείας– λειτουργούν ως μικροί πυρήνες αφήγησης. Όλες αυτές οι σκηνές, όσο αυτόνομες κι αν φαίνονται, συνδέονται με έναν ενιαίο άξονα: την προσπάθεια της μητέρας να συλλάβει, να συγκρατήσει και τελικά να μετασχηματίσει σε ποίηση το εφήμερο της παιδικής ζωής.

Τα ποιήματα της ενότητας Ύστερο Θέρος (Έντεκα σημειώσεις για το καλοκαίρι) φωτίζουν μια διαφορετική διάσταση του έρωτα: τον σωματικό πόθο. Οι στίχοι γίνονται πυκνότεροι, στοχαστικότεροι, με μια εσωτερική ένταση που θυμίζει, σε κάποιες στιγμές, την αποφθεγματική λιτότητα της Δημουλά ή του Φωστιέρη. Στα έντεκα αυτά ποιήματα, το καλοκαίρι λειτουργεί ως χρόνος γλυκιάς ραστώνης, όπου το ποιητικό υποκείμενο αποδεσμεύεται στιγμιαία από τη μητρική επαγρύπνηση και στρέφεται προς το σώμα και την επιθυμία. Χαρακτηριστικό δείγμα της ενότητας είναι το ποίημα VII, όπου η γραφή διασπάται σε κοφτούς στίχους που μοιάζουν με ασθματικές ανάσες: σαν να βρίσκει τη θάλασσα// υψίπεδο/ κι ανεβαίνεις/ με γλώσσα/ αποφασισμένη/ με σπασμένο/ το γυάλινο ποτήρι/ του ακατανόητου/ μες στα χέρια σου/ δεν έχουμε άλλη μουσική/ από τις αυλακιές/ που αφήνει ο ήλιος/ στον καθρέφτη/ του μαρμάρου/ μέσα στην καλοκαιρινή/ λιακάδα/ σε κοιτώ/ και το βλέμμα μου// σαν να βρίσκει τη θάλασσα.

{jb_quote}Μια συλλογή που μεταμορφώνει τη μητρική στοργή σε ποίηση και αναδεικνύει την κρυμμένη ένταση και το αθέατο βάθος της καθημερινότητάς μας.{/jb_quote}

Το ποίημα ανοίγει και κλείνει κυκλικά με την ίδια φράση, «σαν να βρίσκει τη θάλασσα», δημιουργώντας μια κίνηση παλίρροιας. Η μορφή του, με μονολεκτικούς ή δισύλλαβους στίχους, αποδίδει την αργή, ανηφορική προσέγγιση (υψίπεδο/ κι ανεβαίνεις/ με γλώσσα/ αποφασισμένη). Η γλώσσα λειτουργεί ταυτόχρονα ως όργανο επιθυμίας και ως φορέας μιας διεκδικητικής απόφασης. Το σπασμένο/ γυάλινο ποτήρι/ του ακατανόητου συμβολίζει το εύθραυστο, το διαφανές, το επικίνδυνο, εισάγοντας μια ρωγμή στη σχέση. Η επιθυμία γίνεται τότε δύναμη που φωτίζει το ακατανόητο, έστω για μια στιγμή. Οι στίχοι δεν έχουμε άλλη μουσική/ από τις αυλακιές/ που αφήνει ο ήλιος/ στον καθρέφτη/ του μάρμαρου συνθέτουν όλες τις αισθήσεις σε μουσικό κρεσέντο. Οι «αυλακιές» του ήλιου πάνω στο μάρμαρο γίνονται ρυθμός, ένα εικαστικό ανάγλυφο της επιθυμίας. Η κορύφωση έρχεται στη λιτή εικόνα σε κοιτώ/ και το βλέμμα μου// σαν να βρίσκει τη θάλασσα, όπου το βλέμμα ανακαλύπτει την έκσταση, την ηρεμία, την απέραντη ομορφιά.

Το ποίημα –και μαζί του όλη η ενότητα– συνδέεται νοηματικά με το πρώτο μέρος της συλλογής: η ομορφιά συναντά τη διάβρωση, το φως, τη σκιά. Η λιακάδα και το παιχνίδι, ήδη παρόντα στην παιδική ενότητα, επιστρέφουν εδώ μεταμορφωμένα, καθώς η επιθυμία γίνεται κι αυτή ένας τρόπος να αναμετρηθεί το υποκείμενο με τον χρόνο και τη φθορά.

Συνολικά, η Κωτούλα επιτυγχάνει έναν ιδιαίτερα απαιτητικό στόχο: γράφει για τη μητρότητα χωρίς να εγκλωβίζεται στον συναισθηματισμό, για το παιδί χωρίς να το εξιδανικεύει, για τον χρόνο χωρίς να τον υπερφορτώνει με στοχαστικότητα. Ο λόγος της παραμένει συγκρατημένος, καθαρός, προσανατολισμένος στην εικόνα, με μια εσωτερική θερμοκρασία που στηρίζεται στη λεπτομέρεια, ενώ μέσα από αυτή διαφαίνεται μια υποδόρια μεταφυσική ακτίνα. Οι στίχοι της είναι πειθαρχημένοι, με ρυθμικές αναπνοές και σωστές παύσεις, και η συντακτική οικονομία συναντά έναν ήπιο και ισορροπημένο ρεαλισμό. Η Λάμια είναι, τελικά, μια συλλογή που μεταμορφώνει τη μητρική στοργή σε ποίηση και αναδεικνύει την κρυμμένη ένταση και το αθέατο βάθος της καθημερινότητάς μας.

Λάμια
Δήμητρα Κωτούλα
Εκδόσεις Πατάκη
88 σελ.
ISBN 978-618-07-0998-8
Τιμή 11,10€

Keywords
δημητρα, το φως, διαυγεια, contra, νέα, καλοκαιρι, φως, αφοσίωση, αθωότητα, γυμνες, προβάλλει, θλίψη, συμμετοχή, vii, σελ, παγκόσμια ημέρα της γυναίκας 2012, Πρώτη ημέρα του Καλοκαιριού, η ημέρα της γης, Ημέρα της μητέρας, τελος του κοσμου, μιλα, θλίψη, γλυκα, εικονες, θαλασσα, ιχνος, μητερα, οικονομια, ομορφια, παιχνιδια, ποιηματα, ρυθμος, στιχοι, υστερογραφο, φως, αγαπη, αθωότητα, αμοιβαια, αξονες, απωλεια, αυρα, αφοσίωση, βιωμα, βλεμμα, βρισκεται, γινεται, γινονται, γλωσσα, δυναμη, δομη, δειγμα, διπλο, δωματια, εκσταση, επιθυμια, ερχεται, ευθραυστο, ζωη, ζωης, ιδια, ιδιο, ηρεμια, ηχοι, θυμιζει, εικονα, ηπιο, υπνος, ισορροπια, εκδοσεις, κινηση, λογο, μακρια, μαμα, μορφη, προβάλλει, παντα, ποιηση, ποιημα, ορια, παραμυθια, παιδι, πηγη, ροη, ρωγμη, σελ, συμμετοχή, σιωπη, σκηνες, σωμα, σχολειο, τιμη, το φως, τιτλος, φαινονται, φυση, φθορα, φωνη, χρονος, χαρα, ανηκει, δωματιο, φακος, γυαλινο, ιδιαιτερα, καρδια, λεξεις, μπροστα, ορχηστρα, παιχνιδι, θερος, σκηνη, θερμοκρασια, υλικο, vii, χερια
Τυχαία Θέματα