Ανδρέας Καρκαβίτσας: «Ο Ζητιάνος»

Η εκτενής και εμπεριστατωμένη Εισαγωγή με τον τίτλο «Η οριακή δεκαετία του 1880 και η ομόλογη γενιά. Ένας νέος διαφωτισμός αρχίζει», που δίνει εν εκτάσει τα χαρακτηριστικά της γενιάς του 1880, ανήκει στον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα, ο οποίος έχει και τη συνολική εποπτεία της σειράς του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων με τα έργα του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Ο καθηγητής θεωρεί ότι στη δεκαετία του 1880 επήλθαν πολλές σημαντικές αλλαγές, και στα πολιτικά και στα πολιτισμικά πράγματα της χώρας, που επέτρεψαν μια νέα εξόρμηση.

Οι συγγραφείς αυτής της γενιάς απομακρύνθηκαν από τα ρομαντικά και πομπώδη πρότυπα της Ευρώπης και, κυρίως, της Γαλλίας, και στράφηκαν προς τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και τα προβλήματά της. Ο Δημαράς είδε το φαινόμενο σε απόλυτη αντιστοιχία με τις κοινωνικές εξελίξεις και ως καινούρια ελληνική εξόρμηση.

Για τη σύνταξη αυτής της Εισαγωγής ο Γιάννης Παπακώστας στηρίχτηκε σε πρωτογενείς πηγές, ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, αλλά και στον δημόσιο διάλογο. Φορέας αυτής της εξόρμησης ήταν ο Τύπος, ημερήσιος και περιοδικός, όπου διαμορφώθηκαν οι νέες τάσεις και τα λογοτεχνικά ρεύματα με τα οποία συνδέθηκε ο αφηγηματικός λόγος, και ειδικά το διήγημα. Ονόματα των συγγραφέων και τίτλοι έργων κατατίθενται προς επαλήθευση. Ανάμεσα στα περιοδικά που συνέβαλαν σ’ αυτή την εξόρμηση ξεχωρίζει η Εστία, την οποία ο Παπαδιαμάντης ονόμαζε «μονάκριβον περιοδικόν», μέσω του οποίου από τη σατιρική δημοσιογραφία περάσαμε στη σοβαρή λογοτεχνία, όπως έλεγε ο Γεώργιος Δροσίνης, και από τις στήλες του παρήλασαν οι καλύτεροι της λογοτεχνικής παραγωγής. Και το διήγημα αναδείχτηκε ως το καταλληλότερο είδος για την απεικόνιση ρεαλιστικών και νατουραλιστικών σκηνών.

Στο επίσης εκτεταμένο Επίμετρο, ο Λάμπρος Βαρελάς, που έχει επιμεληθεί και το κείμενο και έχει συνθέσει το γλωσσάρι, θα μας δώσει μια εμπεριστατωμένη μελέτη. Ο Βαρελάς θεωρεί τον Ζητιάνο ως το καλύτερο μυθιστόρημα του Καρκαβίτσα, που κυκλοφορήθηκε μετά τα Διηγήματα (1892) και τη Λυγερή (1896) και για την ολοκλήρωσή του απαιτήθηκε μακρά κυοφορία και επεξεργασία. Παρουσιάστηκε σε 54 συνέχειες στην Εστία το 1896. Ο Καρκαβίτσας εμπνεύστηκε την ιστορία από τη θητεία στην Άμπλιανη, όπου εργάστηκε ως γιατρός. Με δεδομένο τον ατυχή πόλεμο του 1897 και τους πρόσφυγες που βρήκαν καταφύγιο στην Αθήνα, ο Ζητιάνος θύμισε στο αναγνωστικό κοινό «οικεία κακά». Οι κολίγοι της Θεσσαλίας κατάντησαν ζητιάνοι στην Αθήνα μετά την εθνική ήττα και ο Ζητιάνος απέκτησε έναν σημαντικό συμβολισμό. Η κριτική υποδέχτηκε το έργο με επαίνους, συνέκριναν τον Καρκαβίτσα με τον Ζολά, ύμνησαν τη δημοτική γλώσσα, ενώ άλλοι έκριναν πως βαραίνει το λαογραφικό στοιχείο στη λογοτεχνία.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται η άθλια ζωή των κολίγων και η άγρια εκμετάλλευσή τους από τους τσιφλικάδες που πήραν τη γη από τους αποχωρούντες Τούρκους· έτσι, το έργο απέκτησε επικαιρότητα, και λόγω των πολιτικών προτάσεων εκ μέρους βουλευτών για τα θεσσαλικά θέματα, τα οποία προτάθηκαν για τη βελτίωση της ζωής των αγροτών του θεσσαλικού κάμπου. Ωστόσο, οι αντιδράσεις ήταν πολλές από τους έχοντες συμφέροντα, είτε γιατί οι ίδιοι ήταν μεγαλοκτηματίες είτε γιατί πιέζονταν από μεγαλοκτηματίες. Και, φυσικά, το πολύ ενδιαφέρον θέμα είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι, οι Κραβαρίτες ή ζητιάνοι, οι οποίοι εκπαιδεύονται στη ζητιανιά. Ο Βαρελάς κάνει εξαντλητική μελέτη πάνω στις πηγές, στα αληθινά γεγονότα αλλά και σε ξένους συγγραφείς που αναφέρουν παρόμοιες ανθρώπινες συμπεριφορές.

{jb_quote}Έγραψε αυτό το έργο όχι για να περιγράψει τη δύσκολη ζωή των κατοίκων του θεσσαλικού κάμπου, αλλά για να μιλήσει για την κακοδαιμονία του Έλληνα.{/jb_quote}

Ο ήρωας του έργου, ο Τζιριτόκωστας, είναι γέννημα του τόπου του. Υποστηρίζεται σοβαρά ότι «ο τόπος και το φυσικό περιβάλλον διαμορφώνουν τον άνθρωπο», αντίληψη την οποία ασπάζεται και ο Καρκαβίτσας και την υπερασπίζεται με έμφαση στον Ζητιάνο. Στατιστικές μελέτες αποδεικνύουν τον ρόλο της κληρονομικότητας. Η Τζίνα Πολίτη διάβασε τον Ζητιάνο δαρβινικά, μίλησε για φυσική επιλογή και επιβίωση των ικανοτέρων. Ο μελετητής βεβαίως αναφέρει κάθε σχετική θεωρία και διαδομένη αντίληψη. Το φυσικό περιβάλλον μιας περιοχής, ναι, διαμορφώνει τον χαρακτήρα, γι’ αυτό οι Κραβαρίτες του Καρκαβίτσα «έχουν μακριά χέρια και δάχτυλα από τη συνήθεια των προγόνων τους να τα τεντώνουν και να επαιτούν». Οι επιστημονικές θεωρίες της επίδρασης της φύσης –η Φύση είναι Θεός– κυκλοφορούσαν ευρέως τον 19ο αιώνα.

Τι είναι τελικά ο Ζητιάνος και γιατί γίνεται αυτός ο κεντρικός ήρωας του έργου; Τι ήθελε να πει ο Καρκαβίτσας; Τον θεώρησε αντιπροσωπευτικό σύμβολο του Νεοέλληνα, που νοιάζεται μόνο για το προσωπικό του συμφέρον και δεν διστάζει προ ουδενός, ή είναι μετάλλαξη του ομηρικού έξυπνου και πανούργου Οδυσσέα; Ο άλλος ήρωας, ο Βαλαχάς, είναι μόρφωμα της κομματοκρατίας στην Ελλάδα. Φαίνεται, συμπεραίνει ο Βαρελάς, πως ο Καρκαβίτσας έγραψε αυτό το έργο όχι για να περιγράψει τη δύσκολη ζωή των κατοίκων του θεσσαλικού κάμπου, αλλά για να μιλήσει για την κακοδαιμονία του Έλληνα και να ενισχύσει τις απόψεις του με τις φυσιοκρατικές ιδέες που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή. Συμπεραίνει ακόμα ότι ο Καρκαβίτσας απεχθάνεται ό,τι δεν μπορεί να υπηρετήσει την εθνική ιδέα και ότι ο μεγαλοϊδεατισμός του τον κάνει να βλέπει χωρίς συμπάθεια τους κατοίκους του κάμπου που δεν αντιστάθηκαν στους Τούρκους, όπως έκαναν οι άλλοι αγωνιστές που ανέβηκαν στα βουνά. Εξ ου και η αγάπη του για τα βουνά, σύμβολα εθνικής αντίστασης και ελευθερίας, ενώ ο κάμπος είναι συνδεδεμένος με την υποταγή…

Ο Τζιριτόκωστας, λοιπόν, ο Ζητιάνος, είναι δάσκαλος της ζητιανιάς. Δεν παραιτείται, δεν δείχνει φόβο παρά μόνο κακομοιριά για να τον λυπηθούν. Έχει σχολή με παιδιά πολλά, τα οποία εκπαιδεύει πώς το καθένα να έχει και ένα σωματικό ελάττωμα. Ο ίδιος από δεκάχρονος ακόμη είχε εφεύρει νέους αλλόκοτους βηματισμούς για τον κουτσοκουλόσταυρο χορό, είχε μάθει ζητιάνικα τραγούδια, είχε κρεμασμένα στο σπίτι του τα μπαστούνια της ζητιανιάς, καθένα και μια ιστορία «καλύτερη από το δόρυ του Αχιλλέα». Κι ο Τζιριτόκωστας, ποντάροντας στην αφέλεια των αγράμματων ανθρώπων, με μάγια, με μαντζούνια, με σκόνες, με πλασματική αναπηρία, κατάφερνε να γεμίζει με χρυσάφι το μπαστούνι του, που το είχε μετατρέψει σε ασφαλέστατο κινητό θησαυροφυλάκιο.

Η συμφορά που θα προκαλέσουν ο Βαλαχάς από τη μια και ο Ζητιάνος από την άλλη, η άγνοια, η προκατάληψη και η αφέλεια των χωρικών, το συμφέρον και η εκμετάλλευση των ισχυρών, θα μοιάζει με τη συντέλεια του κόσμου. Στο τέλος, ο Τζιριτόκωστας θα εξαφανιστεί μέσα στη θαλερή φύση: «Η κοιλάδα πρόθυμη εδέχτηκε τον ζητιάνο στους υγρούς και μαλθακούς κρυψώνες της, όπως δέχεται τόσα πανούργα ερπετά και παράσιτα… ίση δείχνοντας αγάπη και στου Κάη τους καρπούς και στα πρωτοτόκια του Άβελ».

Ο Ζητιάνος, από τη σειρά «Ανδρέας Καρκαβίτσας»,με την εμπεριστατωμένη γενική Εισαγωγή του έχοντος την εποπτεία καθηγητή Γιάννη Παπακώστα, το αφήγημα του Καρκαβίτσα με το γλωσσάρι του και το εξονυχιστικό Επίμετρο του Λάμπρου Βαρελά, ανανεώνει το ενδιαφέρον μας για την παλαιότερη πεζογραφία με την επιμελημένη εικόνα του από τις ιστορικές εκδόσεις του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων.

Ο Ζητιάνος
Ανδρέας Καρκαβίτσας
Επιμέλεια κειμένου – Επίμετρο – Γλωσσάρι: Λάμπρος Βαρελάς
Φιλολογική εποπτεία – Εισαγωγή: Γιάννης Παπακώστας
Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων
368 σελ.
ISBN 978-618-5683-26-9
Τιμή €18,00

Keywords
Τυχαία Θέματα