C.J. Tudor: «Η αναμέτρηση»

«Ερχόταν θύελλα, κάτι άσχημο στην ατμόσφαιρα... Είχαν επιστρέψει. Η ιστορία ετοιμαζόταν να επαναληφθεί». Από την αρχή του βιβλίου Η αναμέτρηση της Σι Τζέι Τιούντορ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη, διαπιστώνουμε ότι κάτι κακό έχει συμβεί στο παρελθόν και ετοιμάζεται να ξανασυμβεί. Η κατάσταση του πτώματος ενός νεαρού αγοριού το αποδεικνύει. «Παρατήρησε τον λαιμό του.

Ένα συνονθύλευμα από ξεσκισμένο δέρμα και τένοντες. Υπήρχε αίμα γύρω από το πρόσωπο και στο πάνω μέρος του φούτερ, όχι όμως όσο θα δικαιολογούσε μια τέτοια πληγή στον λαιμό».

Το πλαίσιο της ιστορίας δεν είναι από την αρχή ξεκάθαρο, καθώς η Μπάρμπαρα καταφτάνει στο Ντέντχαρτ, στην παγωμένη Αλάσκα, για να ερευνήσει τον φόνο ενός αγοριού. Έναν φόνο που όλοι οι κάτοικοι της πόλης φαίνεται να ξέρουν ποιος τον έκανε. Κάποιος από την Αποικία. Για τους κατοίκους δεν φαίνεται να έχει σημασία ποιος συγκεκριμένα. Από τη στιγμή που είναι από την Αποικία, πρέπει να εγκριθεί η εξόντωση.

Η συγγραφέας «παίζει» με τον αναγνώστη, δίνοντας σιγά σιγά τις πληροφορίες για τον κόσμο που έχει δημιουργήσει σε μια ιστορία που φαντάζει ρεαλιστική, καθώς η Μπάρμπαρα βλέπει την ξύλινη ταμπέλα στην άκρη του δρόμου «Ντέντχαρτ, Κάτοικοι 673» και κάποιος έχει προσθέσει τη λέξη «ζωντανοί»· η «δαγκωγιατρός», όπως θα την αποκαλέσουν, παραλείποντας τον επίσημο τίτλο της, «ιατροδικαστής βαμπιρικής ανθρωπολογίας και υπαστυνόμος στο Ανθρωποκτονιών», η οποία έχει κληθεί περισσότερο για να εγκρίνει την εξόντωση και λιγότερο για να βρει τι συνέβη. Και σιγά σιγά ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι στην Αποικία δεν μένουν απλώς απόκληροι, κάποιοι που η πόλη είναι έτοιμη να τους ρίξει το φταίξιμο για τον θάνατο του αγοριού, όπως είχε συμβεί και πριν από 25 χρόνια όταν ένα άλλο αγόρι είχε πεθάνει, αλλά πρόκειται για βαμπίρ.

Ζοφερό το περιβάλλον παρά τους φωτεινούς αγιοβασίληδες και τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, πολύ πριν από την έλευση των γιορτών. Η Μπάρμπαρα, αναγκασμένη να τρώει τάρανδο, το φαγητό που προσφέρεται κυρίως στην πόλη, θα νιώσει από την αρχή ανεπιθύμητη καθώς γίνεται φανερό ότι δεν θα επιτρέψει την εξόντωση, εάν δεν βεβαιωθεί για το ποιος είναι στην πραγματικότητα ο ένοχος. Η Αποικία εξάλλου έχει τους δικούς της κανόνες, τον δικό της ηθικό κώδικα, στον οποίο δεν επιτρέπονται οι δολοφονίες, εκτός εάν είναι στο πλαίσιο Αναμέτρησης. Εκεί όπου οι δύο κοινωνίες, των ανθρώπων και των βαμπίρ, θα μετρήσουν τις δυνάμεις τους, κάτι που κάποιοι επιδιώκουν να συμβεί, ενώ οι χιονοπτώσεις αποκλείουν την πόλη από τον υπόλοιπο κόσμο.

Η συγγραφέας φτιάχνει τον δικό της κόσμο στην παγωμένη Αλάσκα, όπου υπάρχουν Αποικίες βαμπίρ και νόμοι που πλέον προστατεύουν τα βαμπίρ, σε αντίθεση με τα παλαιότερα χρόνια, που ήταν θεμιτό να κυνηγάς βαμπίρ και να βάζεις τα κεφάλια τους ως τρόπαιο στον τοίχο σου.

{jb_quote}Μέσα από μια αστυνομική ιστορία που φλερτάρει με το φανταστικό, γράφει ένα βιβλίο για τον ρατσισμό, με έμφαση στις δικαιολογίες που υιοθετούν οι ρατσιστές για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους.{/jb_quote}

Η Αποικία έχτισε τον καταυλισμό από το μηδέν... Είχαν βρει ένα μέρος όπου μπορούσαν να ζουν ανενόχλητοι. Όπως και έκαναν, για σχεδόν διακόσια χρόνια. Όμως δεν γινόταν να διαρκέσει για πάντα. Οι άνθρωποι ήταν σαν την πανούκλα. Μόλυναν τα πάντα... Η Αποικία εξορίστηκε από τον καταυλισμό στο δάσος. Όμως ούτε αυτό ήταν αρκετό για τους ανθρώπους. Ακολούθησαν οι κυνηγετικές ομάδες.

Οι νόμοι, βέβαια, εύκολα καταπατούνται από τους ανθρώπους και οι Αρχές παραβλέπουν συχνά τις δολοφονίες βαμπίρ. Συγχρόνως, η ανθρώπινη εγκληματικότητα εκτείνεται έως την παράνομη πώληση βαμπιρικών αντικειμένων, καθώς συλλέκτες ζητάνε μαλλιά νεαρού βαμπίρ, δάχτυλα ή κεφάλι. Από την άλλη, το παράνομο εμπόριο έχει διπλή κατεύθυνση, καθώς και τα βαμπίρ δεν λένε όχι για λίγο ανθρώπινο αίμα.

Στον κόσμο του μυθιστορήματος, τα βαμπίρ μπορούν να γεννηθούν από γονείς βαμπίρ ή να προέλθουν από μεταστροφή ανθρώπων που είτε επιθύμησαν να ζήσουν για αιώνες, είτε άλλαξαν παρά τη θέλησή τους. Ζούνε, μεγαλώνουν και πεθαίνουν, μόνο που αυτό μπορεί να πάρει αιώνες ώσπου να γίνει. Τραγικό το γεγονός ότι ένα βαμπίρ μπορεί να παραμείνει ετοιμοθάνατο για πάρα πολλά χρόνια, αφού όλα συμβαίνουν με αργό ρυθμό στη ζωή τους. Φαίνεται παράξενο ότι παρά τις δυνάμεις που έχουν, ζουν ως εξόριστοι, αφήνοντας τους ανθρώπους να κυριαρχούν. Τους ανθρώπους που διαθέτουν την τεχνολογία που τους στερούν, αφήνοντάς τους να ζουν χωρίς μόρφωση και πρόσβαση στην εργασία. Η συγγραφέας αποτυπώνει σε έναν μη πραγματικό κόσμο μια ρεαλιστική συνθήκη, όπου οι λευκοί, παρότι λιγότεροι σε πληθυσμό, στερώντας σε άλλους λαούς την πρόσβαση στην τεχνολογία τους, μπόρεσαν για αιώνες να τους καταπιέζουν.

Η Τιούντορ, μέσα από μια αστυνομική ιστορία που φλερτάρει με το φανταστικό, γράφει ένα βιβλίο για τον ρατσισμό, με έμφαση στις δικαιολογίες που υιοθετούν οι ρατσιστές για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Άνθρωποι και βαμπίρ θα μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά αν δεν υπήρχε μίσος μεταξύ τους, που πηγάζει από τον τρόπο που έχουν φερθεί οι άνθρωποι στα βαμπίρ. Μήπως όμως άνθρωποι και βαμπίρ μοιάζουν περισσότερο από όσο θα ήθελαν; Εξάλλου, πολλά βαμπίρ υπήρξαν άνθρωποι και ίσως δεν τους είναι δύσκολο να κρύψουν τη φύση τους.

Η συγγραφέας φτιάχνει τα δικά της βαμπίρ διαφορετικά από άλλες παρόμοιες ιστορίες και σκιαγραφεί ιδιαίτερα ενδιαφέροντες ήρωες, όπως την αρχηγό των βαμπίρ, την Αθελίντα, η οποία έχει παγιδευτεί για αιώνες σε σώμα μικρού κοριτσιού, τον αστυνόμο που είχε αναλάβει την υπόθεση του άλλου δολοφονημένου αγοριού πριν από 25 χρόνια, τον Μπο, έναν ηλικιωμένο που ακούει ψιθύρους από τα βαμπίρ που κοσμούν τον τοίχο του, τη δήμαρχο, γέννημα θρέμμα της πόλης, την εντυπωσιακή Αιδεσιμοτάτη που προσπαθεί για τη διάλυση της Αποικίας, τον γιατρό, που μοιάζει παράξενη η επιλογή του να ζήσει στο απομονωμένο αυτό μέρος. Μια πόλη όπου τα πτώματα φυλάσσονται στον καταψύκτη του εστιατορίου, όχι μόνο επειδή εκεί κάνει πιο πολύ κρύο αλλά και για λόγους ασφαλείας, αφού ο καταψύκτης δεν ανοίγει από μέσα, κάτι που θα διαπιστώσει υπό τραγικές συνθήκες η Μπάρμπαρα, συνειδητοποιώντας συγχρόνως τι σημαίνει για «λόγους ασφαλείας».

Παράλληλα με την κύρια ιστορία εξελίσσεται και η ιστορία ενός κοριτσιού, φυλακισμένου για δεκαετίες προκειμένου να προστατευτεί, από ό,τι λέει η Δεσμοφύλακάς του, ενός κοριτσιού που η ταυτότητά του αποτελεί άλλη μια ανατροπή του βιβλίου. Ανατριχιαστική και η ιστορία για το «Σπίτι των Οστών» όπου κρύβεται η λύση για τις δολοφονίες, παρότι το σπίτι, όπου κρατούνταν παρά τη θέλησή τους βαμπίρ κοπέλες, έχει δεκαετίες που καταστράφηκε.

Μέσα από μια αστυνομική ιστορία, όπου όμως τα δεδομένα και τα στοιχεία μπορεί να απλώνονται σε αιώνες, όπως και η ζωή μερικών από τους πρωταγωνιστές, στήνεται μια ιστορία γεμάτη αγωνία και ανατροπές, που προβληματίζει τελικά όχι για τη φύση των βαμπίρ που αναλύεται, αλλά για την πραγματική φύση των ανθρώπων. Ένα βιβλίο για το καλό και το κακό, καθώς και για το πώς το καθένα από αυτά μπορεί να κρύβεται πίσω από πρόσωπα που δεν το περιμένεις.

Η αναμέτρηση
C.J. Tudor
μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης
Κλειδάριθμος
440 σελ.
ISBN 978-960-645-797-5
Τιμή €17,70

Keywords
Τυχαία Θέματα