Πώς η «πριγκίπισσα» Ράνια άγγιξε τον Γαβριήλ

Πρωινό καθημερινής. Μια όμορφη ψηλή γυναίκα με ξανθά μαλλιά και μεγάλο χαμόγελο περπατά με βήμα χαλαρό στο κέντρο της Αθήνας. Η εικόνα της μοιάζει ξένη, αλλόκοτη, σαν σκηνικό παράταιρο στο θέατρο του αθηναϊκού παραλόγου όπου όλοι κινούνται βιαστικά.

Σε κάποια στιγμή σταματά για λίγο έξω από το κατάστημα της Kathy Heyndels επί της οδού Αθηναΐδος, χαζεύει ασυναίσθητα το είδωλό της στη μεγάλη βιτρίνα, «στροβιλίζει» την εικόνα της σ' ένα

κατάλευκο φόρεμα και περνά αποφασιστικά την πόρτα του Οίκου. «Καλημέρα σας», λέει στον ιδιοκτήτη του καταστήματος Γιάννη Τόγκο «Θα ήθελα, παρακαλώ, να με βοηθήσετε να επιλέξω ένα νυφικό... Οχι κάτι κλασικό, αλλά ένα φόρεμα που να παραπέμπει σε νυφικό. Παντρεύομαι σε 15 ημέρες». Ο κ. Τόγκος μένει άφωνος. Πώς είναι δυνατόν μία τόσο σικάτη γυναίκα όπως αυτή που στέκει τώρα απέναντί του, να άφησε για την τελευταία στιγμή την επιλογή του πιο ιδιαίτερου ρούχου της ζωής της; Τη ρωτά, κι εκείνη χαμογελά δειλά, χωρίς να δώσει την παραμικρή απάντηση. Η Ράνια άλλωστε ποτέ δεν μιλούσε πολύ για τις αποφάσεις της, όποιες κι αν ήταν αυτές, από τότε που ήταν ακόμη παιδί.

Γεννημένη δημοσιογράφος
«Από μικρή αποφάσιζα και ενεργούσα μόνη μου. Αλλωστε μοναχικά βιώνω τις καταστάσεις. Συγκεντρώνομαι καλύτερα στις σκέψεις μου και αυτό μου επιτρέπει να αναλαμβάνω τις ευθύνες των πράξεών μου». Τα παραπάνω λόγια, που ανήκουν στην όμορφη δημοσιογράφο του MEGA, Ράνια Τζίμα, περιγράφουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ψυχοσύνθεση της γυναίκας που το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου ένωσε τη ζωή της με τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Μια ψυχοσύνθεση που στο μεγάλωμά της δεν είχε τίποτα επίκτητο, τίποτα δανεικό. Η Ράνια, από τότε που θυμάται τον εαυτό της, υπήρξε ανεξάρτητη αλλά δοτική, δυναμική αλλά ευαίσθητη, επαναστάτρια και ταυτόχρονα «καλός στρατιώτης». Ενα παιδί που θα έκανε το δικό του ακόμη κι αν γύριζε ο κόσμος ανάποδα, ένα πλάσμα έτοιμο να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα για να κάνει το δικό του. Εξυπνη, διορατική, ακούραστη και προσηλωμένη σε όνειρα και στόχους, είχε πάντα την ικανότητα να πείθει τους μεγάλους για τα «θέλω» της και να δικαιώνεται -αργά ή γρήγορα- για τις όποιες επιλογές της. Κάπως έτσι συνέβη με τον γάμο της, κάπως έτσι συνέβη και με την απόφασή της να μπει στην αρένα της δημοσιογραφίας.

«Στην αρχή, όταν ήταν ακόμη παιδί, η Ουρανίτσα, που ήταν πολύ καλή μαθήτρια, ήθελε να γίνει δικηγόρος», λέει πρόσωπο που τη γνωρίζει από τα παιδικά της χρόνια και συνεχίζει: «Το μικρόβιο της δημοσιογραφίας τρύπωσε μέσα της στις τελευταίες τάξεις του λυκείου, προκαλώντας στην οικογένεια έναν μικρό πανικό. Ο πατέρας της τής εξηγούσε ότι είναι ένας πολύ δύσκολος χώρος, η μητέρα της τής έλεγε πως θα την κουράσουν τα ακατάστατα ωράρια και οι δρόμοι. Μάταια. Η Ουρανίτσα είχε πάρει την απόφασή της. Ο Θεός να κατέβαινε κάτω θα γινόταν δημοσιογράφος!». Πράγματι. Λίγο καιρό αργότερα, η Ράνια μπαίνει στον δημοσιογραφικό στίβο με τις ατέλειωτες ώρες προπόνησης να πραγματοποιούνται στο πλάι της δημοσιογράφου Μάρνης Χατζηεμμανουήλ. Τρέχει, αγωνιά, προσπαθεί, δουλεύει νυχθημερόν προκειμένου να δικαιώσει τον εαυτό της και να πάψει τις ενστάσεις των τρίτων για την επιλογή της. Η είσοδός της στην ΕΡΤ3 δεν της εξασφαλίζει μόνο μια γερή προθέρμανση στο ελεύθερο ρεπορτάζ, αλλά και μια μεγάλη φιλία με τη δημοσιογράφο Δώρα Αυγέρη, η οποία τη στηρίζει και την πιστεύει όσο κανείς άλλος στον χώρο. Η Δώρα διακρίνει στο ψηλόλιγνο κορίτσι του Θερμαϊκού μία ακόρεστη δίψα για δουλειά, ένα χάρισμα στην επικοινωνία κι ένα μυαλό ξυράφι που μπορεί εύκολα να κόψει το νήμα της επιτυχίας υπερπηδώντας οποιοδήποτε εμπόδιο βρεθεί στο διάβα της. Το πόστο της ανταποκρίτριας του ΣΚΑΪ στη Θεσσαλονίκη είναι το επόμενο μεγάλο της στοίχημα, το οποίο και κερδίζει με ιδιαίτερη ευκολία, όπως ακριβώς και την κριτική ανώτερων στελεχών του σταθμού: «Η Ράνια γράφει». «Η Ράνια τα λέει καλά». «Η Ράνια φέρνει πρώτη την είδηση». «Η Ράνια πρέπει να κατηφορίσει στη δημοσιογραφική πιάτσα της Αθήνας» είναι μόνο λίγα απ' αυτά που λέγονται για τη νεαρή Θεσσαλονικιά δημοσιογράφο. Εκείνη, πάλι, λέει «όχι». Οχι μία, αλλά δύο φορές στον τότε διευθυντή του ΣΚΑΪ Γιάννη Παπουτσάνη και στην πρότασή του να αφήσει τη Θεσσαλονίκη και να συνεχίσει την επαγγελματική της πορεία στην Αθήνα. «Η Ράνια δεν ήθελε με τίποτα να φύγει από τη Θεσσαλονίκη. Εδώ ήταν η ζωή της, εδώ οι σχέσεις της, εδώ η οικογένειά της και δεν ήταν διατεθειμένη να τ' αφήσει πίσω για τίποτα και για κανέναν», λέει φίλη της και συνεχίζει: «Θεωρώ ότι σε αυτή της την απόφαση συνέβαλε καθοριστικά ο αιφνίδιος θάνατος της πολυαγαπημένης της μητέρας το 2008». Και κάπως έτσι, από μια κακή συγκυρία, τον χειμώνα του 2008 η Ράνια αποφασίζει να πει το μεγάλο «ναι» που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή της. Τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική...

Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr

Keywords
Τυχαία Θέματα