Στην τσουλήθρα της τοξικότητας

Η ανάλυση που έφερε τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη στην εξουσία και την κράτησε εκεί για 7 ήδη χρόνια είναι πως οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο. Απορροφώντας τους ιστορικούς ψηφοφόρους της Ενωσης Κέντρου (αντίθετα με τα στελέχη της) επικράτησε ο Ανδρέας Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80. Η δεσπόζουσα θέση του ΠΑΣΟΚ για παραπάνω από δύο δεκαετίες και ιδιαίτερα η οκταετία Σημίτη οφείλονται στην ιδεολογική, πολιτική και τελικά εκλογική κυριαρχία στον κεντρώο χώρο. Μετεξελίχθηκε σε «μεσαίο χώρο» για να δώσει δύο φορές τη νίκη στον Κώστα Καραμανλή. Ιστορικά, επομένως, επιβεβαιώνεται η αντίληψη ότι οι ευρείες παρατάξεις είναι περίπου ισοδύναμες στον σκληρό πυρήνα τους και υπάρχει μια ρευστή εκλογική βάση μετριοπαθών ψηφοφόρων που η μετακίνησή τους καθορίζει την έκβαση της κάλπης. Ισχύει, αλλά όχι πάντα.

Εχει όμως περισσότερο ενδιαφέρον να δει κανείς πότε δεν επιβεβαιώνεται ο κανόνας. Ποια είναι η εναλλακτική; Να κρίνεται η εκλογική αναμέτρηση όχι στο ποιος θα προσελκύσει τους αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους, αλλά στο ποιος θα καταφέρει να συσπειρώσει τους εκλογείς του χώρου του – είτε αυτή είναι η ευρύτερη Δεξιά είτε η Αριστερά. Και υπάρχουν δύο συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να κρίνεται μια μάχη εξουσίας στη συσπείρωση παρά στην καθολική ελκυστικότητα. Πρώτον, να διαμορφώνεται μια συνθήκη πολυδιάσπασης. Οταν ένας χώρος είναι κατακερματισμένος, όπως για παράδειγμα το Κέντρο μέχρι την Ενωσή του υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου το 1961, η ανάκτηση της καθολικής εμπιστοσύνης της ιστορικής εκλογικής βάσης έχει μεγαλύτερη σημασία από τη διεύρυνσή της.

Ενα πιο πρόσφατο παράδειγμα θριάμβου μέσα από την κινητοποίηση της σκληρής βάσης αντί της ενσωμάτωσης μεγαλύτερου φάσματος ψηφοφόρων είναι η ανάδειξη του Ζόραν Μαμντάνι σε δήμαρχο της Νέας Υόρκης, με μια ανόθευτη ρητορική, που αποξένωσε αρκετούς αλλά συγκίνησε περισσότερους (και – κρίσιμη παράμετρος – κατάφερε να τους φέρει στην κάλπη). Δεύτερον, η αναμέτρηση να είναι κυρίως προσωποκεντρική και λιγότερο προγραμματική. Οταν το ζήτημα αφορά την εμπιστοσύνη σε ένα πρόσωπο, το κρίσιμο σημείο δεν εντοπίζεται στην απήχηση του μηνύματος αλλά στη γοητεία που εκπέμπει προς το εκλογικό σώμα – δηλαδή η αναμέτρηση κομμάτων μετατρέπεται σε μονομαχία αρχηγών. Συνήθως, αυτό συμβαίνει σε περιόδους εκδηλωμένης ή κυοφορούμενης κρίσης, όταν οι εκλογείς αναζητούν σωσίβιο στην ελπίδα (και συνήθως διαψεύδονται).

Και οι δύο προϋποθέσεις συντρέχουν στη σημερινή ελληνική πολιτική συγκυρία. Η στρατηγική του κ. Τσίπρα ανταποκρίνεται επακριβώς σε αυτό το σχήμα. Ο πρώτος στόχος είναι η ανάκτηση των ψηφοφόρων της Αριστεράς (δηλαδή του 18% που τον ψήφισε το 2023) ως επαρκές εφαλτήριο για τη δεύτερη θέση. Το ίδιο ισχύει και για την κα Καρυστιανού, που θέλει να γίνει το πρόσωπο αναφοράς όσων προσυπογράφουν την καθολική απόρριψη του πολιτικού συστήματος και όσων το έχουν έστω και αγγίξει στο παρελθόν, πιθανόν αύριο και για τον κ. Σαμαρά, που αναζητεί αποκλειστικά τους δεξιούς ψηφοφόρους που έχουν διαρρήξει τους δεσμούς τους με τον κ. Μητσοτάκη (και όχι αναγκαστικά με τη ΝΔ).

Υπάρχει, όμως, μια σοβαρή παρενέργεια όταν στόχος είναι η συσπείρωση αντί της ευρείας απήχησης. Οτι οδηγεί σε ακραία πόλωση. Με βαθιές διαχωριστικές γραμμές και ασκήσεις ατομικής προβολής των ηγετών, η προεκλογική περίοδος είναι βέβαιο ότι θα εξελιχθεί σε έναν όλο και πιο τοξικό, όλο και πιο διαιρετικό, πιθανόν όλο και πιο βρώμικο πόλεμο, με λάσπη κατά προσώπων και προσπάθεια απαξίωσης των αντιπάλων. Καλωσήρθατε στις εκλογές του φθινοπώρου.

Keywords