Περιμένοντας τις ζέβρες

Μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εκλογή του, ο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας ανέβασε στα σόσιαλ μίντια βίντεο που τον δείχνουν να περιηγείται στα τεράστια ανάκτορα που ο προκάτοχός του αναμόρφωνε για χρόνια, πριν στεγάσει εκεί την κυβέρνησή του. Οι πολυτελείς μπαρόκ αίθουσες, τα βιτρό, οι επιχρυσωμένες διακοσμήσεις, οι εντυπωσιακές σκάλες και οι σύγχρονες αρχιτεκτονικές προσθήκες εντάσσονταν στο λεγόμενο Εθνικό Πρόγραμμα Χάουσμαν, ένα σχέδιο ύψους 1.000 δισ. φιορινιών (3,2 δισ. δολαρίων) για τη δημιουργία μιας εξιδανικευμένης,

σχεδόν παραμυθένιας εκδοχής της Βούδας. «Δεν ξέρω γιατί δεν μας τα έδειξαν ποτέ όλα αυτά, αυτά τα σπουδαία κτίρια», λέει ο Πέτερ Μαγιάρ καθώς ξεναγεί τους θεατές στους άδειους, πλέον, χώρους των ανακτόρων.

Η Βούδα, η ιστορική μεσαιωνική πρωτεύουσα της Ουγγαρίας στη δυτική πλευρά του Δούναβη, είναι μια περιοχή γεμάτη κάστρα, προμαχώνες, ακροπόλεις, μπαρόκ κτίρια και γραφικά δρομάκια. Υπέστη εκτεταμένες καταστροφές κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποκαταστάθηκε σταδιακά, με μεγάλη προσοχή, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Ωστόσο, ορισμένα σημεία – ερείπια, υπολείμματα και άλλα ίχνη της καταστροφής – αφέθηκαν ως είχαν, εν μέρει σκόπιμα, ώστε να παραμένει ορατή η ιστορική μνήμη. Ο Βίκτορ Ορμπαν θέλησε να ξαναγράψει αυτή την ιστορία και να μετατρέψει την περιοχή σε ένα παραμυθένιο κάστρο. Τα νέα ανάκτορα άλλαξαν ριζικά τη φυσιογνωμία της περιοχής, αφήνοντας πολλούς επισκέπτες να αναρωτιούνται τι είναι αυθεντικά ιστορικό και τι κατασκευάστηκε πρόσφατα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το πρώην Μοναστήρι των Καρμελιτών, το οποίο ανακατασκευάστηκε εκ νέου.

Ο Ορμπαν αξιοποίησε τις κατασκευές για να ενισχύσει την εικόνα μιας κυβέρνησης που αποκαθιστά το εθνικό μεγαλείο. Ο Μαγιάρ χρησιμοποίησε τα ίδια κτίρια για να αναδείξει τον παραλογισμό αυτού που αποκαλεί «κινηματογραφικό σκηνικό αξίας 1.000 δισ. φιορινιών», αντιπαραβάλλοντας τα ανάκτορα με τα ετοιμόρροπα νοσοκομεία και τα παιδικά ιδρύματα που επισκέφθηκε κατά την προεκλογική του εκστρατεία, όπου δεν υπήρχαν χρήματα ούτε για χαρτί υγείας ούτε για απολυμαντικά.

Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην εξαθλίωση του δημόσιου τομέα και την πολυτέλεια που απολάμβανε η κυβερνητική ελίτ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πτώση του Ορμπαν. Το μικρό τμήμα των ουγγρικών μέσων ενημέρωσης που παρέμεινε ανεξάρτητο έφερνε διαρκώς στο φως αποκαλύψεις για ορισμένες από τις πλέον κραυγαλέες περιπτώσεις. Το οικογενειακό κτήμα του Ορμπαν, για παράδειγμα, κοντά στο χωριό Φελτσούτ, όπου μεγάλωσε. Από απλό αγρόκτημα που ήταν αρχικά, το Χάτβανπουστα μετατράπηκε σε ένα τεράστιο συγκρότημα με νέες πτέρυγες, κήπους με τριανταφυλλιές και πισίνες επενδυμένες με πέτρα – όταν ερωτήθηκε σχετικά, ο Ορμπαν υποστήριξε ότι χρησιμοποιούνται για το πλύσιμο προβάτων. Πλάνα από drones κατέγραψαν ακόμη και ζέβρες να βόσκουν στους χώρους του κτήματος.

Ο λόγος όμως που τα θυμίζει όλα αυτά στους Financial Times ο Εντουιν Χίθκοουτ είναι για να καταλήξει στο εξής: όσοι φιλοδοξούν να κυβερνήσουν με αυταρχικό τρόπο γοητεύονται από τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα. Εν μέρει επειδή αφήνουν πίσω τους ένα μνημείο στο Εγώ τους και εν μέρει επειδή προσφέρουν ευκαιρίες εκτροπής κονδυλίων μέσω διογκωμένων προϋπολογισμών. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή είναι και η αχίλλειος πτέρνα τους. Σε αντίθεση με πολλές άλλες πτυχές της κυβερνητικής δράσης, τα κτίρια αποτελούν από μόνα τους τεκμήρια. Και δύσκολα κρύβονται. «Ο Μαγιάρ έδειξε έναν τρόπο με τον οποίο μπορούν να εκτεθούν οι λαϊκιστές που κινούνται προς τον αυταρχισμό: αντιμετωπίζοντας τα κτίρια ως απτό τεκμήριο της διαφθοράς τους. Η αρχιτεκτονική λέει όλη την αλήθεια». Δεν χρειάζεται να πει κάτι άλλο ο Χίθκοουτ, εύκολα καταλαβαίνει κανείς για ποιον χτυπάει η καμπάνα.

Ο Ορμπαν δεν είναι, φυσικά, ο μόνος λαϊκιστής που αντιμετώπισε την αρχιτεκτονική ως μέσο παραγωγής πολιτικού συμβολισμού. Ούτε ήταν, φυσικά, ο μόνος ηγέτης που ενδιαφέρεται περισσότερο για το θέαμα παρά για τις καθημερινές ανάγκες των πολιτών. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Ντόναλντ Τραμπ βάλθηκε από την πρώτη κιόλας μέρα της δεύτερης θητείας του να επιβάλει την αισθητική του Μαρ α Λάγκο και των Trump Tower στην Ουάσιγκτον.

Ευθύς εξαρχής, υπέγραψε διάταγμα που ορίζει την κλασική αρχιτεκτονική ως προτιμώμενο πρότυπο για τα νέα ομοσπονδιακά κτίρια. Η δική του «Βούδα» όμως είναι το δίχως άλλο το νέο «ballroom» των 8.400 μέτρων που επιμένει να κατασκευάζει εκεί όπου κάποτε ήταν η Ανατολική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου, παρότι ομοσπονδιακής δικαστής τον διέταξε από τον Μάρτιο να μην προχωρήσει χωρίς έγκριση από το Κογκρέσο· αλλά και η θριαμβική Αψίδα με τους χρυσούς αϊτούς και τα λιοντάρια που θέλει να φτιάξει, αρχής γενομένης από αυτό το καλοκαίρι, απέναντι από το Μνημείο του Λίνκολν, στην άλλη όχθη του Ποτόμακ. Στα σχέδια έχει ύψος 76 μέτρα, έναντι 50 μέτρων για την Αψίδα του Θριάμβου, στο Παρίσι. Σπάνια, άλλωστε, έχει βρεθεί ο Τραμπ μπροστά σε έργο που να μην πιστεύει ότι θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερο.

Θα στραφούν άραγε μια μέρα όλα αυτά εναντίον του; Στην περίπτωση του Ορμπαν, χρειάστηκαν 16 ολόκληρα χρόνια. Δύσκολα αποφεύγει λοιπόν κανείς τη σκέψη ότι, όπως συχνά σε αυτή τη ζωή, πρώτα θα πρέπει να πιάσουμε πάτο. Τουλάχιστον να υπάρχουν εκεί ζέβρες.

Keywords
Τυχαία Θέματα