«Οταν συμβεί στα πέριξ

«…φωτιές να καίνε» ξεδίνει

ο άντρας ο βαρύς.

Αν και μάλλον ελαφρό τον βρίσκω εκείνον τον κύριο στο κατώφλι των εξήντα Αυγούστων που έβαζε φωτιές, τη μία μετά την άλλη, για προσωπική χρήση. Εβαλε ο χριστιανός έξι φωτιές, τις τέσσαρες μέσα σε μια μέρα. Κι όλα αυτά για δύο και μόνο λόγους, ο πρώτος για να «ξεδίνει από τη δουλειά». «Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται», που λέει κι ο Μέγας Αλεξανδρινός. Νννναι. Αλλος μόλις τελειώσει τη δουλειά, ή μάλλον για να ξεδώσει από τη δουλειά ξαπλώνει στον καναπέ, βάζει και τα πόδια ψηλά κι αφήνει την τηλεόραση να κάνει το θεάρεστον έργο της.

Αλλος ανάβει έναν ξεγυρισμένο μπάφο να ξεμπαφιάσει, άλλος ρίχνει έναν έρωτα και μετά γυρίζει από την άλλη και αμολάει ένα ροχαλητό να τρίζουν τα πατώματα, άλλος πέφτει με τα μούτρα στο κινητό κι αρχίζει να σκρολάρει τη ζωή του ανάποδα, άλλος βρίζει τη γυναίκα του – γιατί αυτή τα φταίει όλα –  ενίοτε δε, και αρκετά συχνά τη σκοτώνει, γίνονται αυτά – άνθρωποι είμαστε.

«Ανθρωποι είμαστε, και θαύματα κάνουμε, όλοι σε τούτη τη ζωή», το έχει τραγουδήσει και η Δούκισσα δεν μπορείς να πεις.

Επίσης ένα άλλο δικαιολογητικό που βρήκε να πει για τις φιλανθρωπικές του πράξεις είναι ότι το κάνει, για να εκτονωθεί. Πας καλά άνθρωπέ μου; Αυτό θες να σε εκτονώσει; Το Μπουρλότο; Πάρε έναν σάκο του μποξ, μια φωτογραφία του Μητσοτάκη, του Τσίπρα, έστω του Δούκα, κι ας μην είναι αρχηγός κόμματος ακόμα. Εν ανάγκη, ξανασκότωσε τη γυναίκα σου. Χρόνια δίπλα σου την έχεις να πιάνει άδικα τον τόπο. Πάρε ένα μπουκάλι βότκα, πιες τη μονορούφι, να γίνεις ντίρλα να κουραδιαστείς σε μια πολυθρόνα να ησυχάσεις, κι εσύ κι εμείς.

Τώρα κι εγώ, μη νομίζεις, αυτοσχεδιάζω ως γνήσιος επιπόλαιος και Ελλην. Ενας ψυχολόγος θα μπορούσε να μιλήσει για συσσωρευμένη ένταση, για καταπιεσμένο θυμό, για την ανάγκη ελέγχου ενός κόσμου που όλο πας να τον κρατήσεις στα χέρια σου κι αυτός σου ξεγλιστράει σαν χέλι – για να μην πούμε σα σαρδέλα που έχει και ωμέγα 3. Ασε που μπορεί και να μας επιτεθεί, εξηγώντας μας ότι δεν βαφτίζουμε κάποιον πυρομανή επειδή άναψε μία, άντε δύο, τρεις, έξι φωτιές στην καθισά του. Ο κοινωνιολόγος πάλι θα αναζητήσει τις αιτίες στο περιβάλλον, στην αποξένωση, στις εργασιακές συνθήκες.

Οσο για την αντιπολίτευση, σύσσωμη θα αποφασίσει και θα διακηρύξει ότι φταίει η κυβέρνηση που με την ακρίβεια τον αυταρχισμό και τα σκάνδαλα οδηγεί τον άνθρωπο του μεροκάματου σε ακραίες και απεγνωσμένες, θα έλεγα, καταστάσεις, και τέλος οι ακραίοι – δεξιά κι αριστερά – θα βροντοφωνάξουν ότι φταίει η χούντα που μας κυβερνάει. Κι έχουνε δίκιο· διότι όλα τα νησιά είναι γεμάτα πολιτικούς κρατούμενους όλων των εθνοτήτων, που το τι βασανιστήρια τους κάνουν, δεν περιγράφεται. Τι τους ποτίζουν αλκοόλ και ναρκωτικά πάσης φύσεως, τι τους υποβάλλουν σε καταναγκαστική αϋπνία, ρίχνοντάς τους σε πίστες με δυνατές μουσικές και στρομπολάιτ που σε τρελαίνουν, τι, και τι, και τι.

Μόνο ο ποιητής μπορεί να ψιθυρίσει  μέσα στην οχλοβοή και την τύρβη της πόλης…

«Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν

Μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζέστη νύχτα»

Και ύστερα

«είσαι εσύ που όταν έσβησαν όλες οι φωτιές μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια».

Χαιρετώ.

Keywords
Τυχαία Θέματα