Ο εκδημοκρατισμός των προνομίων

Ο Στράτος Διονυσίου, ο τραγουδιστής, ήταν ένας από τους περιώνυμους μάγκες της εποχής του. Τα έλεγε χύμα. Μια φορά είπε ότι ακόμα κι οι κοινωνικά παρακατιανοί πήραν αυτοκίνητο και δεν βρίσκουμε θέση να παρκάρουμε – κι αντιμετώπισε τεράστια κατακραυγή. Ηδη ο προοδευτισμός δεν ανεχόταν τις παλιές αντιλήψεις· αυτό που αργότερα αποκλήθηκε «συμπερίληψη» υπήρχε ήδη εν σπέρματι στις ιδεολογικές και κοινωνικές συγκρούσεις από τη δεκαετία του 1980.

Πριν ανακαλυφθεί η λέξη συμπερίληψη, οι κοινωνίες μας – ιδίως τα μεταπολεμικά χρόνια – έδωσαν πρόσβαση (σχεδόν) στους πάντες (σχεδόν) στα πάντα. Οικοσκευή,

καταναλωτικά αγαθά, σπουδές, ταξίδια, εστιατόρια, διακοπές μετατράπηκαν από προϊόντα και υπηρεσίες για πλούσιους σε προϊόντα και υπηρεσίες για όλους. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε στον εκδημοκρατισμό των προνομίων. Αυτό προφανώς απέδωσε οφέλη σε πολλούς, δημιούργησε όμως και νέα ζητήματα.

Το πρόβλημα που εντόπιζε στην καθημερινότητά του ο Στράτος Διονυσίου είναι μία από τις επιπτώσεις που εντοπίζουν οι θεωρητικοί και οι κριτικοί της μαζικής κουλτούρας, επιπτώσεις που έφερε στις κοινωνίες μας αυτός ο εκδημοκρατισμός των προνομίων.

Από τις πιο εντυπωσιακές αλλαγές αυτού του εκδημοκρατισμού είναι η δυνατότητα για εύκολα, γρήγορα και ασφαλή ταξίδια – και βέβαια, η δυνατότητα για ανάπαυλα, για ξεκούραση και διακοπές. Αυτό, προφανώς, σημαίνει εγρήγορση όσων έχουν οικονομικά συμφέροντα σε περιοχές όπου υπάρχει ή μπορεί να δημιουργηθεί τουριστικό ενδιαφέρον. Κι όπου υπάρχει επιτυχία, αυξάνονται οι πελάτες.

Στο σημείο αυτό, αρχίζει η αντίδραση όσων στο παρελθόν έχουν εργαστεί για τον εκδημοκρατισμό των προνομίων. Η μαζική πρόσβαση στα αγαθά είναι, πλέον, εμπόδιο μιας υποθετικής αυτοπραγμάτωσης, αφού την ίδια ιδέα έχουν κι άλλοι πολλοί, με αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών λόγω της αυξημένης ζήτησης και, πιθανόν, την αλλαγή των όρων της απόλαυσης όσων προσφέρονται – ή όσων προστίθενται στα ήδη προσφερόμενα, ως επινοήσεις του καταναλωτισμού.

Κάπως έτσι γεννήθηκε ένα κίνημα που ορίζει, ως υπερτουρισμό, την υψηλή ζήτηση συγκεκριμένων περιοχών και θέτει, ως βασικό αίτημα, την ανακοπή αυτής της ζήτησης – ένα κίνημα κατά του λεγόμενου υπερτουρισμού. Ξεκίνησε από τη Βαρκελώνη, εξαπλώθηκε σε πολλά μέρη που πουλάνε τη φήμη τους, και τα τελευταία χρόνια έχει φτάσει σε ελληνικούς προορισμούς, ιδίως στις Κυκλάδες, που ήταν ανέκαθεν ο προσιτός προορισμός των Ελλήνων – κι ανάμεσά τους των ελλήνων «εναλλακτικών», που ζητούσαν περιπέτεια και χαμηλό κόστος.

Διαβάζω συχνά διάφορα νερόβραστα και κλαψιάρικα κείμενα, με την ίδια πάνω-κάτω στάση στα πράγματα που θρηνούν, επειδή π.χ. στις Κυκλάδες, το μοντέλο της λιτής ζωής των αναμνήσεων των γιαγιάδων και της ήσυχης καθημερινότητας της εποχής που γυρίζαμε με σλίπινγκ μπαγκ και με καρπούζι έχει εξαφανιστεί. Κείμενα που θρηνούν για τις ξαπλώστρες στις παραλίες, για τις μουσικές στα μπαρ, για τα ξενοδοχεία που εκτόπισαν τα «ρουμς του λετ», για τις πολύβουες Χώρες των νησιών – και για τα νιάτα μας «που πήγαν χαμένα».

Είναι εντυπωσιακό, αλλά όσοι εργάστηκαν για τον εκδημοκρατισμό των προνομίων, σήμερα, αντιγράφουν τον Στράτο Διονυσίου, κάνοντας εκκλήσεις στο κράτος να περιορίσει τον τρόπο των κοινωνιών να χτίσουν γύρω από τις φιλοδοξίες τους, διεκδικώντας ένα μοντέλο ανάπτυξης που να περιλαμβάνει τη δική τους αίσθηση των πραγμάτων, τη δική τους κουλτούρα, το δικό τους καταναλωτικό μοντέλο. Είναι, νομίζουν, σωστό, επειδή το ονομάζουν λιτότητα και περιορίζει, νομίζουν, τους πλούσιους. Στην ουσία εργάζονται για τη σοβιετοποίηση των προνομίων – για τη μετατροπή της ανάπτυξης σε ελεγχόμενη από τη δική τους νομενκλατούρα.

Keywords
Τυχαία Θέματα