Λόγια και βόλια

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ρητορικής Μίσους. Θέμα στο οποίο αναφέρθηκα μόλις πριν από λίγες μέρες, αφού αυτού του είδους ο λόγος έχει γίνει πλέον όχι μόνο απόλυτα επιδραστικός, αλλά και το βασικότερο, ίσως, «όχημα» επικοινωνίας ιδεών και απόψεων. Η υποστήριξη μιας θέσης κατοχυρώνεται κυρίως από το πόσο θα προσβάλεις, θα βρίσεις, θα απαξιώσεις, θα ξεφτιλίσεις, θα κρεμάσεις στα μπουγαδόσχοινα του Διαδικτύου τον απέναντι. Οχι τον αντίπαλο, απλά αυτόν που θα διαφωνεί με την άποψή σου. Οι αντιπαραθέσεις στα σόσιαλ μίντια γίνονται με ένα λεξιλόγιο βγαλμένο λες από μπουγαδοκαβγάδες στις

λαϊκές αυλές πολύ περασμένων δεκαετιών.

Ξεχασμένες λέξεις, απίστευτες παρομοιώσεις, κατάρες και λόγια που «ακούγονται» σαν βρυχηθμοί. Και η επιστράτευση ενός ηθικού πλεονεκτήματος, χωρίς κανένα απολύτως επιχείρημα – όπως φώναζαν οι κυράτσες στην «αντίπαλο» ότι εκείνες είχαν καθαρό το μέτωπό τους. Και όσο περισσότεροι παρακολουθούν αυτές τις λεκτικές κλοτσοπατινάδες τόσο το καλύτερο διότι με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται «στρατόπεδα» και «στρατοί». Θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «τοξικότητα» αλλά τη βρίσκω αρκετά ακαδημαϊκή για την περίπτωση. Για υπόνομο μιλάμε, όπου κυκλοφορούν ποντίκια με κοστούμια και σινιέ τσάντες.

Αντιμετωπίζεται, καταπολεμάται αυτό, όπως ευελπιστεί η σημερινή Παγκόσμια Ημέρα; Εχω σοβαρές αμφιβολίες· διότι ναι μεν υπάρχει νόμος και στη χώρα μας περί ρητορικής μίσους, αναρτήσεις αφαιρούνται, αλλά φτάνει να αντικαταστήσεις ένα γράμμα με ένα σύμβολο για «να περάσεις κάτω από τα ραντάρ». Η λέξη παραμένει απολύτως αναγνωρίσιμη και η δουλίτσα έχει γίνει χωρίς κυρώσεις. Από την άλλη, η ρητορική μίσους μπορεί να χρησιμοποιεί ανώδυνες λέξεις, αλλά να εκπέμπει βαθύ έρεβος ψυχής. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο η ανάγκη να βρίζει όποιον θεωρεί ότι είναι «απέναντί» του. Βολική εξήγηση αλλά δεν νομίζω ότι ισχύει. Είναι περισσότερο θέμα ανοχών της κοινωνίας. Και η κοινωνία μας από τη μια καταγγέλλει, αλλά από την άλλη μοιάζει να είναι ιδιαίτερα ανεκτική. Παλιότερα δηλαδή τι γινόταν;

Και έρχεται η σύμπτωση και μου λύνει, εν μέρει, την απορία. Παλαιότερα υπήρχαν οι μονομαχίες. Πολύ συχνά για εντελώς ασήμαντη αφορμή. Για παράδειγμα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896, ο Γεώργιος Μπούμπουλης, εγγονός της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, κάλεσε σε μονομαχία τον επιφορτισμένο για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας υπομοίραρχο Διοσκουρίδη, διότι τον επέπληξε κατά τη διάρκεια των ποδηλατικών αγώνων. Αποτέλεσμα, ο τραυματισμός του Μπούμπουλη.

Σε περίπτωση θανάτου του ενός μονομάχου, επρόκειτο βεβαίως για ανθρωποκτονία. Αλλά επειδή οι μονομαχίες τότε γίνονταν για θέματα τιμής, μια βασική και πολύ ευαίσθητη εκείνες τις εποχές αξία, οι ποινές ήταν συμβολικές.

Κοτζάμ υπουργός

Η τελευταία μονομαχία στην Ελλάδα έγινε σαν σήμερα το 1904 και ήταν υπουργικού επιπέδου. Ο υπουργός Παιδείας Σπύρος Στάης είχε υποσχεθεί στον βουλευτή Τρικάλων Κωνσταντίνο Χατζηπέτρο να δώσει σε κάποιον φίλο του την έδρα της Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ο Στάης δεν κράτησε την υπόσχεσή του, ο Χατζηπέτρος μέσα στη Βουλή τον είπε «αγύρτη», τα αίματα άναψαν και, παρά την επέμβαση του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη, δόθηκε το μοιραίο ραντεβού.

Οι δύο μονομάχοι πυροβόλησαν ταυτόχρονα, αλλά ενώ ο βουλευτής, επειδή είχε μεγάλη μυωπία, έριξε στον γάμο του Καραγκιόζη, η σφαίρα του υπουργού τον βρήκε κατάστηθα και σε λίγα λεπτά εξέπνευσε. Ηταν όμως η αφορμή να απαγορευθούν πλέον διά νόμου οι μονομαχίες στην Ελλάδα.

Keywords
Τυχαία Θέματα