Κούκλες, μπλακ χιούμορ και δαιμονισμένοι

Το γεγονός ότι το franchise ταινιών κινουμένων σχεδίων «Toy Story» επιστρέφει για μία ακόμη φορά στις αίθουσες με την ταινία «Toy Story 5» (ΗΠΑ, 2026) δηλώνει από μόνο του την επιτυχία αυτής της «σειράς» που ξεκίνησε το 1995 αγκαλιάζοντας εν μια νυκτί μικρούς και μεγάλους. Βέβαια, έχοντας παρακολουθήσει όλη αυτή την πορεία των τελευταίων 30 ετών, κάπου μέσα σου νιώθεις την επανάληψη και το ότι ο κύκλος έχει πια κλείσει. Από την άλλη πλευρά, το νεότερο κοινό που ίσως δεν ξέρει ακόμα τον καουμπόι Γούντι (φωνή Τομ

Χανκς / Αλκις Κούρκουλος), τον αστροναύτη Μπαζ (φωνή Τιμ Αλεν / Γιώργος Λιάντος) και την υπόλοιπη παρέα των πάνινων κούκλων που δεν λένε να το βάλουν κάτω μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη που απειλεί να τις στείλει στην απομόνωση, καλό είναι να ανακαλύψει αυτόν τον κόσμο που για μία ακόμη φορά ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη, με τη σφραγίδα της Pixar (σε σκηνοθεσία Αντριου Στάντον και Μακένα Χάρις).

Εδώ, η μερίδα του λέοντος στην ατίθαση Τζέσι (φωνή Τζόαν Κιούζακ / Αριελ Κωνσταντινίδη), τη σερίφη των κουκλών, που παρέα με το άλογό της, τον Απαιχτο (φωνή Ηλίας Φουντούλης), θα προσπαθήσει να «σώσει» την «αφεντικίνα» της, την Μπόνι (φωνή Σκάρλετ Σπίαρς / Μυρτώ Φαραζή), που δείχνει παρασυρμένη από τη γοητεία μιας ταμπλέτας, της Λίλιπαντ (φωνή Γκρέτα Λι / Αφροδίτη Κατσαρού), και απαξιώνει πια τις κούκλες που τόσο αγαπούσε. Ετσι θα αρχίσει μια περιπέτεια στο ύφος των προηγούμενων ταινιών, από το οποίο δεν λείπει ποτέ το μήνυμα της συντροφικότητας, της ομαδικότητας και της αγάπης – τα στοιχεία εκείνα που έκαναν τη σειρά τόσο αξιαγάπητη σε τόσες και τόσες γενιές.

Το παιδικό iPad ίσως κατά βάθος να μην είναι και τόσο «κακό» όσο θέλει να δείχνει, συμβάλλοντας έτσι στη σωτηρία των αρχαίων κουκλών, στις οποίες προστίθενται και νέα «πρόσωπα», κούκλες της πρωτόγονης τεχνολογίας, όπως ένα τεχνολογικό παιχνίδι εκμάθησης τουαλέτας (φωνή Κόναν Ο’Μπράιαν / Βασίλης Παπαστάθης), που βρίσκονται στην κατοχή ενός άλλου κοριτσιού που θέλει να γίνει φίλη της Μπόνι.

Μια καλή μαύρη κωμωδία

Ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι με την ταινία «Θανάσιμα πλούσιος» (How to Make a Killing, HΠΑ, 2026) του Τζον Πάτον Φορντ περνάς υπέροχα. Χωρίς να είναι σπουδαία ταινία, είναι μια πραγματικά πολύ διασκεδαστική μαύρη κωμωδία που δεν σταματάει πουθενά, έχει καλούς ρυθμούς και αφήνει πίσω της μια αίσθηση πληρότητας. Πίσω από το σενάριο, βέβαια, κρύβεται μια παλιά κωμωδία, επίσης με μπλακ χιούμορ, αλλά κλασική, η βρετανική «Ο 13ος κληρονόμος» (Kind Hearts and Coronets, 1949) του Ρόμπερτ Χάμερ, με τον Αλεκ Γκίνες σε οκτώ διαφορετικούς ρόλους: εκείνους των θυμάτων ενός αδικημένου κληρονόμου που αποσκοπεί στην περιουσία των προγόνων του.

Εδώ, ο Γκλεν Πάουελ υποδύεται έναν παρόμοιο ήρωα, τον Μπέκετ, που γεννήθηκε παρά τη θέληση του παππού του (Εντ Χάρις), αφού η κόρη του σήκωσε το δικό της μπαϊράκι. Αποφασισμένος να παλέψει για όσα πιστεύει ότι του ανήκουν, ο Μπέκετ θα μπει στη διαδικασία εξολόθρευσης των συγγενών του σε μια αλληλουχία δολοφονιών. Kαι αυτό θα σημάνει τη δημιουργία ευφάνταστων επεισοδίων μακάβριας λογικής, όπου όμως το στοιχείο του χιούμορ δείχνει να έχει τον πρώτο λόγο, κάτι σαν μια κωμική εκδοχή του Τομ Ρίπλεϊ, του αδίστακτου αντιήρωα των μυθιστορημάτων της Πατρίσια Χάισμιθ και των ταινιών που τα ακολούθησαν. Επίσης, η ταινία αναδεικνύει το ταλέντο της νεαρής ηθοποιού Μάργκαρετ Κουάλεϊ («The substance: Το ελιξίριο της νιότης») που υποδύεται τη «μοιραία» γυναίκα της ιστορίας.

Θρίλερ που δεν «κινείται»

Μετά τα τόσα και τόσα θρίλερ που έχουν γυριστεί, οι προσπάθειες που ενίοτε γίνονται για μια «διαφορετική προσέγγιση» είναι και δεδομένες και αναγκαίες – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι πάντα και επιτυχημένες. Υποτίθεται ότι η «Εμμονή» (Obsession, ΗΠΑ, 2025) ανήκει στις πρόσφατες μεγάλες επιτυχίες του είδους της (έκανε θραύση στην Αμερική), όμως προσωπικά με άφησε παγερά αδιάφορο, τόσο η είδηση όσο και η ταινία. Συνειδητά ή όχι, ο σκηνοθέτης Κέρι Μπάρκερ δείχνει να βασίζεται κυρίως στην ασφάλεια των επιρροών του από εικόνες ταινιών του Ντέιβιντ Λιντς και δεν κάνει κάποια προσπάθεια ώστε να βρει τη δική του φωνή, και εδώ την ευθύνη έχει το σενάριο του ιδίου. Γιατί το βασικό πρόβλημα της ταινίας είναι ότι δεν «κινείται».

Με μια ανυπόφορη επαναληπτικότητα αναμοχλεύει πράγματα που έχουμε ήδη καταλάβει από πολύ νωρίς: για κάποιο λόγο, μια κοπέλα (Ιντι Ναβαρέτι), με την οποία ένας νεαρός είναι άσχημα «τσιμπημένος» (Μάικλ Τζόνστον), «δαιμονίζεται» και τον τρομάζει με τη weird, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της. Ενα μαγικό ραβδί ευχών που σπάζει ίσως κρύβει το μυστικό στην όλη κατάσταση, όμως ο Μπάρκερ αρκείται στη λούπα αλλόκοτων αντιδράσεων και έξαλλης συμπεριφοράς της κοπέλας, στοιχεία που προκαλούν αμηχανία τόσο στην παρέα του φίλου της όσο και σε εκείνον, όπως και σε εμάς. Καμία αντίρρηση στο ότι το φιλμ αποφεύγει τα κλισέ με τους κουβάδες αίματος και τα μαχαίρια που πετιούνται από το πουθενά για να κατακρεουργήσουν σάρκες, όπως και στο ότι η «Εμμονή» έχει μια ελαφριά διάθεση προσθέτοντας χιούμορ στην όλη «μαύρη» συνθήκη. Ολα αυτά όμως δεν βοηθούν και τόσο την ταινία ώστε να αποκτήσει τον ρυθμό που ποτέ δεν έχει και να αποφύγει τη στατικότητά της.

Σεναριακός αχταρμάς

Θα συμφωνήσω στο ότι ως όρος το gay splatter ακούγεται «πιασάρικο» pitch, αλλά η ταινία «Leviticus» (Αυστραλία, 2026) αρκείται μόνο στο… pitch. Το περιεχόμενο είναι ανύπαρκτο – υπάρχει μόνο μια ιδέα που δεν υλοποιείται ποτέ – και όσο για τις αναφορές στον «Εξορκιστή», τα κόκαλα του Γουίλιαμ Φρίντκιν θα πρέπει να τρίζουν ακόμα. Δεν βγάζουν και πολλά νόημα στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αντριάν Τσιαρέλα που σκηνοθέτησε την ιστορία δύο αυστραλών εφήβων, του Νάιμ (Τζο Μπερντ) και του Ράιαν (Στέισι Κλάουσεν), με τον δεύτερο να «δαιμονίζεται» εξαιτίας του πρώτου (μάλλον), ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας τρέχει για να κρυφτεί από την απειλή του (εδώ η ταινία θυμίζει και λίγο ζόμπι movie).

Το «Leviticus» είναι ένας τόσο μεγάλος σεναριακός αχταρμάς, που τα όμορφα πλάνα που στήνει ο Τσιαρέλα (γιατί το κάδρο το έχει) σε αφήνουν (επιεικώς) αδιάφορο. Ακόμα και σαν αφαιρετική αλληγορία (τίνος πράγματος άραγε;) δεν μπορείς με τίποτα να χωνέψεις αυτή την ταινία, στην οποία, συν τοις άλλοις, οι δύο βασικοί ηθοποιοί (ιδίως ο Μπερντ που θυμίζει λίγο τον Ιλον Μασκ σε μετεφηβική ηλικία) παίζουν τόσο ψεύτικα, που αναρωτιέσαι για το πόσο νηφάλιος ήταν ο σκηνοθέτης όταν γύριζε την ταινία. Ενα φιάσκο, με άλλα λόγια, στο οποίο η εκνευριστική μουσική του Τζεντ Κούρζελ απλώς κάνει την εμπειρία ακόμα πιο επώδυνη από όσο θα ήταν αν η ταινία δεν είχε καθόλου μουσική.

Κλασικός Χίτσκοκ

Μετά την επιτυχία της ταινίας «Στη σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» (1959) και ενώ η τηλεοπτική σειρά «Alfred Hitchcock Presents» διήνυε την πέμπτη σεζόν της, ο Αλφρεντ Χίτσκοκ σκηνοθέτησε την πιο εμβληματική ταινία της καριέρας του. Η «Ψυχώ», που έκανε πρεμιέρα στις 16 Ιουνίου 1960, προκάλεσε θόρυβο όσο καμία άλλη ταινία του Χίτσκοκ, άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος παρακολουθούσε θρίλερ και για χάρη της, 52 χρόνια αργότερα, γυρίστηκε μια άλλη ταινία, το «Hitchcock», που εν είδει μυθοπλασίας αναφέρεται στο παράξενο ιστορικό της (με πρωταγωνιστή τον Αντονι Χόπκινς στον ρόλο του Χίτσκοκ). Κατ’ αρχάς, η «Ψυχώ» στοίχισε πάμφθηνα, 800.000 δολάρια, εκ των οποίων μόλις οι 9.000 πήγαν στα δικαιώματα του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Μπλοχ, στο οποίο στηρίχθηκε το σενάριο (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Public). Ο Χίτσκοκ τη γύρισε με το συνεργείο της σειράς «Alfred Hitchcock Presents», ακολουθώντας τους ταχείς ρυθμούς γυρισμάτων για την τηλεόραση. Δεν είχε στη διάθεσή του ηθοποιούς σταρ και επίσης επέλεξε το ασπρόμαυρο φιλμ σε μια εποχή που το ασπρόμαυρο πέθαινε. Και όμως, αυτοί οι «περιορισμοί», με τη βοήθεια ενός ευφυούς λανσαρίσματος που επέβλεψε ο ίδιος ο Χίτσκοκ (ηχογραφώντας ακόμα και δίσκους βινυλίου), αποδείχθηκαν άκρως λειτουργικοί. Η «Ψυχώ» κέρδισε τον τίτλο της «σκοτεινότερης δημιουργίας του Χίτσκοκ» και υπήρξε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της καριέρας του, αποφέροντας έσοδα της τάξεως των 13 εκατ. δολαρίων στην πρώτη προβολή της. Περιέχει μία από τις πιο εμβληματικές κινηματογραφικές σεκάνς όλων των εποχών – τη σκηνή της δολοφονίας της Τζάνετ Λι στο μπάνιο – και η ιδέα της διπλής προσωπικότητας του Νόρμαν (Αντονι Πέρκινς) ενέπνευσε και εξακολουθεί να εμπνέει αμέτρητους σκηνοθέτες που μιμήθηκαν το στυλ του Χίτσκοκ, χωρίς ποτέ να το φτάσουν.

Αστείρευτη έμπνευση

Σύγχρονο παραμύθι με την απόλυτη έννοια της λέξεως, η «Αμελί» (Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain, Γαλλία / Γερμανία, 2001) με το αγγελικό πρόσωπο αλλά και την εμβληματική φιγούρα της Οντρεϊ Τοτού (στον ρόλο που θα τη συνοδεύει για πάντα) ηλικιακά αλλά και ουσιαστικά βρίσκεται κάπου ανάμεσα στη Ζαζί του Λουί Μαλ («Η Ζαζί στο μετρό») και στη Βερόνικα του Κριστόφ Κισλόφσκι («Η διπλή ζωή της Βερόνικα»). Πρώτον, όπως στις δύο προγενέστερες ταινίες, είναι μια κοπέλα που κινείται μέσα στο Παρίσι, τον κρυφοφανερό άσο του σεναρίου της «Αμελί» και ίσως την πραγματική αφορμή του Ζενέ για να γυρίσει την ταινία. Η Μονμάρτρη της «Αμελί» είναι η Χώρα των Θαυμάτων της Αλίκης, εκεί όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν (διόλου τυχαία αυτή είναι η πρώτη ταινία που ο Ζενέ σκηνοθέτησε σε αυθεντικούς χώρους γυρισμάτων και όχι στο στούντιο). Δεύτερον, όπως η Ζαζί και η Βερόνικα, η Αμελί, «χορεύοντας» πάνω στο διαχωριστικό νήμα πραγματικότητας – ονείρου, όχι μόνον απορροφάται από τον κόσμο της φαντασίας, αλλά κατορθώνει να επιβάλει τους «κανόνες» του, αντιστρέφοντας τελικά την πραγματικότητα, προκαλώντας ανάταση ψυχική και πνευματική. Ο Ζενέ μάς προσκαλεί στον υπέροχο, πολύχρωμο κόσμο της φαντασίας της και δεν σταματά ούτε στιγμή να παράγει τρικ μέσα από το μαγικό καπέλο του. Η έμπνευσή του είναι αστείρευτη· σου δίνει πραγματικά την εντύπωση ότι αυτή τη φορά θέλησε να ξεπεράσει κάθε όριο αλλά προς την ανάποδη, προς την αθωότητα. Οχι όμως με ευκαιριακά βεγγαλικά του εύκολου εντυπωσιασμού. Καθετί στην «Αμελί», από την τελευταία λεπτομέρεια στο ντεκόρ μέχρι την τελευταία, απίστευτη, φελινική φιγούρα, δικαιολογείται σεναριακώς και πιάνει τόπο.

Μια καταδικασμένη σχέση

Ενα από τα πιο καταθλιπτικά μελοδραματικά νουάρ όλων των εποχών, «Η σκύλα» (Scarlet Street, ΗΠΑ, 1946) του Φριτς Λανγκ, είναι το χρονικό της απελπισίας μιας σχέσης που από την αρχή δείχνει καταδικασμένη. Στη μία πλευρά ο μεσήλικος υπάλληλος τραπέζης, ερασιτέχνης ζωγράφος, ένας άνθρωπος από φύση του ευγενής, που ζει μια ήσυχη, μοναχική ζωή, χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Στην άλλη πλευρά μια νεότερή του γυναίκα, όμορφη, φιλόδοξη και εντελώς αδίστακτη, χωρίς κανέναν απολύτως φραγμό. Το γεγονός ότι ο άντρας την ερωτεύεται πυροδοτεί μια σειρά από σκηνές ταπείνωσης και πλήρους εξευτελισμού του από τη γυναίκα και είναι κάπως περίεργο να βλέπεις σε αυτόν τον ρόλο τον Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον, που είχε κάνει καριέρα παίζοντας σκληρούς άντρες του υποκόσμου (ανάμεσά τους και ο «Μικρός Καίσαρας», εμπνευσμένος από τον γκάνγκστερ Αλ Καπόνε). Στην ουσία, ο Λανγκ έκανε μια παραλλαγή του «Γαλάζιου αγγέλου», της κλασικής ταινίας του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ, με τον Εμίλ Γιάνινγκς πιασμένο στη φάκα της Μαρλέν Ντίτριχ. Η Τζόαν Μπένετ στον ρόλο της γυναίκας – αράχνης φτιάχνει μία από τις πιο εντυπωσιακές femme fatales της ιστορίας του νουάρ.

Keywords
χιουμορ, toy story, franchise, ηπα, τομ, τιμ, pixar, ipad, νέα, σημαίνει, λιντς, φιλμ, movie, ψυχώ, ιουνίου, public, σταρ, στυλ, γαλλια, μετρο, αθωότητα, femme, ipad 2, Καλή Χρονιά, ipad 3, εκλογες ηπα, αφροδιτη, γερμανια, γυναικα, εικονες, εμπορικη, ηθοποιοι, ηπα, θριλερ, καριερα, μουσικη, σταρ, σωτηρια, ταινιες, τηλεοραση, αμηχανια, αθωότητα, αλογο, ανθρωπος, αφορμη, αχταρμας, βεγγαλικα, βοηθεια, βρισκεται, γκινες, γεγονος, γινει, γινονται, γοητεια, γουιλιαμ, δευτερο, δικη, δειχνει, υπαρχει, εμπνευση, εννοια, ενιοτε, εξελιξη, εποχη, επιτυχια, ετων, ευθυνη, ζενε, ζωη, ζομπι, ιδεα, υφος, θυμιζει, φιλμ, ιστορικο, εκδοσεις, κυκλος, κωμωδια, λειπει, λογια, λιντς, λογο, μαχαιρια, μυστικο, μπανιο, μπορεις, νημα, νηφαλιος, νοημα, παντα, οθονη, οκτω, ομορφη, ορος, ουσιαστικα, ουσια, παρισι, πεμπτη, ρολο, σεζον, σεναριο, σηκωσε το, σειρα, σκηνες, σκηνοθετες, σκηνοθεσια, στυλ, σφραγιδα, τιμ, τομ, φυση, φιασκο, φωνη, φορα, χιτσκοκ, χοπκινς, ψευτικα, ομορφα, αντρες, ανηκει, ασφαλεια, δικαιωματα, femme, franchise, χωρα, ιουνίου, κοπελα, μπροστα, νιωθεις, παιχνιδι, pixar, σημαίνει, σκηνη, υπεροχο, ξεκινησε, ζωγραφος
Τυχαία Θέματα