Η οργή της Έρικα Μαν

Δύο σκηνές με καθήλωσαν στην υποβλητική ταινία «Πατρίδα» του Πάβελ Παβλικόφσκι με θέμα την επιστροφή του μεγάλου αυτοεξόριστου Τόμας Μαν στην ηττημένη Γερμανία το 1949. Η πρώτη είναι το ξέσπασμα της κόρης του Ερικα κατά του πατέρα της. Τον κατηγορεί ότι «υπερίπταται» ως πνευματικός νάρκισσος μιας σκληρής πραγματικότητας, μιλώντας με τα ωραία λόγια ενός ξεπερασμένου ουμανιστικού πολιτισμού.

Του θυμίζει ότι κάτω από τις υψιπετείς ομιλίες για τον Γκαίτε που ο Τόμας Μαν κάνει τόσο στη δυτική όσο και στην ανατολική Γερμανία, υπάρχει η σκληρή αλήθεια μιας κατεστραμμένης και τεμαχισμένης χώρας, ενώ αναδύεται ο νέος ψυχροπολεμικός κόσμος της εξω-ευρωπαϊκής ισχύος (ΗΠΑ – ΕΣΣΔ) και της πυρηνικής εποχής. Το χάσμα μεταξύ ενός παλαιού ιδεώδους και της ερειπιώδους ακόμα «υπαρκτής  πραγματικότητας» του μεταπολεμικού κόσμου ήταν δυσθεώρητο.

Η σκηνή υποβάλλει παραλληλισμούς με το παρόν. Η επιτυχία του AfD στα δύο κρατίδια της Γερμανίας εντάσσεται στη γενική άνοδο της Ακροδεξιάς που σημειώνεται στον 21ο αιώνα. Επιπλέον όμως, οι αναφορές στο ναζιστικό παρελθόν δίνει μια πρόσθετη απειλητική όψη στο φαινόμενο. Ζούμε μια γενική «στροφή στα δεξιά» ή κάτι βαθύτερο και πολυπλοκότερο από τις αλλαγές του πολιτικού κλίματος που κατά καιρούς συμβαίνουν; Φαίνεται να συμβαίνει το δεύτερο.

Τροποποιώντας μια παλιά διάσημη φράση του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, είναι σαν να εξαντλείται η προωθητική δύναμη του μεταπολεμικού δυτικού δημοκρατικού φαντασιακού. Του μείγματος δηλαδή θεσμών, αξιών και πρακτικών με τις οποίες οι δυτικές κοινωνίες αντιλήφθηκαν και νοηματοδότησαν την ιστορική εξέλιξη μετά τις οδύνες δύο παγκόσμιων πολέμων. Ολο και περισσότερο αυτό το δημοκρατικό φαντασιακό που διαμόρφωσε την πολιτική της Δύσης μοιάζει σαν ένας παρελθοντικός λόγος που «υπερίπταται» των σκληρών καταστάσεων που διαμορφώνουν οι πολυκρίσεις, οι πόλεμοι και η αλλαγή των διεθνών γεωπολιτικών συσχετισμών. Κατά τούτο θυμίζει την οργή της Ερικα Μαν.

Το μεταπολεμικό δυτικό δημοκρατικό φαντασιακό περιλάμβανε δύο γενικές πεποιθήσεις. Η πρώτη ήταν η υπεροχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας έναντι των αντιπάλων της που επέφερε την επικράτηση της «Δύσης» έναντι  της «Ανατολής». Η δεύτερη ήταν ότι το μοντέλο της Δύσης θα εξαπλωνόταν αργά ή γρήγορα παγκοσμίως. Οι δύο πεποιθήσεις σχηματίστηκαν σε δύο διαδοχικές ιστορικές περιόδους.

Η πρώτη στην περίοδο του εθνικού κεϋνσιανού μεταρρυθμισμού, πρακτικά από το τέλος του Πολέμου ως τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Θεμελιακός παράγοντας ήταν η θετική συνέργεια Καπιταλισμού και Δημοκρατίας στο πνεύμα του αντιφασισμού και του ανταγωνισμού με τον σοβιετικό κομμουνισμό ποιο σύστημα θα εξασφάλιζε περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Ο βιομηχανικός Καπιταλισμός προσέφερε τον οικονομικό δυναμισμό και η Δημοκρατία υπό τη διεύθυνση των μεγάλων μαζικών κομμάτων και συνδικάτων οργάνωνε την αναδιανομή και την κοινωνική ανοδικότητα.

Η συνέργεια οργανωνόταν από το έθνος-κράτος σε συνδυασμό όμως με την αύξουσα διεθνοποίηση που επέφερε η συγκρότηση του δυτικού μπλοκ υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Η επιτυχία του μοντέλου στο κοινωνικό επίπεδο εκφράστηκε με τη ραγδαία βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, την ανάδυση της καταναλωτικής κοινωνίας, τη μαζικοποίηση των μεσαίων στρωμάτων, την ενδυνάμωση της ατομικότητας συνδεδεμένη ακόμα με εδραίες συλλογικές ταυτότητες έτσι ώστε να διατηρείται μια ισορροπία ατομικού δικαιώματος και ατομικής ευθύνης.

Η δεύτερη πεποίθηση σχηματίστηκε μετά την πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού. Η Δύση εμφανιζόταν θριαμβεύτρια, ο Καπιταλισμός εξαπλώθηκε παγκοσμίως σπάζοντας τα σύνορα του έθνους-κράτους, αλλά η Δημοκρατία δεν τον ακολούθησε. Αυταρχικά καθεστώτα με πρώτη την Κίνα γίνονται παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις, χωρίς να ωθούνται στον εκδημοκρατισμό όπως θα υπέθεταν ένας απλοϊκός φιλελευθερισμός και ένας οικονομίστικος μαρξισμός.

Την ίδια περίοδο στη Δύση ο μεταβιομηχανικός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός συνέχιζε να ωθεί την ανάπτυξη, ενώ παράλληλα άλλαζε την κοινωνική δομή, αύξανε τις ανισότητες και εισήγαγε μια δομική αστάθεια στο σύστημα όπως θα φανεί με την κρίση του 2008. Εκ των υστέρων μοιάζει με ειρωνεία της Ιστορίας το γεγονός ότι την ώρα που συζητιόταν το «τέλος της Ιστορίας», η Δύση και η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία έχαναν έδαφος σε έναν κόσμο οικονομικά αλληλεξαρτημένο και γεωπολιτικά συγκρουσιακό.

Στην ουσία, άλλαζε η σχέση Καπιταλισμού και Δημοκρατίας, αναιρούνταν βαθμιαία οι ιστορικοί-δομικοί παράγοντες που είχαν καθιερώσει μεταπολεμικά τη θετική συνέργειά τους και είχαν διαμορφώσει το διπλό δυτικό δημοκρατικό φαντασιακό. Ακόμα χειρότερα φαίνεται ότι βασικές όψεις του σημερινού ολιγαρχικού Καπιταλισμού υπονομεύουν ευθέως τη Δημοκρατία.

Η πιο ακραία μορφή είναι ασφαλώς η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών που καθορίζουν την εξέλιξη και τους ρυθμούς της τεχνητής νοημοσύνης. Οι ίδιοι περίπου, ελέγχοντας τα social media, έχουν ιδιωτικοποιήσει τη «δημόσια σφαίρα», ένα από τα ιστορικά θεμέλια της φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας. Και από την άλλη, στον εξωδυτικό κόσμο ο καπιταλισμός αποδεικνύεται πολύτιμο εργαλείο στα χέρια αυταρχικών ηγετών και ηγεσιών.

Ολα αυτά βεβαίως ευνοούν την εμφάνιση και την ενδυνάμωση των αντιδημοκρατικών δυνάμεων και νοοτροπιών, όπως διαρκώς πλέον διαπιστώνουμε. Τα κατεστημένα κόμματα πληρώνουν το κόστος αυτής της αλλαγής στο μέτρο που θεωρούνται εγκλωβισμένα σε ένα παρόν χωρίς μέλλον. Συχνά λέγεται ότι «το Κέντρο υποχωρεί έναντι των άκρων» αλλά στην πραγματικότητα η γενικευμένη πίεση έρχεται από την Ακροδεξιά και μόνο κατ’ εξαίρεση από τα αριστερά.

Τα κομματικά συστήματα που είχαν παγιωθεί περίπου στα τέλη του προηγούμενου αιώνα υφίστανται δομικές αλλαγές, κατατμήσεις και πολώσεις. Πρόκειται για κρίση αντιπροσώπευσης που αφήνει ακέραιο το δημοκρατικό θεσμικό σύστημα και τη δημοκρατική κουλτούρα των δυτικών χωρών; Δεν είναι καθόλου σίγουρο. Μπορεί οι κομματικές ανακατατάξεις να είναι θεαματικότερες των  θεσμικών, αναμφίβολα όμως συμβαδίζουν με φαινόμενα που πληγώνουν γενικότερα τον κεκτημένο πολιτισμό της Δημοκρατίας. Αρκεί να κοιτάξουμε τις ΗΠΑ.

Το παιχνίδι είναι ανοιχτό και αβέβαιο. Γυρίζω έτσι στην ταινία του Παβλικόφσκι και στη δεύτερη σκηνή που με καθήλωσε όπως είπα στην αρχή. Εχοντας  ολοκληρώσει τις ομιλίες του, ο Τόμας Μαν και η κόρη του σταματούν σε μια κατεστραμμένη από τους βομβαρδισμούς εκκλησία στο Αρνσταντ. Λίγο πριν στο αυτοκίνητό τους ο Τόμας Μαν ανοίγει το ραδιόφωνο να ακούσει προφανώς μουσική και το κλείνει αμέσως καθώς ο πρώτος σταθμός παίζει ένα ανόητο αμερικανικό τραγουδάκι της εποχής και ο δεύτερος ένα σοβιετικό εμβατήριο. Μόλις μπαίνουν στο κτίριο ένα όργανο αρχίζει να σκορπίζει τις νότες μιας καντάτας του Μπαχ. Πατέρας και κόρη αμίλητοι αφήνουν τα δάκρυα και τη συγκίνησή τους να αναβλύσει. Είναι η αποδοχή της καταστροφής; Είναι η αντιπαράθεση του θεϊκού Μπαχ έναντι των χαζοτράγουδων που μόλις είχαν ακούσει; Είναι η υπόσχεση μιας νέας ανάτασης;

Ο παραλληλισμός με το παρόν είναι προφανής. Στη σημερινή κατάσταση αβεβαιότητας και ανασφάλειας θα μπορέσει η Δημοκρατία να αντιτάξει τις πολιτικές και ηθικές της παραδόσεις έναντι του ανερχόμενου αυταρχισμού και της πολιτισμικής παρακμής; Δεν είναι τυχαίο ότι το δίλημμα απευθύνεται και πολιτικοποιεί πρωτίστως την Ευρώπη. Γερμανός και Ευρωπαίος ήταν άλλωστε ο Μπαχ.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Keywords
Τυχαία Θέματα