Το κενό

Φλας μπακ: Πριν από τέσσερα χρόνια ακριβώς, τον Σεπτέμβριο του 2022, η εταιρεία δημοσκοπήσεων Metron δημοσίευε το μηνιαίο forum της σε μια στιγμή του πολιτικού χρόνου, ανάλογη με τη σημερινή. Η τετραετία θα ολοκληρωνόταν σε λίγους μήνες. Οι εκλογές ήταν επί θύραις. Το κλίμα ήταν βαρύ, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία είχαν γίνει ήδη αισθητές και στις σχέσεις με την Τουρκία επικρατούσε

μια επικίνδυνη ένταση διαρκείας. Αλλά η αισιοδοξία δεν μας είχε ακόμη εγκαταλείψει. Οι προσδοκίες για το μέλλον παρέμεναν ακόμη σε οριακά θετικό έδαφος.

Στο περιβάλλον αυτό, το κυβερνητικό σχήμα μπορεί να παρουσίαζε σημάδια φθοράς και ο αντιμητσοτακισμός των social media να έβραζε, όμως σε κρίσιμους τομείς οι κυβερνητικές επιδόσεις αξιολογούνταν θετικά (από 50% έως και 77% θετικές κρίσεις για την εξωτερική πολιτική, τον ψηφιακό μετασχηματισμό ή τον τουρισμό), η πρόθεση ψήφου για τη ΝΔ μετριόταν στο 29% και κατ’ εκτίμηση στο 36%, ενώ ο βασικός της αντίπαλος, ο ΣΥΡΙΖΑ, που είχε ακόμη τον Τσίπρα επικεφαλής, μετριόταν στο 25% και το ΠΑΣΟΚ στο 15%.

Μέχρι να έρθει η ώρα των εκλογών βέβαια, μεσολάβησαν πολλά και αναπάντεχα – το μέγα δράμα των Τεμπών, προπάντων. Μα όταν στήθηκαν οι κάλπες τον Μάιο του 2023, η βασική τάση που είχε καταγραφεί τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, επιβεβαιώθηκε. Η ΝΔ κέρδισε με 40,8%, πέντε μονάδες πάνω από την εκτίμηση ψήφου, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε στο 20,7%.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, μια νέα έρευνα της ίδιας εταιρείας επιτρέπει να δούμε καθαρά τις διαφορές του τώρα από το τότε. Η Metron καταγράφει μια επιταχυνόμενη βύθιση στην απαισιοδοξία, τη δυσπιστία και την απογοήτευση. Ενα 66% πιστεύει ότι η χώρα πηγαίνει σε λάθος κατεύθυνση (ήταν 56% το 2022). Ενας στους δύο θεωρεί ότι η προσωπική του οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε μέσα στον περασμένο χρόνο, ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης μετακινήθηκε σε αρνητικό έδαφος, στο -51% από -41% τον Ιούνιο, ένα 64% έχει αρνητικές προσδοκίες για το μέλλον, κι εκείνοι που αισθάνονται απροστάτευτοι, εκτός των τειχών, καταγράφονται σ’ ένα ιστορικό υψηλό, 54%.

Αυτό το κοινωνικό κλίμα, ωστόσο, δεν αντανακλάται στην πολιτική βιτρίνα που μοιάζει ίδια και απαράλλαχτη. Σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε στη διάταξη των κομμάτων από τον περασμένο Μάιο, όταν δύο νέα κόμματα προστέθηκαν στον λογαριασμό, η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και η Ελπίδα της Μαρίας Καρυστιανού. Η δύναμη των κομμάτων καταγράφει μικρές, ασήμαντες αυξομειώσεις. Η απήχηση των πρωταγωνιστών μένει πάνω-κάτω σταθερή. Κι αν υπάρχει κάτι σαν είδηση σε όλα αυτά είναι, αφη επιβεβαίωση του ρυθμού με τον οποίο εξαερώνεται το πολιτικό εγχείρημα της κ. Καρυστιανού και αφετέρου η αντοχή του ΠΑΣΟΚ απέναντι στην πίεση του Αλέξη Τσίπρα.

Πώς γίνεται, λοιπόν, και αυτή η ανήσυχη, απογοητευμένη και απαισιόδοξη χώρα αφήνει αμετακίνητη τη θρυλική «βελόνα» των κομματικών συσχετισμών; Πώς και δεν εκπροσωπείται ισχυρότερα στις δημοσκοπήσεις ένα αίτημα «αλλαγής», που υποστηρίζει ένα ποσοστό γύρω στο 60% του εκλογικού σώματος, σταθερό εδώ κι ένα χρόνο; Μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι πως η κυβέρνηση, με όλη τη φθορά του χρόνου, τις αποτυχίες ή τα σκάνδαλα, δεν έχει εντελώς διαρρήξει τη σχέση εμπιστοσύνης με ένα μειοψηφικό μεν, αλλά συμπαγές κοινωνικό ακροατήριο.

Μόνο που οι θετικές αξιολογήσεις για την κυβέρνηση συνολικά είναι μόλις στο 29% μετά τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ, ενώ στο κρίσιμο πεδίο της οικονομίας αλλά και της δημοκρατίας και των θεσμών αξιολογείται αρνητικά από ένα θηριώδες 76% και 72% αντίστοιχα. Η ασυμμετρία προβάλει έτσι πολύ εντονότερη· και η εξήγηση για την κολλημένη δημοσκοπική βελόνα πρέπει να αναζητηθεί αλλού.

Στην παρατεταμένη αδυναμία της αντιπολίτευσης να συγκροτήσει εναλλακτική κυβερνητική λύση; Στο επίμονο κενό εκπροσώπησης στην ευρύτερη Αριστερά και Κεντροαριστερά; Στο γεγονός ότι η αντιπολίτευση έχει παραχωρήσει στην κυβερνητική παράταξη τη μονοπωλιακή σχεδόν εκπροσώπηση ενός αιτήματος «σταθερότητας», που η συννεφιασμένη διεθνής και οικονομική συγκυρία είναι λογικό να ευνοεί;

Το βέβαιο είναι ότι ανάμεσα στο εκλογικό σώμα – όπως το καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις – και τον κόσμο της πολιτικής φαίνεται να υπάρχει μια μεγάλη δυσαρμονία· ένα κενό εκπροσώπησης. Το βέβαιο είναι επίσης, ότι με όρους σταθερότητας, η εκλογική εξίσωση δεν βγαίνει.

Η απόσταση που χωρίζει τη ΝΔ από το όριο της αυτοδυναμίας είναι κατά 5-6 μονάδες μεγαλύτερη από ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια – αδύνατον να καλυφθεί. Ο χώρος στα δεξιά της έχει διπλασιαστεί μέσα σε 4 χρόνια και μοιάζει να σταθεροποιείται. Με τις δυνάμεις της «συστημικής» αριστερής και κεντροαριστερής αντιπολίτευσης, οι σχέσεις έχουν τόσο δηλητηριαστεί (με κυβερνητική ευθύνη), ώστε να τις χωρίζει μια αγεφύρωτη δυσπιστία. Μα και εντός του χώρου της αντιπολίτευσης, μια ισορροπία τρόμου κρατά τα δύο κόμματά της σε μεγάλη απόσταση από τον πρώτο και σε ακόμη μεγαλύτερη μεταξύ τους.

Βρισκόμαστε έτσι, σε μια κατάσταση όπου το κόμμα που διεκδικεί να είναι φορέας της σταθερότητας έχει γίνει, απομονωμένο, παράγοντας πολιτικής αστάθειας. Και τα κόμματα που θα μπορούσαν να εκπροσωπήσουν το αίτημα της αλλαγής μοιάζουν αδύναμα να χτίσουν μια κοινωνική συμμαχία, που να περιλαμβάνει και τους «εντός» και τους «εκτός» και να έχει πλειοψηφική προοπτική. Ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να επικρατήσει στον εσωτερικό, της αντιπολίτευσης, ανταγωνισμό με το «ή εμείς ή κανείς»· αλλά οι πρώτοι δημοσκοπικοί αριθμοί δεν υποστηρίζουν το σλόγκαν. Και δεν διακρίνεται, στην ομίχλη της δυσπιστίας, κάποιο κοινωνικό ρεύμα που να εμπνέεται από μια κάποια ελπίδα. Ολα παραμένουν ανοιχτά.

Υστερόγραφο: Σε μια από τις τελευταίες παρεμβάσεις του, μιλώντας στην τελετή υποδοχής του ως μέλους της Ακαδημίας, με θέμα ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έλεγε πως «το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων ανθρώπων σήμερα συνοψίζεται στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο «όλοι μας» ή «κανείς»». Ας τον ξαναδιαβάσουμε.

Keywords
Τυχαία Θέματα