Ένα σπασμένο κόκαλο

Ο οδηγός του πούλμαν μάς ανακοίνωσε ξερά ότι το όχημά του δεν πάει στα κατσάβραχα. «Οι δόσεις του με γδέρνουν κάθε μήνα, δεν αντέχω να πληρώνω και συνεργεία…». Μας άφησε συνεπώς στην αρχή του χωματόδρομου. Ανάγκασε έξι ανθρώπους – οι μισοί άνω των ογδόντα – να σκαρφαλώσουν ένα κακοτράχαλο χιλιόμετρο μέχρι το ξενοδοχείο. Πώς και κανείς μας δεν τον έβρισε, δεν τον απείλησε ότι θα τον καταγγείλει; Είχαμε μάλλον ήδη ξεθεωθεί από το ταξίδι.

Στιγμή δεν το σκέφτηκα. Φορτώθηκα μαζί με τη δική μου και τις αποσκευές των πιο ηλικιωμένων συνεκδρομέων μου. Η βαλίτσα μου ευτυχώς έχει ροδάκια. Στους

ώμους μου συνεπώς έπεφταν δύο σακ-βουαγιάζ. Oχι ιδιαίτερα βαριά, οι παλιοί άντρες ταξιδεύουν μόνο με τα απαραίτητα: τρεις σωβρακοφανέλες, μια ζακέτα, ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια και τα χάπια τους. Aσε που δεν παίρνουν μαζί τους λάπτοπ – «τι να το κάνω στο νησί;» σε ρωτούν με αφοπλιστική αθωότητα. Μου βγήκε παρά ταύτα η γλώσσα έξω, δεν με λες γαρ και ξεπεταρούδι. Στην πύλη του ξενοδοχείου τούς τα παρέδωσα – «δεν χρειαζόταν!» μου είπαν σχεδόν ενοχλημένοι, το να με ευχαριστήσουν θα ισοδυναμούσε με ομολογία της ανάγκη τους.

Γιατί το έκανα αυτό; Βαδίζω μήπως στα ίχνη του Σίμωνος του Κυρηναίου που φορτώθηκε τον σταυρό του Ιησού; Μπα… Δεν διακρίνομαι για τη συμμόρφωσή μου προς τις θείες εντολές – πολύ δύσκολα θα πίστευα ότι έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ’ ορά και τους πάντες κρίνει. Είμαι καλός άνθρωπος όπως θα το όριζαν οι πρόσκοποι; Είτε καθ’ έξιν «αλληλέγγυος» σαν τους συμπολίτες μας που συμμετέχουν σε συλλογικές δράσεις κι έπειτα κοκορεύονται και το εξαργυρώνουν ανεβαίνοντας στην εκτίμηση, αν μη τι άλλο, των γύρω τους; Ουδόλως. Η ευαισθησία ως τικ, ιδίως όταν είναι πολιτικά στρατευμένη, μού προξενεί αναφυλαξία. Μάλλον συνιστούσε για μένα ζήτημα κοινωνικής παιδείας. Σαβουάρ βιβρ.

Ψέματα λέω. Βλέποντας τους πρεσβύτες αντιμέτωπους με το καψόνι που τους σκάρωσε ο άθλιος λεωφορειατζής, να αναρωτιούνται σιωπηλά αν θα τα βγάλουν πέρα, μου ήρθε η εικόνα του παππού μου, ο οποίος έζησε ως τα ενενήντα οχτώ. Πόσο θα εξοργιζόμουν εάν βρισκόταν εκείνος στη θέση τους και κανείς δεν του έτεινε χέρι βοήθειας; Σκέφτηκα, κατά βάθος, και τον εαυτό μου σε είκοσι πέντε χρόνια. Εκτός απ’ την οδύνη της σωματικής ανημπόριας, δεν θα με βύθιζε και σε υπαρξιακή απελπισία να με αφήσει στα στερνά μου το κοπάδι πίσω; «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν…» θα μονολογούσα πικρότατα. Ισως ακόμα και να παραιτούμην από την προσπάθεια – για ποιον λόγο να ανέβω; Για να καταρρεύσω ξέπνοος σε ένα μοναχικό κρεβάτι;

Τέτοιες ταυτίσεις, εγωιστικές, βρίσκονται πίσω κι από τις πιο ευγενείς μας  συμπεριφορές. Ουδείς συμπάσχει γενικά και αφηρημένα με την οικουμένη. Ο άλλος που υποφέρει έχει πάντα – ή του δίνουμε εμείς – πρόσωπο. Πρόσωπο που μας καθρεφτίζει. Οταν προσφέρουμε ανιδιοτελώς τάχα στον ξένο, εκείνος παύει αυτομάτως να ‘ναι ξένος. Γίνεται ένας από εμάς. Μας πλουτίζει, ψυχικά έστω.

Η αληθινή υπέρβαση, θα παρατηρήσετε, έγκειται στο να βοηθάμε κι όποιον δεν συμπαθούμε. Κι όποιον μας έχει βλάψει ακόμα. Ετσι υπερβαίνουμε τη θνητότητά μας, έτσι ενωνόμαστε με το σύμπαν. Μακάρι να το εφαρμόζετε. Εγώ πόρρω απέχω από κάτι τέτοιο.

Να μη σε αφήσει το κοπάδι πίσω… Πότε ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος; Χρονολογείται ακριβώς ισχυρίζονται κάποιοι επιστήμονες, υπολογίζοντας την ηλικία ενός ισχίου – παλαιοντολογικού ευρήματος – που υπέστη κάταγμα και γιατρεύτηκε.

Εως τότε, στις αγέλες των περιπλανώμενων για τροφή προγόνων μας, άμα αρρώσταινες ή τραυματιζόσουν και βραδυπορούσες, αφηνόσουν στη μοίρα σου. Σε καταβρόχθιζαν τα θηρία. Αίφνης έναν άτυχο τον λυπήθηκαν. Δεν τους πήγαινε η καρδιά να τον παρατήσουν. Τον περιέθαλψαν, τον πήρανε στα χέρια, τον κέρασαν νερό, τροφή, θα του έδιναν στην πανάρχαια γλώσσα τους και κουράγιο για να αντέξει. Κι όταν θα στάθηκε ξανά στα πόδια του, το πρώτο αβέβαιο βήμα του ήταν το μεγαλύτερο. Tο πιο ένδοξο. Για όλους μας.

Keywords
Τυχαία Θέματα