Δεν θέλω να με κοιτάς

Εχει δίκιο στα λεγόμενά του ο κύριος Χειλάκης. Μου έχει συμβεί κι εμένα το ίδιο αλλά με το άγαλμα του Κολοκοτρώνη πάνω στ΄άλογο, Σταδίου 13, ανατολικά της Παλιάς Βουλής. Αδύνατον να του κρυφτώ. Οπου και να πάω, τεντώνει το χέρι και με δείχνει με το δάχτυλο, «Νάτην, νάτην. Πιάστε την» σαν να λέει. Αυτή η μανία καταδιώξεως έχει και τα θετικά της.

Αν πρόκειται για σέλφι, είναι το αγαπημένο μου spot. Κι επειδή δεν έχω το μπόι να στηθώ κολλητά, cheek to cheek με την περικεφαλαία του, πάω και στήνομαι στα πεδινά, μπροστά από τα δυο χάλκινα ανάγλυφα της βάσης, σ΄εκείνο με τη μάχη των Δερβενακίων, κατά προτίμηση. «Πίσω και σας έφαγα» βροντοφωνάζω στα ασκέρια του Δράμαλη –  μ’ ακούνε μέχρι απέναντι στο Galaxy οι πότες και κουνάνε με θλίψη το κεφάλι τους. «Ολα είναι ατμός», συμφωνούν μεταξύ τους.

Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα αν κάποιος σε ακολουθεί διαρκώς με το βλέμμα, εκτός κι αν είναι ο σκύλος σου. Η διάσταση της ανεξαρτησίας, της αυτενέργειας και της ιδιωτικότητας δεν απασχολεί καθόλου τον κ. Χειλάκη, όπως κι όλους εμάς που ο οργανισμός μας παράγει τέτοιους ιδεασμούς. Είτε είναι το βλέμμα της Μόνα Λίζα, είτε του Τσίπρα, είτε το δάχτυλο του Κολοκοτρώνη, είτε το μάτι του Πολύφημου, είτε το μάτι της γαρίδας, άπαξ και πάρει μπρος το καρουζέλ με τις μανίες κι αρχίσει να γυρίζει, το θέμα είναι να σωθείς.

Πώς; Πώς; Πώς; Εδώ σε θέλω.

Δεν νομίζω ότι είναι και τόσο δύσκολο να βρει κανείς στο κόμμα του Τσίπρα πόρτα για τον χειμώνα, κι ας κάνει τον ακατάδεκτο για να τους λιανίσει ολωσδιόλου τον τσαμπουκά. Τους βλέπει και τον βλέπουνε πόσο κενός στελεχών είναι και πόσο λευκό χαρτί περισσεύει στα ψηφοδέλτιά του ανά την επικράτεια. Με τι θα τα γεμίσει; Από τη μια άκρη του σκοινιού τραβάει η Ζωή κι από την άλλη βάζει κόντρα η Καρυστιανού. Κι ό,τι έχει απομείνει, βρίσκεται κιόλας πάνω στο καρουζέλ.

Keywords