Κριτική Δικαστικών Αποφάσεων

Επωνύμως

Η αξιοπιστία και το κύρος των δικαστών δεν μετριέται με την ικανοποίηση όσων δικαιώνονται με τις αποφάσεις τους, αλλά με την εκ των προτέρων αποδοχή της κοινωνίας που τελικά καθιστά τις αποφάσεις τους σεβαστές και όχι απλώς δεσμευτικές.

1. Από τα Πολιτικά του Αριστοτέλη μέχρι το Πνεύμα των Νόμων του Μοντεσκιέ και έκτοτε, σε όλες τις παραλλαγές της οργανωμένης πολιτείας οι κρατικές λειτουργίες διακρίνονται σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική και ασκούνται από διαφορετικά όργανα.

Έτσι επιδιώκεται και επιτυγχάνεται ο αμοιβαίος έλεγχος και η εξισορρόπηση των τριών

μορίων της πολιτείας.

2. Στη δικαστική εξουσία, που αδόκιμα αποκαλείται και Δικαιοσύνη, ανατίθεται η απονομή δικαίου. Ο προορισμός της δικαστικής εξουσίας έγκειται στον έλεγχο κάθε εξουσίας και δραστηριότητας προς διασφάλιση κοινών αγαθών των ανθρώπων και αποτροπή κατάχρησης εξουσίας καθώς και προς κατοχύρωση των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου έναντι κάθε τάσης επιβολής ισχυρών ατόμων ή συλλογικοτήτων επί μεμονωμένων προσώπων ή του κοινωνικού συνόλου.

Με άλλες λέξεις, η δικαστική εξουσία εγγυάται την τήρηση της νομιμότητας και την προστασία των πολιτών έναντι ενδεχόμενης καταχρηστικής άσκησης οποιασδήποτε δημόσιας ή ιδιωτικής εξουσίας καθώς και προσβολής των ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων.

Κατά τη δικαιοδοτική κρίση τους, οι δικαστές δεσμεύονται μόνο από το Σύνταγμα, τους σύμφωνους με το Σύνταγμα νόμους, τους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες διεθνούς δικαίου και τις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συνθήκες.

3. Το δίκαιο είναι κατ' εξοχή πολιτικό φαινόμενο, αφού είναι προϊόν της ενιαίας κρατικής εξουσίας και υπηρετεί την επιδίωξη εξασφάλισης του κοινού καλού, τη ρύθμιση των κοινωνικών συγκρούσεων με τη προστασία των έννομων αγαθών των πολιτών και της κοινωνίας και την οριοθέτηση του ανταγωνισμού ατομικών και συλλογικών συμφερόντων. Υπ' αυτή την έννοια είναι εκδήλωση πολιτικής αντίληψης και θέλησης, που διατυπώνεται με νόμους, δικαστικές αποφάσεις και πρακτικές εφαρμογής αυτών, ενώ ταυτόχρονα είναι πανίσχυρο μέσο διάκρισης επιτρεπτού και απαγορευμένου και τελικά καλού και κακού.

Συχνά χρησιμοποιείται ως εργαλείο κατάκτησης και διατήρησης της εξουσίας, οπότε και μεθίσταται από το πεδίο διασφάλισης του κοινού καλού στην εργαλειοθήκη ιδιοτελών σκοπών πολιτικών προσώπων και ομάδων, οπότε και μετατρέπει τους δικαστές από διαιτητές σε παίκτες στο γήπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης και της κομματικής αντιδικίας.

4. Στο μέτρο, που πηγή όλων των εξουσιών είναι ο λαός, ουδεμία κρατική εξουσία είναι ανέλεγκτη στην άσκησή της και ουδείς φορέας αυτής βρίσκεται στο απυρόβλητο, άρα και η δικαστική εξουσία υπόκειται στον έλεγχο των πολιτών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική των δικαστικών αποφάσεων είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν αποτελεί επέμβαση στο έργο του δικαστή και δεν επιχειρεί τον επηρεασμό της δικαιοδοτικής κρίσης του. Μάλιστα αυτή η κριτική δεν περιορίζεται στην επιστημονική κριτική των ειδημόνων νομικών, που θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος, αλλά πέραν αυτής επεκτείνεται στο δικαίωμα κάθε πολίτη να κρίνει την ορθότητα ή μη κάθε δικαστικής απόφασης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη κριτική δικαστικών αποφάσεων από όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, ή και από άλλο όργανο της δικαστικής εξουσίας, η οποία δεν μπορεί να απαγορευθεί, αλλά πρέπει να ασκείται με φειδώ και να αποφεύγεται, όταν η σχετική υπόθεση εκκρεμεί προς εκδίκαση, υπό τον όρο ότι δεν γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της κρινόμενης απόφασης από όχι σπάνιες διαρροές μελών του εκδικάζοντος δικαστηρίου, που υπονομεύουν την ανεξαρτησία των δικαστών εκ των έσω.

Παράλληλα, ο έλεγχος του τρόπου λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας από τους αντιπροσώπους του λαού στη Βουλή συνιστά έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, που επιτρέπεται και επιβάλλεται για τη βελτίωση της απονομής του δικαίου.

Η άποψη ότι οι απλοί πολίτες δεν είναι ικανοί και ώριμοι να κρίνουν το έργο των δικαστών είναι αδιανόητη σε δημοκρατικό πολίτευμα, αφού παραπέμπει σε θεωρίες περί επαϊόντων και ειδημόνων, που είναι εχθρικές προς τη θεμελιώδη στις δημοκρατίες αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

5. Στη Ελλάδα η κρίση στην απονομή δικαίου έχει παρελθόν με ευθύνη δικαστών, δικηγόρων, γραμματέων, δικαζομένων και νομοθέτη. Η υπέρβασή της δεν επιτυγχάνεται με σιωπή των αμνών, αλλά με δημόσια κριτική των πράξεων και παραλείψεων των υπευθύνων για τα δεινά της.

Η δικαστική εξουσία ως θεσμός συμβολίζει τη Δικαιοσύνη και για να είναι αποτελεσματική και σεβαστή πρέπει να στηρίζεται στην εμπιστοσύνη των πολιτών, που δεν κατακτάται με τη θωράκιση του δικαστή στη σφαίρα του ανεξέλεγκτου, αλάθητου και υπεράνω υποψίας αλλά με την αναγνώριση της ανθρώπινης φύσης του, που σφάλλει, όπως όλοι οι άνθρωποι.

Οι δικαστές δεν είναι πρωτοετείς φοιτητές της Νομικής που βαθμολογούν μόνοι τα γραπτά τους, δεν προστατεύονται με κουκουλώματα και συγκαλύψεις, είναι ανεξάρτητοι όχι για να αγνοούν την πρωταρχική πηγή του δικαίου δηλαδή τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της λαϊκής κυριαρχίας αλλά για να μην εμποδίζονται να τη σέβονται και να την υπηρετούν.

Με την κριτική γίνεται αποδεκτή η δεσμευτικότητα δικαστικών αποφάσεων αλλά αμφισβητείται η ορθότητά τους. Και αυτό είναι και νόμιμο και επιθυμητό.

Η αξιοπιστία και το κύρος των δικαστών δεν μετριέται με την ικανοποίηση όσων δικαιώνονται με τις αποφάσεις τους, αλλά με την εκ των προτέρων αποδοχή της κοινωνίας που τελικά καθιστά τις αποφάσεις τους σεβαστές και όχι απλώς δεσμευτικές.

*Ο Γ. Μαντζουράνης είναι δικηγόρος

ΜαντζουράνηςΔικαιοσύνηΔικαστήριοδικαστικές αποφάσειςHas video: Exclude from popular: 0
Keywords
Τυχαία Θέματα