Ο λαϊκισμός των συντάξεων

Το νησί του Πάσχα είναι το πιο απομονωμένο σημείο του πλανήτη, μια κουκίδα γης στη μέση του Ειρηνικού. Εκεί άκμασε μια κοινωνία μέχρι που εξάντλησε τους περιορισμένους φυσικούς πόρους του νησιού. Και κατέρρευσε, όταν από τα πλούσια δάση δεν έμεινε ούτε ένα δέντρο, να κατασκευάσουν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους πλεούμενα. Το νησί έχει το μέγεθος της Μήλου. Από την κορυφή του, οι κάτοικοι μπορούσαν να μετρήσουν τα εναπομείναντα δέντρα,

πριν κόψουν και τα τελευταία. Γι’ αυτό εκτός της οικολογικής διάστασης, η ιστορία του είναι και τυπικό παράδειγμα μιας κοινωνίας που καταρρέει ανίκανη να δει πέρα από τη μύτη της, να φροντίσει το αύριο.

Θυμήθηκα το νησί του Πάσχα με αφορμή την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού για τη «13η σύνταξη» και τις αμήχανες αντιδράσεις των κομμάτων. Διότι ο τρόπος που κυβερνά ο κ. Τσίπρας θέτει ένα βασικό ερώτημα: ο προϋπολογισμός της χώρας θα καταρτίζεται και θα εκτελείται με πιστολιές, αρπαχτές, κατά πώς ονειρεύεται μια ξάστερη νύχτα κάποιος (οποιοσδήποτε), κατά πώς συμφέρει κάθε μήνα την κυβέρνηση (οποιαδήποτε); Γιατί στον κανονικό κόσμο τα πράγματα γίνονται με προγραμματισμό, σχεδιασμούς, ορθολογική κατανομή των διαθέσιμων πόρων του κράτους, ιεράρχηση προτεραιοτήτων και αναγκών.

Ενας υπεύθυνος Πρωθυπουργός έχει κριτήρια στη διανομή του πλούτου, ακόμη και κι αν αυτός είναι απροσδόκητος, ακόμη και αν έβρισκε χρυσοφόρο φλέβα σκάβοντας στον κήπο του Μαξίμου.
Και ειλικρινά δεν βλέπω άλλο κριτήριο πλην του ψηφοθηρικού. Είναι θυμωμένοι οι συνταξιούχοι. Και οι εν αναμονή συνταξιούχοι, οι 55άρηδες, που όχι μόνο δεν θα συνταξιοδοτηθούν πρόωρα αλλά θα λάβουν και πολύ μικρότερο εφάπαξ και επικουρική – φιλοδώρημα.

Στην πραγματικότητα, ακόμη και σήμερα ελάχιστοι λαμβάνουν σύνταξη μικρότερη από τις καταβληθείσες εισφορές. Όμως όλοι αισθάνονται αδικημένα θύματα της κρίσης, ότι έχασαν «κεκτημένα» δικαιώματα. Και, κυρίως, οι υφιστάμενοι και μελλοντικοί συνταξιούχοι συνιστούν πολυάριθμη και συμπαγή κοινωνική ομάδα. Με ισχυρή εκλογική επιρροή, που ξέρει να τιμωρεί εκλογικά.

Αντιθέτως, οι νέοι, οι άνεργοι, δεν έχουν ορατό εχθρό να διοχετεύσουν την οργή τους. Δεν υπάρχει κάποιος που τους καταδίκασε σε ανεργία με διοικητική απόφαση. Δεν αντιλαμβάνονται οι νέοι γιατροί, εκπαιδευτικοί, επιστήμονες, ότι το ΕΣΥ, τα σχολεία, ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας, το Δημόσιο, έκλεισε για αυτούς την πόρτα της εργασίας εξαιτίας της υπερστελέχωσής του μέσω του πελατειακού συστήματος από τις προηγούμενες γενιές. Δεν είναι μετρήσιμη η συσχέτιση της ανεργίας με την εντεινόμενη εισφορο-φορολόγηση.

Κι επιπλέον, η δυναμική Ελλάδα της παραγωγής, οι νεότεροι, δεν έχουν συμπαγή εκλογική εκπροσώπηση και ατζέντα διεκδικήσεων. Ακόμη χειρότερα, όσοι εξ αυτών -κοντά 400 χιλιάδες – αναζήτησαν αξιοπρεπή εργασία στην αλλοδαπή, ουσιαστικά στερούνται τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Αυτή η εκλογική ασυμμετρία δυνάμεων καθόρισε τις κυβερνητικές προτεραιότητες. Είναι μια γενικευμένη πολιτική ασυναρτησία που μας κυβερνά. Που εκλέχτηκε για να θεραπεύσει την ανθρωπιστική κρίση, που όντας στην αντιπολίτευση εκπονούσε προγράμματα για ανέργους και απόρους. Και δυο χρόνια τώρα, κυβερνώντας, υποσκάπτει τη χορήγηση του ελάχιστου προνοιακού επιδόματος (Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα) σε εκείνους που έχουν συνολικά μηνιαία εισοδήματα κάτω των 200 €. Και μέχρι πριν δύο βδομάδες, παρά την πίεση των δανειστών, δεν έβρισκε πόρους να χρηματοδοτήσουν το ΕΕΕ για το 2017. Και χθες, ισχυριζόμενοι πως βρήκαν χρυσό, έκριναν πιο επείγουσες τις ανάγκες των συνταξιούχων των 600 και 800€. Λες και είναι αόρατοι οι μακροχρόνια άνεργοι, το μεγάλο πλήθος των παιδιών και των νέων που βρίσκονται στην ακραία φτώχεια. Λες και δεν υπάρχουν πρόσφυγες με μωρά μέσα στις λάσπες.

Ομως το πρόβλημα δεν είναι μόνο της κυβέρνησης, είναι της κοινωνίας. Που, όταν αξιολογεί τα προβλήματα, στα λόγια, η ανεργία είναι το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα. Κι όταν μοιράζονται χρήματα, η συζήτηση καταλήγει πάντα στους συνταξιούχους και τις αδικίες που υπέστησαν.

Δεν είναι μόνο ύποπτη είναι πια και αποδεδειγμένα επικίνδυνη η επιλεκτική ευαισθησία του πολιτικού συστήματος για τα προβλήματα που προκάλεσε η κρίση στην συμπαθή τάξη των συνταξιούχων, νέων και γέρων. Αναμφισβήτητα έχασαν εισόδημα. Ομως καμιά αξιόπιστη μελέτη δεν δείχνει πως στην κατανομή των πόρων η τάξη των συνταξιούχων είναι πιο αδικημένη από άλλες κοινωνικές ομάδες; Κάθε άλλο! Δαπανούμε ως ποσοστό του ΑΕΠ τα περισσότερα σε όλη την Ευρώπη για συντάξεις. Με αποτέλεσμα να απομένουν ελάχιστοι πόροι για να στηρίξουμε τον άνεργο, την οικογένεια και τα παιδιά από την ακραία φτώχια. (Διάγραμμα Ι, στοιχεία Eurostat εδώ). Αυτές οι πολιτικές δεν χαρακτηρίζουν μια ευαίσθητη αλλά μια επιλεκτικά αναίσθητη κοινωνία.

[Διάγραμμα Ι: Λοιπές κοινωνικές δαπάνες είναι όλες εκείνες οι κοινωνικές δαπάνες που δεν συνδέονται με συντάξεις (δαπάνες για ανεργία, στήριξη της οικογένειας, προστασία από την ακραία φτώχια & τον κοινωνικό αποκλεισμό κ.α.)]

Γιατί οι μακροχρόνια άνεργοι είναι πολλοί και πρέπει να στηριχθούν παντοιοτρόπως. Με χρήματα, με περίθαλψη, με μετεκπαίδευση. Είναι πολύ εύκολο να παραιτηθούν, να περιθωριοποιηθούν, να απαξιωθούν. Πώς μπορεί η χώρα με τη μεγαλύτερη ανεργία στην Ευρώπη να δίνει τα λιγότερα απ’ όλους για τη στήριξη των ανέργων της και της απασχόλησης;

Τετρακόσιες χιλιάδες νέοι, καταρτισμένοι και δημιουργικοί, εγκατέλειψαν την Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης. Το 4% του πληθυσμού, 8% του παραγωγικού δυναμικού της χώρας. Πώς είναι δυνατό να μην είναι προτεραιότητά μας η δημιουργία συνθηκών που θα συγκρατήσουν εκείνους που έμειναν και σταδιακά θα κάνουν εφικτή την επιστροφή των μεταναστών μας;

Πού είναι το ένστικτο αυτοσυντήρησης της κοινωνίας μας; Είμαστε η πιο γερασμένη κοινωνία της γηραιάς ηπείρου, δεύτερη σε γεννήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ανάσχεση της δημογραφικής κατάρρευσης της χώρας θα έπρεπε να είναι κοινωνική, πολιτική και οικονομική προτεραιότητα με εκτεταμένη προσχολική φροντίδα και εκπαίδευση, με φορολογικά κίνητρα για τη δημιουργία οικογένειας, με αποτελεσματική προστασία και υποστήριξη της εργαζόμενης μητέρας… Πώς καταλήξαμε προτελευταίοι στις γεννήσεις στην Ευρώπη; Δαπανούμε τα λιγότερα από όλους για τη στήριξη της οικογένειας. Κι ούτε που μας νοιάζει!

Πρέπει να το καταλάβουμε – πρώτοι απ΄όλους οι πολιτικοί μας. Ο μόνος τρόπος να αυξηθούν οι συντάξεις μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, με τρόπο διατηρήσιμο (όχι σαν φιλοδώρημα που θα επιστραφεί), είναι να υλοποιηθούν πολιτικές που θα εξασφαλίσουν βιώσιμη και υγιή ανάπτυξη.

Οσο, λοιπόν, οι κυβερνητικές προτεραιότητες καθορίζονται από την εκλογική υπεροχή των μη παραγωγικών δυνάμεων, όσο προτάσσεται το βραχυπρόθεσμο αντί του μακροπρόθεσμου και το κομματικό αντί του συνολικού οφέλους της κοινωνίας, προκοπή δε βλέπουμε.

Εξάλλου κι εκείνοι που έκαψαν τα τελευταία δέντρα στο νησί του Πάσχα, δεν ήσαν πυρομανείς. Κάποιες ανάγκες ήθελαν να καλύψουν, κρύωναν, ήθελαν να λατρέψουν τους Θεούς τους… Αραγε εμείς θα μπορέσουμε να ιεραρχήσουμε πιο ορθολογικά τις ανάγκες μας; Θα μπορέσουμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας;

The post Ο λαϊκισμός των συντάξεων appeared first on Protagon.gr.

Keywords
Τυχαία Θέματα