End of Abyss review

Το End of Abyss είναι το πρώτο πόνημα της νεοσύστατης Section 9, η οποία στη βάση της αποτελείται από developers της σειράς Little Nightmares, κάτι που οπτικά γίνεται άμεσα αντιληπτό από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα του παιχνιδιού. Το End of Abyss όμως προσπαθεί να πετύχει κάτι πιο μεγάλο και περίπλοκο, συνδυάζοντας survival

horror, top-down twin-stick shooter μάχες και metroidvania κόσμο. Ας δούμε αν καταφέρνει να προσφέρει μία μεστή εμπειρία ή αν καταπλακώνεται από τις ίδιες του τις φιλοδοξίες.

Στο παιχνίδι αναλαμβάνετε τον έλεγχο της Cel, η οποία είναι μηχανικός και αποτελεί μέρος μιας ομάδας που περιλαμβάνει στρατιώτες, καθώς και τον αρχηγό της αποστολής, με σκοπό να ανακαλύψετε τί συμβαίνει σε ένα σύμπλεγμα απομονωμένων υπόγειων εγκαταστάσεων. Το κίνητρο γι’ αυτή την αποστολή δεν είναι πλήρως κατανοητό από την αρχή του παιχνιδιού, ενώ η ίδια η πρωταγωνίστρια ακούει μέσα από μηχανήματα μία απόκοσμη γυναικεία φωνή που την καλεί να τη βοηθήσει. Ο τρόπος αφήγησης θυμίζει έντονα Little Nightmares, αφού έχετε ελάχιστες πληροφορίες για τον τόπο στον οποίο βρίσκεστε και καλείστε να ανακαλύψετε μόνος σας τί έχει συμβεί μέσα από σημειώσεις, από σκηνικά που βλέπετε και αντιμετωπίζετε στον κόσμο του παιχνιδιού κτλ. Παρά τα ελάχιστα cutscenes και την περιορισμένη αλληλεπίδραση της Cel με την υπόλοιπη ομάδα, αφού μένει σιωπηλή σε όλη τη διάρκεια της περιπέτειας, η ιστορία κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, αν και αφήνει κάποια ερωτηματικά, τα οποία έντεχνα υπάρχουν ώστε να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.

Ξεκινώντας, το πρώτο πράγμα που παρατηρείτε είναι η ανεπανάληπτα ασφυκτική, πνιγηρή και γκροτέσκα ατμόσφαιρα του παιχνιδιού, που αποπνέει κοσμικό τρόμο. Ένας κόσμος μεταλλικός και κατεστραμμένος, που περισσότερο θυμίζει κάποιον απομονωμένο διαστημικό σταθμό, καθώς η αίσθηση της μοναξιάς, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται και άλλα μέλη της ομάδας κάπου μέσα στις εγκαταστάσεις, είναι διάχυτη παντού. Ιδιαίτερα στο πρώτο δίωρο, όπου η ανακάλυψη των περιοχών είναι περιορισμένη και κάνουν την εμφάνισή τους οι φρικαλέοι μεταλλαγμένοι εχθροί του παιχνιδιού, ο τρόμος και η ανασφάλεια σας κυριεύουν σε κάθε σας βήμα. Εκεί είναι που ο τίτλος καταφέρνει να μεταδώσει τον τρόμο, που είναι το ζητούμενο σε ένα survival horror.

Στο κομμάτι της εξερεύνησης του κόσμου, προς μεγάλη μου έκπληξη, το παιχνίδι πραγματικά παραδίδει μαθήματα level design σε metroidvania: διασυνδεδεμένες περιοχές, πανέξυπνα shortcuts, κρυφά δωμάτια που περιέχουν πραγματικά σημαντικά αντικείμενα που χρειάζεστε για την επιβίωση, αλλά και μια πρωτόγνωρη κατακόρυφη διάσταση με την κάθε περιοχή να αποτελείται από αρκετά πατώματα που συνδέονται με σκάλες, ανελκυστήρες κτλ. Η αυτοπεποίθηση του τίτλου στον τομέα του level design φαίνεται από το γεγονός ότι υπάρχουν ελάχιστα σημεία για fast travel, δείχνοντας εμπιστοσύνη στον παίκτη ότι δεν θα χαθεί στον πολυδαίδαλο κόσμο του – και δικαιώνεται πανηγυρικά! Σημαντικό ρόλο στην εξερεύνηση παίζει το scanner σας, με το οποίο η Cel, σαν άλλη… Samus Aran, σκανάρει τις περιοχές και μπορεί να βρει χρήσιμα στοιχεία, όπως ένα κρυφό πέρασμα που χρειάζεται εκρηκτικό μηχανισμό για να μπορέσετε να περάσετε από το ένα δωμάτιο στο άλλο. To scanner μπορεί επίσης να δώσει πληροφορίες για τους εχθρούς, να σας δείξει ποιο κλειδί χρειάζεται για να ανοίξετε μια πόρτα, αλλά και να βοηθήσει να λύσετε κάποιους απλούς περιβαλλοντικούς γρίφους. Ωραίος μηχανισμός, που δίνει πόντους στην ατμόσφαιρα και σας ωθεί να ψάχνετε συνεχώς όλους τους χώρους.

Ο χάρτης είναι το «ευαγγέλιο» σε κάθε metroidvania και εδώ έχει γίνει εξαιρετική δουλειά ώστε να μη χάνεστε στον κόσμο του παιχνιδιού. Έτσι, μπορείτε να δείτε στον χάρτη όχι μόνο ποια πόρτα είναι κλειδωμένη, αλλά και αμέσως το όνομα του κλειδιού που την ανοίγει, ενώ σημειώνονται όλα τα σημεία όπου συνδέονται τα πατώματα, όπως οι σκάλες και οι ανελκυστήρες, αλλά και σημεία ενδιαφέροντος που έχετε ανακαλύψει και για τα οποία χρειάζεται να βρείτε κάποιο άλλο αντικείμενο ώστε να μπορέσετε να προχωρήσετε παρακάτω κτλ.

Στο κομμάτι της μάχης, το παιχνίδι χρησιμοποιεί μηχανισμούς που συναντάμε σε καθαρόαιμα top-down twin-stick shooters όπου σημαδεύετε με τον δεξιό αναλογικό μοχλό και κινείστε με τον αριστερό. Αυτό θέλει μία εξοικείωση, αλλά εν τέλει λειτουργεί καλά, αφού, πέραν ελάχιστων περιπτώσεων, δεν υπάρχουν πολυάριθμοι εχθροί να σας κυνηγάνε ταυτόχρονα, ενώ και η δυνατότητα να κάνετε dodge επιτρέπει να απομακρύνεστε έγκαιρα από τους εχθρούς και να έχετε χρόνο να τους πυροβολάτε με ακρίβεια. Το πιστολίδι είναι ικανοποιητικό και η αίσθηση των όπλων δουλεύει σωστά, αφού καταλαβαίνετε αν πυροβολάτε με πιστόλι ή με καραμπίνα κτλ. Η ποικιλία των όπλων είναι σχετικα καλή για survival horror, καθώς υπάρχουν έξι διαφορετικά όπλα. Από την άλλη όμως πρέπει να τα ανακαλύψετε μόνος σας, αφού, πέρα από το βασικό πιστόλι που έχει άπειρα πυρομαχικά, τα υπόλοιπα όπλα είναι προαιρετικά και ενδέχεται να μην τα βρείτε ποτέ αν δεν ψάξετε και δεν ξεκλειδώσετε τα δωμάτια κάθε περιοχής! Από τη μία, η πιθανότητα να μείνετε μόνο με δύο ή τρία όπλα σε όλο το παιχνίδι μπορεί να κάνει τις μάχες επαναλαμβανόμενες και σε σημεία πιο δύσκολες, αλλά από την άλλη κάνει ακόμα πιο survival την εμπειρία και σας εθίζει περισσότερο.

Ακόμα πιο σημαντικά είναι τα διάφορα suit mods, τα οποία βρίσκετε και προσαρμόζετε στον εξοπλισμό σας και μπορούν να σας προσφέρουν περισσότερη ενέργεια ή προστασία από ραδιενέργεια κτλ και είναι επίσης θέμα εξερεύνησης το αν θα πέσουν στην κατοχή σας. Δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι πώς θα είχα επιβιώσει αν δεν είχα ανακαλύψει το suit mod που προστατεύει από τη ραδιενέργεια, όταν κατέβηκα σε μια περιοχή που κυριολεκτικά σε σκοτώνει σε χρόνο dt χωρίς το συγκεκριμένο mod.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του παιχνιδιού, που επηρεάζει και το κομμάτι της μάχης, βρίσκεται στην οικονομία του. Πέρα από το βασικό πιστόλι, για τα υπόλοιπα χρειάζεστε πυρομαχικά που πρέπει να φτιάξετε εξαργυρώνοντας fragments που πέφτουν είτε από τους αντιπάλους είτε ανοίγοντας μπαούλα και σπάζοντας κουτιά. Όμως με fragments γίνεται και η αναβάθμιση των όπλων, ώστε να είναι πιο ισχυρά, οπότε στην πραγματικότητα μπαίνετε σε μεγάλο δίλημμα: αν πρέπει να κάνετε πιο ισχυρό το όπλο σας ή να φτιάξετε πυρομαχικά για τα πιο ισχυρά όπλα – πυρομαχικά που χάνετε για πάντα αν ηττηθείτε από κάποιο boss, οπότε μετά πρέπει με κάποιον τρόπο να βρείτε εκ νέου fragments, σκοτώνοντας πάλι εχθρούς με το ίδιο βασικό όπλο. Κοινώς, είτε επιλέξετε να αναβαθμίσετε το βασικό σας όπλο, είτε φτιάχνετε πυρομαχικά, βρίσκεστε να παίζετε σχεδόν αποκλειστικά με το αρχικό σας πιστόλι σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, γεγονός που κάνει αρκετά επαναλαμβανόμενες τις μάχες.

Ένα ακόμη πρόβλημα, που προκύπτει από τις επιμέρους καταβολές του τίτλου, είναι το ότι όλοι οι εχθροί ξαναζωντανεύουν όταν αποθηκεύετε την πρόοδό σας σε ένα save point. Πρόκειται για συνηθισμένο μηχανισμό στα metroidvania, αλλά εδώ αφενός σας επιτρέπει να σκοτώνετε συνεχώς εχθρούς διαταράσσοντας τη survival horror λογική του παιχνιδιού, και αφετέρου οι εχθροί θέλουν πάρα πολλές σφαίρες για να πέσουν, διαταράσσοντας και τον metroidvania χαρακτήρα του που οφείλει να έχει πολύ πιο γρήγορο ρυθμό. Έτσι, δύο διαφορετικοί «κόσμοι» συγκρούονται, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να βρεθεί μία ισορροπία που να καλύπτει τόσο τους παίκτες που επιζητούν το survival horror στοιχείο, όσο και τους παίκτες που ασχολούνται για το metroidvania στοιχείο.

Ελαφρώς διφορούμενα είναι τα πράγματα και με τα bosses. Αυτά ναι μεν είναι καλοσχεδιασμένα και τρομακτικά στην όψη, όμως πέρα από ένα-δύο που όντως προσφέρουν κάτι λίγο διαφορετικό στη μάχη, τα περισσότερα είναι πρακτικά «σφουγγάρια» που απαιτούν πάρα πολλές σφαίρες για να πέσουν και έντεχνα τοποθετούνται σε έναν περιορισμένο χώρο, ώστε να έχετε ελάχιστο περιθώριο για ελιγμούς. Εδώ το παιχνίδι προσπαθεί να κρύψει το ότι δεν έχει bosses με περίπλοκη κινησιολογία, οπότε καταφεύγει στην εύκολη λύση να τα κάνει να απαιτούν πολύ χρόνο για να πέσουν. Αντίθετα, αρκετά ικανοποιητική είναι η ποικιλία των εχθρών, οι οποίοι κατά βάση σας κυνηγούν και δεν κάνουν προσπάθειες να σας περικυκλώσουν, κάτι που θα έκανε πιο αγχωτική την εμπειρία. Επίσης, το όλο σκηνικό του παιχνιδιού δεν ευνοεί την μεγάλη ποικιλομορφία στα περιβάλλοντα, καθώς κατά βάση η περιπέτεια εξελίσσεται σε ένα βιομηχανικό – μεταλλικό περιβάλλον, οπότε οι γκρίζοι διάδρομοι κυριαρχούν. Γίνεται όμως σοβαρή προσπάθεια να σπάσει λίγο η μονοτονία, καθώς επισκέπτεστε υπονόμους, αλλά και κάποιες λίγο πιο ανοιχτές περιοχές, με μία από αυτές πχ να έχει ποτάμι, οπότε μέχρι ενός σημείου αυτό δεν αποτελεί σημαντικό πρόβλημα.

Ως προς τα γραφικά, το παιχνίδι χρησιμοποιεί Unreal Engine 5, με πολύ καλά αποτελέσματα στον σχεδιασμό των περιβαλλόντων και ωραίες λεπτομέρειες στα εγκαταλελειμμένα εργαστήρια, όπως σκουριασμένα μηχανήματα κτλ. Οι απόκοσμοι φωτισμοί και η ομίχλη που καλύπτει μεγάλο μέρος του κόσμου επίσης συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα τρόμου, όπως και οι αποκρουστικοί εχθροί που βρίσκονται σε κάθε σπιθαμή του. Η αισθητική θυμίζει πολύ Little Nightmares και αφήνει εξαιρετικές εντυπώσεις. Σε εξαιρετικό επίπεδο κυμαίνεται και ο ηχητικός τομέας, καθώς ακούτε από μακριά τα ουρλιαχτά των μεταλλαγμένων εχθρών ή το κροτάλισμα των μετάλλων των μηχανικών αντιπάλων σας, ενώ οι απόκοσμοι ambient ήχοι που σας συνοδεύουν κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμα πιο απειλητική. Πολύ ενδιαφέρον έχει και η τρομακτική χροιά της φωνής των υπόλοιπων μελών της ομάδας, πέρα από την κάπως παράξενη όψη τους.

Το End of Abyss είναι ένα επιτυχημένο πείραμα μείξης διαφορετικών ειδών παιχνιδιού, παρά τις όποιες αδυναμίες φέρνει η διαφορετικότητά τους. Με απαράμιλλη ατμόσφαιρα και εξαιρετικό level design, θα σας απορροφήσει στον κόσμο του για περισσότερες από 15 ώρες. Αν αγαπάτε τα metroidvania με στοιχεία τρόμου ή γενικότερα τα ατμοσφαιρικά παιχνίδια, επενδύστε άφοβα.

8/108/10Ατμόσφαιρα και αισθητική τρόμουΕξαιρετικό level designΠολύ κατατοπιστικός χάρτηςΟ μηχανισμός scanningΚαλοσχεδιασμένοι εχθροί με ποικιλίαΤο sound designΣε ωθεί να χρησιμοποιείς κατά βάση μόνο το αρχικό όπλοΌχι ιδανική ισορροπία μεταξύ horror και metroidvaniaBosses «σφουγγάρια» χωρίς πλούσια κινησιολογίαΠλατφόρμα:PS5 (review), Xbox Series, PCΑνάπτυξη:Section 9Έκδοση:Epic Games
Keywords
Τυχαία Θέματα