Ζαχαρίας Σώκος: «Ενθάδε»

«Δε θέλω να πεθάνω, για να μη μου πεθάνουν οι νεκροί μου.»
Miguel de Unamuno

Ενθάδε, λοιπόν, για τους ζώντες εδώ, ενθάδε και για τους κεκοιμημένους πάλι εδώ, στο ίδιο ενθάδε. Ο ποιητής με τη διφυή χρήση του επιρρήματος τους ανασύρει από μνήμης στον τόπο και χρόνο συνεύρεσης, επιμένοντας στον αγώνα κατανόησης της ζωής στις συμπληγάδες του χρόνου και του θανάτου.

Ο Ζαχαρίας Σώκος γράφει το τριμερές βιβλίο του με τον τίτλο Ενθάδε, του οποίου οι θεματικέςείναι εκ προοιμίου ομόθυμες, από την αφιέρωση ακόμη

της συλλογής: στους αγαπημένους μου, ζώντες και αλησμονημένους, χρησιμοποιώντας αυτή την εξόχως τρυφερή και τυπτική, κάποτε, λέξη, συνυφαίνοντας ζωντανούς και απολεσθέντες.Συνεπώς, πρόκειται για ένα ομογενές πυκνής ύλης βιβλίο με τις όποιες λεκτικές διακρίσεις των μερών του.

Η ποίηση του Ζαχαρία Σώκου στον πυρήνα της, σε ό,τι κυρίως αφορά στην εκφραστική της, είναι, κατά την άποψή μου, δημοτικογενής. Βασισμένη στον βαρύ της εξοπλισμό και στο στέρεο δομικό της λιθόστρωτο, διακτινίζεται σε ένα ενεστωτικό ρευστό παρόν, πλαστό, χωρίς προοπτική για τον άνθρωπο, που μέσα στη σχεδόν καθολική αλλοτρίωση είναι και ζει στην εξ επιβολής πλατωνική σπηλιά του. Σ’ αυτό το αλωνάκι ζωής, που τραυλίζει η αλήθεια στην επίμονη μάχη της ν’ ανθίσει. Σκάβοντας λοιπόν σκάβεται κι έρχεται αντιμέτωπος με την τραγωδία της ύπαρξης, κουβαλώντας τον σταυρό με τα όποια φτερά του.

Τα περισσότερα από τα ποιήματα θα τα χαρακτήριζε, εύκολα κανείς, σύγχρονες παραλογές. Με βιωμένο λεκτικό με κλειδωνιές, ράμματα και γητειές μνημονεύει φίλους, γνωστούς, συγγενείς και ομοτέχνους του. Τους επικαλείται όλους συλλήβδην στην αδυναμία του ν’ ανοίξει παράθυρα στην ουτοπία του. Ιδού το ποίημα: «Πώς να σας το πω» (βλ. εδώ).

Έρχομαι, λοιπόν, στην επωδό «δεν ξέρω πώς να σας το πω», του ποιήματος. Στην προσπάθεια του ποιητή να περιγράψει το δράμα του ήρωά του, ο οποίος του αφηγείται αποσπασματικά τα πάθη του κλείνοντας, κάθε φορά, με τη φράση «δεν ξέρω πώς να σας το πω». Χωρίς να κατορθώσει να τον ολοκληρώσει, στον κυκεώνα των παραμέτρων της ξετοπισμένης του ζωής, καταλήγει να υιοθετήσει ή να υιοθετηθεί από την αδυναμική επωδό του ήρωά του. Αυτή η κατά μία έννοια αντιστροφή αποτελεί εξαιρετική ποιητική σύλληψη, πέρα από τη θαυματοποιία του ποιήματος στο σπάσιμο των τζαμιών.

Στο σπάραγμα η ζωή, αλλού δεν ξέρω πουθενά. Ο κόσμος είναι έγχρωμος αλλά τα πράγματα ασπρόμαυρα, λέει εν πυκνώ ο σπουδαίος κινηματογραφιστής και βαθύς ερμηνευτής Βιμ Βέντερς, ανοίγοντας ένα διαλογικό τραπέζι που, δυστυχώς, δεν είναι του παρόντος. Μας περνάει ωστόσο σ’ αυτό που συντελείται επί του πεδίου, και αυτό δεν είναι παρά η ευθύνη της τέχνης και η οφειλή.

{jb_quote}Η ποίηση αποτελεί τον θεμέλιο μύθο για την περιγραφή των ανθρωπίνων παθών στο διηνεκές.{/jb_quote}

Και πάμε στα της ευθύνης του ποιητή με το ποίημα «Το φρέαρ των Οινουσών»,της δεύτερης ενότητας που, πέρα από την καταγγελία του συγκλονιστικού νωπού γεγονότος, στον τρόπο καταγγελίας, όπως οφείλει να τον σκάβει η ποίηση ως τα απώτατά της συνεργώντας στη συνειδητοποίηση του αποδέκτη. Στην εποχή μιας εξελιγμένης ανθρωπότητας που θάβει στον βυθό του νου της, κάποτε από αδιαφορία, κάποτε επιτελικά, τις χιλιάδες των πνιγμένων στο νερό, που ελπίζουν στον κάθε λογής διασωσμό τους. Με έναν πικρό φοβικό σαρκασμό, ο ποιητής μεταθέτει τον πυρήνα του γεγονότος σε μια σχεδόν χαλαρή ερωτηματική εικονοποιία τής μετά θάνατο ζωής, να καταλήξει: «...Πικρά στο βυθό, αλλά πικρότερα τα πιθανά τώρα εδώ, εκτινάσσοντας τις φλέβες του αναγνώστη».

Μετά «Το φρέαρ των Οινουσών», ο ποιητής βυθίζεται στο φρέαρ των απωλειών. Στα ρήγματα αγαπημένων του φίλων και ομοτέχνων, ανασύροντας με ιδιαίτερη τρυφερότητα τις ζωές τους, από στοιχεία τους που τον έχουν συγκινήσει και τον συγκινούν. Είναι σίγουρο πως δεν προλαβαίνεις τη φρίκη με ποιήματα, ωστόσο στην ποίηση προστρέχεις «ως νάρκης του άλγους δοκιμές…» να κάνεις διάλογο με φίλους και ομοτέχνους, μαλάζοντας τον πόνο και το πένθος του θανάτου.

Όπως στην «Τελευταία επιστροφή του ποιητή Νίκου Καρούζου στο Ναύπλιο», που λίγο πριν φύγει από τη ζωή ζητά από τον συνοδό του, φεύγοντας από το Ναύπλιο για νοσηλεία, να επιστρέψουν για λίγο, να δει το δέντρο της αυλής που είχε φυτέψει η μητέρα του. Έσχατη, ίσως, εικόνα φέγγοντας τον δρόμο της καθόδου (βλ. εδώ).

Όπως στα «Πολύχρωμα κασκόλ» του Γιάννη Κοντού, που τον κατατρώει η αλήθεια νυχθημερόν στην Περιμετρική, ρωτώντας τον υπερβατικά αν έχουν το ίδιο χρώμα αυτά τα κόκκινα και κίτρινα κασκόλ στον Άδη. Με μια φράση παιχνιδιού της καθημερινότητας, σε ένα φασματικό επέκεινα, οδηγεί στα όρια του σπαραγμού. Είναι σαν να ζητάς της σιωπής ιδιότητα.

Όπως στο «Ρυάκι της λύπης» του Μιχάλη Γκανά που όσα έζησε, και κάποια ζήσαμε μαζί με τον Μιχάλη στην Ουγγαρία, τα φάσκιωσε η μαύρη κουβαρίστρα και μένουν απότιστα γελάδια. Σκόνη που η μνήμη διατηρεί ζωοποιώντας τα. Και άλλα όπως… τόσων άλλων.

Πού πάει άραγε η ζωή κάθε που χάνεται; Εδώ η μεταφυσική και η κοσμογονία, εδώ και η σιωπή.

Στην τρίτη ενότητα, «Το γούπατο της μέρας», ο ποιητής καταγράφει με έναν χαριτωμένο σαρκαστικό καλπασμό τα πάθη, τους πόθους και τα όσα υπερβολικά μετέρχονται οι άνθρωποι να φανούν, να σταθούν, να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους, στην προσπάθειά τους να νικήσουν τον χρόνο που τους ματαιώνει. Είναι χαρακτηριστική στη γραφή του, και όχι μόνο, η καταγγελία της ασύδοτης κατανάλωσης των ειδών ένδυσης και υπόδησης στο σημαντικό ποίημα «Ξεχασμένες γραβάτες». Ποίημα που συνέχει, εννοιολογικά, σχεδόν όλη την ενότητα με συνεπαγωγές και συνδηλώσεις, καταλήγοντας στον πικρό σαρκασμό πως κάποια από αυτά τα υπέργεια «κτερίσματα» που επιβιώνουν, μνημειώνουν τον χαμένο κάτοχό τους χωρίς ίσως να νιωστεί η όποια χαρά στο εφήμερο της ζωής που ξοδεύεται στην κάθε λογής φλυαρία.

Ζούμε στον αιώνα της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και στον αιώνα πολέμων και εξαιρετικής φτώχειας σε όλους τους τομείς. Αν η τεχνητή νοημοσύνη έφερνε ψωμί, θα αποτελούσε την πρώτη διαδικτυακή πλατφόρμα ελευθερίας και όλοι οι δικαιωματισμοί θα είχαν διαμιάς λυθεί και θ’ άνθιζε η δημιουργία ως ευαγγέλιο χαράς και ανθρωπιάς στην κάθε της μορφή. Δυστυχώς, με βεβαιότητες και σταθερές των κάθε φορά κρατούντων έχει γεμίσει ο χάρτης με νεκροταφεία ιδεών και η πράξη κείται στην άκρη και φυλλορροεί. Διατρέχουμε το διαχρονικό άνυσμα από τον Μαρξ στον Μασκ εν είδει αστραπής, σ’ έναν πλανήτη στο αφήλιό του με τον μισό κόσμο να πεθαίνει από πείνα και τον άλλο μισό από χοληστερίνη. Σε έναν πλανήτη που μετράει τον πολιτισμό του με φέρετρα.

Ωστόσο, αν οι συγκλονιστικές τραγωδίες του κόσμου κατατείνουν στην πιθανή άρση της ανάγκης και της αξίας της γραφής, η ποίηση αποτελεί τον θεμέλιο μύθο για την περιγραφή των ανθρωπίνων παθών στο διηνεκές. Είναι, θαρρώ, αναφαίρετο, έστω και ως επιτάφιο, το αίτημα προσδιορισμού του θνητού σώματος της ανθρωπότητας με ό,τι συνεπάγεται η όποια γνωστική, θυμική και συγχρόνως ενορατική προσέγγισή του. Ο Ζαχαρίας Σώκος μετέχει της διαδικασίας αυτής με αρχές ήθους και οφειλής.

Ενθάδε
Ζαχαρίας Σώκος
Μελάνι
88 σελ.
ISBN 978-960-591-268-0
Τιμή €9,96

Keywords
Τυχαία Θέματα