Βίκυ Κατσαρού: «Μόρα»

Η Βίκυ Κατσαρού εισάγει «καινά δαιμόνια» ήδη από την πρώτη συλλογή της, Τα κεράσια της Εύας, αλλά και στις επόμενες, Παπούσα και Χαρακίδες. Με το ίδιο μοτίβο, τεχνικές και φόρμα, αλλά περισσότερο επαναστατικά και με πιο σύνθετη πλοκή προχωρεί στη Μόρα. Και πάλι το παραμυθιακό στοιχείο, με μύθους και θρύλους που κρύβουν αλήθειες, αποσιωπημένες ή λίγο γνωστές πτυχές της ιστορίας, φέρνει στο φως πολιτισμικές κατασκευές και φαντάζεται τη διάλυσή τους. Με το αφηγηματικό ύφος παράγει μια ποιητική

σύνθεση σκηνοθετημένη σε δομές πεζού, στήνοντας έναν ολόκληρο γυναικείο κόσμο πάνω σε αρχετυπικές γυναικείες μορφές. Μόρα-Μύριαμ, Μητέρα-Ελσινόρη, Σάρα, πίσω τους οι Μαινάδες αλλά και «Η Ρέα, η Θέμις και η Μνημοσύνη, η Φοίβη και η Τηθύς», πρόσωπα που εναλλάσσονται συγκροτώντας τη μητρογραμμική διαδοχή ή απορροφώντας η μια την άλλη, εμπλέκοντας σε αυτό το εξωανθρώπινο τις και τους ανθρώπους, οδηγώντας στο αρχετυπικό πρότυπο της ανεξάρτητης Γυναίκας σε μια προνεωτερική γυναικεία θεότητα.

Όμως όλες αυτές οι προμήτορες μεταξύ μύθου και ιστορίας «ήταν σίγουρες ότι οι άρρενες του σύμπαντος θα βυσσοδομούσαν εναντίον τους σχέδιο εξαπάτησης, θα τις εξολοθρεύαν όλες, και τα δώρα τους θα έσβηναν για πάντα». Με τον λόγο του μύθου, λοιπόν, η Κατσαρού μεταφέρει μια αποσιωπημένη ιστορική αλήθεια: «Η ανατροπή του μητρικού δικαίου ήταν η κοσμοϊστορική ήττα του γυναικείου φύλου» κατά Ένγκελς στην Καταγωγή της οικογένειας.

Η Μόρα αποτελείται από δυο μεγάλα διακριτά μέρη, το πρώτο άτιτλο και το δεύτερο με τίτλο «Το σημάδι της Σάρας», δηλαδή τον υπότιτλο του βιβλίου. Και στα δυο μέρη υπάρχουν ενότητες που συνήθως, πλην της πρώτης, επιγράφονται με το όνομα μιας των πρωταγωνιστικών γυναικείων μορφών.

{jb_quote}Με το αφηγηματικό ύφος παράγει μια ποιητική σύνθεση σκηνοθετημένη σε δομές πεζού, στήνοντας έναν ολόκληρο γυναικείο κόσμο πάνω σε αρχετυπικές γυναικείες μορφές.{/jb_quote}

Την πρώτη, την άτιτλη (οι πρώτες περίπου είκοσι σελίδες) αποτελούν πρωτοπρόσωπες ένστιχες αφηγήσεις κομβικών περιστατικών της παιδικής και ενήλικης ζωής ενός κοριτσιού και εμπλέκουν ορισμένα από τα γυναικεία πρόσωπα που προανέφερα. Εδώ ο τόνος του βιβλίου έχει παγιωθεί: ασθματικοί ρυθμοί, ρεαλιστικό που συνυφαίνεται με το υπερφυσικό, μυστικιστικό και φανταστικό. Η ροή διακόπτεται από τέσσερις τριτοπρόσωπες παρεμβάσεις, τονισμένες με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία, που ενισχύουν το μυθολογικό υπόστρωμα: οι δυο πρώτες αποτελούν ανατροπές της Π. Διαθήκης –Σαμψών και Σάρα–, η επόμενη εισάγει τον λαϊκό θρύλο, αλλά και τη μάγισσα, και η τελευταία διαπλέκει το πρόσωπο της μάγισσας με τον μύθο των Μαινάδων. Επιπλέον, με φράσεις τονισμένες τυπογραφικά, που θα επαναλαμβάνονται αυτούσιες ή σε παραλλαγές σε όλο το βιβλίο, αποδίδεται σε προφητικό/ιερατικό τόνο το βαρύ κληρονομικό φορτίο του κοριτσιού· «εσύ είσαι ο θάνατος», «είσαι η πρώτη των γυναικών από πάντα», «η Μητέρα μου κληροδοτεί τη δύναμή της». Εδώ εκλαμβάνω αυτές τις εγκλήσεις ως αρχετυπικές, προκοινωνικές, αντιστροφή σε αυτό που γνωρίζουμε ως έγκληση του υποκείμενου μέσω ιδεολογικών πρακτικών εντός της κοινωνίας και των δομών εξουσίας. Έγκληση των γυναικών σε ρόλους και θα οδηγούσαν σε μια δυνητικά διαφορετική έκβαση της ιστορίας. Οι γυναικείες μορφές του βιβλίου κληροδοτούν η μια στην άλλη την πρωταρχική δύναμη επί της ζωής και του θανάτου.

Στη δεύτερη ενότητα, υπό τον τίτλο «Μύριαμ», η ομώνυμη ηρωίδα, «η πρώτη των γυναικών από πάντα», θα αφηγηθεί τη χρήση αυτής της δύναμης ως ιστορία της ελευθερίας των Γυναικών και στο τέλος θα γίνει η Μόρα. Εδώ εισέρχεται η μορφή της Λύκαινας και το παιδί-Λύκος: «Εγώ θα κρατήσω στα χέρια μου τον Λύκο» δηλώνει η Μύριαμ και η Λύκαινα επιβεβαιώνει: «Δεν κρατάς στα χέρια σου το Βρέφος, εσύ κρατάς τον Λύκο». Από εδώ και πέρα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, «Το σημάδι της Σάρας», οι γυναικείες μορφές θα ξετυλίξουν μέσα από την ιστορία τους και την ιστορία της Σάρας ανάμεσα σε ιστορικό παρελθόν και φανταστικό οραματικό μέλλον.

Επισημαίνω τρία σημεία: μύθος/παραμύθι (;) και ο χειρισμός του, Λύκαινα-Λύκος, μάγισσα/-ες θεωρώντας ότι αυτά ανοίγουν μια τεράστια συζήτηση, της οποίας ελάχιστα σημεία θα αναφέρω. Από την αρχαιοελληνική μυθολογία (Μαινάδες, Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη, Φοίβη, Τηθύς) έως ιδρυτικούς θρησκευτικούς μύθους (δυο «παρεμβάσεις όπου επανεγγράφονται επεισόδια της Π. Διαθήκης για τον Σαμψών και τη Σάρα), η Μόρα καταλήγει στη μυθοποίηση της ιστορίας των μαγισσών.

Αναφορικά με τον λύκο και ειδικά τη λύκαινα, νομίζω ότι ανοίγεται ένα ολόκληρο πεδίο στο οποίο δεν θα επιμείνω εδώ. Θα αναφερθώ μόνο στο Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους, αυτό το κράμα δοκιμίου-λογοτεχνίας, όπου η Εστές εργάζεται ψυχαναλυτικά και επανεγγράφει παραδοσιακά λαϊκά παραμύθια, μύθους και ιστορίες από διάφορες κουλτούρες (π.χ. η ιστορία της La Loba, της γυναίκας που μαζεύει οστά λύκων και τα ανασταίνει). Η ίδια βάση εκκίνησης αποτελεί το αρχικό έναυσμα ή υλικό που επεξεργάζεται μυθοποιητικά η Βίκυ Κατσαρού. Επανεγγραφή μύθων και θρύλων με επίκεντρο τη Γυναίκα και στόχο την ελευθερία ή μάλλον την απελευθέρωσή της.

Πρόκειται για την αναγωγή σε μια προπολιτική, προκοινωνική φάση, όπου η Γυναίκα υπήρχε αποδεσμευμένη και κυρίαρχη. Πρόκειται ταυτόχρονα για το φαντασιακό μιας αποδέσμευσης μέσα από το αρχέτυπο της «άγριας γυναίκας», που εξοβέλισαν οι κυρίαρχοι πατριαρχικοί θεσμοί και όμως ως φαντασιακό απέμεινε βαθιά μέσα στην ψυχή κάθε γυναίκας. Αυτή η άγρια γυναίκα συνδέεται με το ένστικτο, τη διαίσθηση, τη δημιουργικότητα, την επιβίωση και την ελευθερία και ταυτίζεται με τη λευκή επικίνδυνη Λύκαινα, που διαλύει τη συγκροτημένη αντρική κοινωνία για να αναδείξει τη γυναικεία κοινότητα βασισμένη στη συντροφικότητα, αλληλεγγύη, ισότητα και κατανόηση. Αυτό φαίνεται επικίνδυνο.

Τέλος, η Μόρα ανοίγει το ζήτημα της ιστορίας των μαγισσών και όπως πολλαπλά έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια· «τις φιμώσανε με σιδερένια φίμωτρα –τα χαλινάρια μαγισσών– με κολάρα τις στραγγάλιζαν προτού τις κάψουν». «Τα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα έμεναν γνωστά ως η Μαύρη εποχή των μαγισσών». (σ. 75-76).

Ποιο είναι το κύριο μέσο αποκάλυψης, επιβίωσης, ενδυνάμωσης, αγωνιστικότητας; Ποια είναι η άλλη μητρότητα, ιδίως για όσες δεν επέλεξαν να έχουν παιδιά ανθρώπινα;

Η γραφή με κάθε τρόπο, η γραφή με το σώμα, η γραφή ως κληρονομιά, ως αναγκαιότητα. Η γραφή ως μητρότητα και ως μέσο διατήρησης και μεταφορά της γυναικείας δύναμης. «Η κοιλιά μου λιώνει και το στήθος μου μεμιάς γεμίζει γάλα να θηλάσει την απαρχή της δικής μου δημιουργίας. Κι όσο γράφω είναι η πρώτη φορά που αρχίζω άνθρωπος να νιώθω». Η γραφή ως αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη της γυναίκας, όπως το έχουν πει πολλές, και η Όντρι Λορντ. Αυτό αναδεικνύει η Κατσαρού καταθέτοντας μια αντιαφήγηση, υπό την έννοια της απάντησης στις αφηγήσεις της νεωτερικότητας – βασισμένες σε αποσιωπήσεις, παραβιάσεις, παραχαράξεις ενάντια στις γυναίκες.

Μόρα
Το σημάδι της Σάρας
Βίκυ Κατσαρού
Ενύπνιο
96 σελ.
ISBN 978-618-5769-85-7
Τιμή €11,00

Keywords
Τυχαία Θέματα