Βίκτωρ Ψευτάκης

08:19 2/5/2026 - Πηγή: Diastixo

Είναι 2015, Ιανουάριος στο Λονδίνο και χιονίζει ασταμάτητα όλο το βράδυ. Οι δυο βδομάδες που πρέπει να μείνω στο Κίνγκστον για το μεταπτυχιακό τελειώνουν την επομένη μαζί με τα λεφτά μου, κι ενώ θέλω να γυρίσω, δεν θέλω κιόλας. Τραβάω την κουκούλα ως κάτω, κάνω την τελευταία τζούρα ως το φιλτράκι και το βλέμμα μου κρεμιέται στην άκρη του δρόμου, στη φουντωτή ουρά μιας αλεπούς που στρίβει τη γωνία. Με τριγυρίζει μέρες τώρα μια αίσθηση λαχτάρας που δεν μπορώ να προσδιορίσω· λίγο η διακοπή της ρουτίνας,

λίγο η αναγκαστική κοινωνικοποίηση με ανθρώπους που ξέρω ότι δεν θα ξαναδώ, λίγο ο φόβος, γιατί είναι απ’ τις ελάχιστες φορές που ταξιδεύω μόνος, έχουν απογυμνώσει κάτι ωμό που λίγο-πολύ διστάζω ν’ αγγίξω και συνάμα θέλω να βυθίσω τα δόντια μου σ’ αυτό. Κοινώς, μάλλον θα χρειαστεί να το γράψω.

Όταν, λίγες μέρες μετά, πίσω στη Θεσσαλονίκη, ήρθε το κάλεσμα για το Λογοτεχνικό Εργαστήρι της ΑΛΕΦ (Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας), το χέρι μου πήγε μόνο του. Το βιβλίο ξεκίνησε από εκείνη τη μία ιστορία, που πλέον αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο, και έχει τον ομώνυμο τίτλο. Αρχικά, η ιδέα αφορούσε την ανάγκη να ξεφύγει κανείς από μία δυσφορική πραγματικότητα. Στο κέντρο μιας νυν χωματερής, ενός πρώην Ορυχείου, ανοίγει μια Τρύπα που δίνει υποσχέσεις με αντάλλαγμα ό,τι έχει να δώσει κανείς απ’ τον εαυτό του. Τάζει ξενοιασιά, κι αυτό για άλλον σημαίνει χρήματα, για άλλον σημαίνει την εξασφάλιση των παιδιών του, για άλλον να βιοπορίζεται απ’ την τέχνη του. Η Τρύπα προσφέρει ξαλάφρωμα, αρκεί κανείς να την ταΐσει. Κι ίσως και να δούλευε όλο αυτό, αν χόρταινε ποτέ ή αν σώνονταν οι καημοί των ανθρώπων ή αν ο κόσμος άλλαζε προς το καλύτερο.

{jb_quote}Μια ιστορία για τη μεταμόρφωση και τη βία που ενέχει σε κάθε της στάδιο.{/jb_quote}

Τότε, νόμιζα πως είχα τελειώσει μ’ αυτή την ιδέα, αλλά λίγο καιρό μετά ακόμη τριγύριζε στο μυαλό μου. Έτσι, κράτησα τις πρώτες σημειώσεις για την πόλη που πλαισίωνε το πηγάδι των ευχών, για τη μολυσμένη της ατμόσφαιρα, για τους εργάτες που συνέρρεαν στο Ορυχείο ως φτηνά χέρια, για το Σωματείο που δυσκολεύονταν να συστήσουν. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί που πετούσαν κομμάτια του εαυτού τους σαν κέρματα μέσα στην Τρύπα και για τι πράγματα εύχονταν; Κι όσα εύχονταν, ήταν τα σωστά; Αυτά που θα τους άλλαζαν όντως τη ζωή προς το καλύτερο, αν τα αποκτούσαν μαγικά; Και τι άραγε απογίνονταν όλοι μετά; Πόσο, εν τέλει, τους αποπροσανατόλιζε μια απατηλή υπόσχεση απ’ το να (αντι)δράσουν ουσιαστικά; Και τι είδους αλλαγή θα γεννούσε η στομωμένη οργή τους;

Σταδιακά, όσο επέστρεφα στην ιδέα, όσο έγραφα άλλη μια ιστορία σ’ αυτόν τον κόσμο, κι άλλη μία, κι άλλη μία, συνειδητοποίησα ότι πλέον έγραφα βιβλίο. Και η θεματική, ενώ είχε ξεκινήσει αρκετά στρωτή κι απτή, είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει στα χέρια μου ή μάλλον, καλύτερα, να γίνεται πιο ρευστή και να μου ξεγλιστράει, να διαποτίζει τη γραφή πολύ πιο αβίαστα. Πλέον ήταν μια ιστορία για την αλλαγή και το κόστος της, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό. Για τον κατακερματισμό του προσώπου και την αναγέννησή του ως πράξη αντίδρασης απέναντι σε μια ασφυκτική κοινωνική συνθήκη. Ήθελα να ασχοληθώ με την καταπιεσμένη οργή και το πώς εν τέλει αυτή μπορεί να διαρρήξει την ύφανση της πραγματικότητας με τρόπο τέτοιο που να φέρνει μαζί κι ελπίδα. Αυτός είναι και ο λόγος που όσο προχωράει η ιστορία γίνεται ολοένα και πιο αλλόκοτη.

Τώρα, που πλέον το βιβλίο έχει φύγει από τα χέρια μου, βλέπω πιο καθαρά πως είναι στην ουσία μια ιστορία για τη μεταμόρφωση και τη βία που ενέχει σε κάθε της στάδιο. Θα έπρεπε να το είχα ψυλλιαστεί, δεδομένου ότι γράφτηκε σε μια περίοδο της ζωής μου όπου λάμβαναν χώρα βαθιές αλλαγές και ανακατατάξεις. Αλλά, όπως γίνεται σχεδόν πάντα με την τέχνη, δεν χρειάζεται να ξέρεις εξαρχής για ποιο πράγμα γράφεις, αρκεί να το νιώθεις και να σε τσούζει· αρκεί να βρίσκεσαι σε επαφή με το «μικρό μυαλό», όπως έλεγε ο πρώτος καθηγητής μου στη Δημιουργική Γραφή, στο Αριστοτέλειο, ο ποιητής Don Schofield (Ντον Σκόφιλντ).

Όμως αυτά είναι μόνο σκέψεις που κάνω εγώ, κι ένα βιβλίο γεννιέται δεύτερη φορά μέσα απ’ την αλληλεπίδραση. Καθώς μιλάω με αναγνώστες που ήδη το διάβασαν, είναι ωραίο να βλέπω πώς μεταμορφώθηκε το νόημά του, όπως μεταμορφώνονται οι πρωταγωνιστές, μέσα από το δικό τους βλέμμα.

Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς
Βίκτωρ Ψευτάκης
Στερέωμα
248 σελ.
ISBN 978-618-5617-66-0
Τιμή €16,50

Keywords
Τυχαία Θέματα