Βασίλης Καψής: «Τονική μετάθεση»

Θα προσεγγίσουμε την πρώτη ποιητική συλλογή του Βασίλη Καψή, Τονική μετάθεση (Εκδόσεις Βακχικόν, 2026), διακαλλιτεχνικά, μέσα από την οπτική της ποίησης και της ζωγραφικής. Ο ποιητής μάς συστήνεται, ήδη, από την αρχή του βιβλίου του, παραθέτοντας σε μορφή ηχογραφημένου ψηφιακού αρχείου το ποίημά του «Ο ζωγράφος». Ακούγοντας αυτό το ποίημα, ο νους στρέφεται αμέσως στον Νίκο Εγγονόπουλο (1907-1985), ο οποίος αποτελεί την κορυφαία και πιο συμπαγή περίπτωση δημιουργού που ενσάρκωσε απόλυτα την ταυτότητα του ζωγράφου-ποιητή.

Ο ίδιος δεν διαχώριζε τις δύο ιδιότητες, αντιθέτως, έφερε ως προσωπικό και καλλιτεχνικό του έμβλημα το περίφημο απόφθεγμα του Ορατίου[1] από το έργο του Ars Poetica: «Ut pictura poesis» (Όπως η ζωγραφική, έτσι και η ποίηση).

Όταν ο Εγγονόπουλος κλήθηκε να μιλήσει εκτενώς για τη σχέση των δύο τεχνών, το έπραξε με απόλυτη θεωρητική σαφήνεια στη μνημειώδη διάλεξή του, η οποία δόθηκε τον Ιανουάριο του 1963 στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο (σχολή Δοξιάδη), με αφορμή την αναδρομική έκθεση ζωγραφικής του. Εκεί διατύπωσε την εξής εμβληματική φράση, η οποία συμπυκνώνει και τη στάση ζωής του: «Η ζωγραφική και η ποίησις είναι δύο εκδηλώσεις της ίδιας ανάγκης, της ανάγκης που έχει ο άνθρωπος να εκφρασθή, να επικοινωνήση με τους ομοίους του. Η μία συμπληρώνει την άλλη. Η ποίησίς μου είναι ζωγραφική με λέξεις και η ζωγραφική μου είναι ποίησις με χρώματα»[2]. Η φράση αυτή αποτυπώνει την υπερρεαλιστική του πεποίθηση ότι το καλλιτεχνικό γεγονός είναι ενιαίο και πηγάζει από την ίδια εσωτερική παρόρμηση, αλλάζοντας απλώς υλικό μέσο (χρώμα ή λέξη) ανάλογα με τη στιγμή.

Την ίδια αντίληψη περί ζωγραφικής και ποίησης είχε και ο Γουίλιαμ Μπλέικ, ο οποίος συγκεκριμένα έγραψε: «Η Ποίηση, η Ζωγραφική και η Μουσική είναι τα τρία μέσα επικοινωνίας με τον Παράδεισο που διαθέτει ο Άνθρωπος πριν από την Πτώση»[3], ενώ ο Μαξ Ερνστ σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η ζωγραφική δεν είναι για μένα μια διακοσμητική διασκέδαση, ούτε η πλαστική μετάφραση της συγκινησιακής πραγματικότητας· είναι ποίηση που βλέπεται»[4].

{jb_quote}Βαθιά ερωτικός και μελαγχολικός, με λαχτάρα να ζωγραφίσει τη ζωή αλλά και με βαθιά επίγνωση της θνητότητας.{/jb_quote}

Θα εντάξουμε, λοιπόν, τον Βασίλη Καψή σε αυτή την πλειάδα των δημιουργών, των ποιητών-ζωγράφων, οι οποίοι ζωγραφίζουν με λέξεις και «ποιητογραφούν» με χρώματα. Ας διαβάσουμε το ποίημα «Ο ζωγράφος», για να αντιληφθούμε την αξία που δίνει ο ποιητής στο χρώμα.

Ο ζωγράφος κινείται με βεβαιότητα.
Βαδίζει πάνω στις λεπτές γραμμές
που ορίζουν τα τοπία του.
Αφήνει τα ρούχα του κατάχαμα και
βουτάει γυμνός μες στο χρώμα.
Δεν τον φοβίζει τίποτα.
Ούτε η παθητικότητα του μπλε
ούτε η ένταση του κόκκινου
ούτε καν το μαύρο.
Μικρά πουλιά τρυπούν το χαρτί
κουβαλώντας λίγο κίτρινο με το ράμφος τους
ίσα-ίσα για να ζωγραφίσει
τον ήλιο με την παλάμη του.

Σε αυτό, λοιπόν, το αυτοαναφορικό ποίημα, αν και τριτοπρόσωπο, ο δημιουργός παραθέτει ήδη τον καμβά των λέξεών του, ο οποίος συντίθεται από τα βασικά χρώματα, διαμέσου των οποίων θα γεννήσει τα υπόλοιπα χρώματα-λέξεις. Σε όλη την ποιητική συλλογή το χρώμα είναι κυρίαρχο: το ξανθό και το χρυσό του έρωτα, το λευκό της μοναξιάς, το γκρι της σιωπής, οι ασημένιες λάμψεις του «ψαρά» ποιητή. Μαζί με τα χρώματα, η εικαστική ποίηση του Καψή δίνει έμφαση και στα σχήματα: στο ορθογώνιο της σκιάς, στη λεπίδα του χελιδονιού, στα δάχτυλα, στα χέρια, στην παλάμη, στα δαχτυλάκια, στα νυχάκια, στο χέρι της θάλασσας, στις ευθείες γραμμές των οριζόντων, στους καμπύλους κόλπους, στις τεθλασμένες, στα κυκλάκια, ήλιους και φεγγάρια. Όλα αυτά επιστρατεύονται, για να μπορέσει με το χρώμα και τα σχήματα να «χωρέσει τον κόσμο του στο χαρτί».

«Μόνο τη μορφή σου δεν κατάφερα να ορίσω/ ούτε με γραμμές/ ούτε με σχήματα/ ούτε καν με χρώμα. Τουλάχιστον, κάπως τα καταφέρνω με την ποίηση». Και εδώ ακριβώς το ποιητικό υποκείμενο πλέον μας εξομολογείται τον λόγο για τον οποίο γράφει, για να δει το ερωτικό υποκείμενο, «να το γνωρίσει από τα συμφραζόμενα». Ο Βασίλης Καψής είναι ένας ερωτικός ποιητής και μας το ανακοινώνει: «Τελεία. Τέλεια. Μια μικρή τονική μετάθεση σε περιγράφει, αγάπη μου». Πρόκειται για μια απεύθυνση στην αγάπη, στον εαυτό του, ή στην ίδια την ποίηση τελικά; Στη συνέχεια, γίνεται πιο σαφής: «Χτες το βράδυ/ ορκίστηκα/ να μην ξαναγράψω/ για τον έρωτα./ τα ξημερώματα/ έγειρες/ μ’ αγκάλιασες/ και πάτησα τον όρκο μου». Αντιλαμβάνεται το αγαθό, το αληθινό και το ωραίο απευθυνόμενος στο ερωτικό υποκείμενο: στο γυμνό κορίτσι του καλοκαιριού, στα χέρια της, στην παλάμη, στα δαχτυλάκια, στα μάτια της, στα ιαματικά της λόγια για τις άνυδρες μέρες του, στου κορμιού της τα όρη, στο παλίμψηστο άνθος της.

Η θάλασσα, το «Καλοκαίρι της αθανασίας», οι χρωματιστές σημαδούρες, οι βάρκες, τα αστέρια, η άνοιξη, το αγαθό, το ωραίο, το ερωτικό λειτουργούν ως αντίβαρο και αντιπαράθεση στη θνητότητα: «Μια χούφτα αστέρια/ σκορπισμένα στον ουρανό/ ξεγελούν/ κρύβοντας επιμελώς/ την άβυσσο». Ο ποιητής μας, εκτός από ερωτικός, είναι και βαθιά υπαρξιακός, έχει επίγνωση της ρευστότητας του ανθρώπου, του εφήμερου της ανθρώπινης ύπαρξης –«της ζωής το πέρασμα ολάκερο μια μέρα»–, του σχήματος των γυμνών σωμάτων που σβήνονται γρήγορα από το πρώτο κύμα. Ίσως, αυτό ακριβώς να προσπαθεί να νικήσει «ζωγραφοποιώντας» τον έρωτα, το «αιώνιο Καλοκαίρι», το σύννεφο και το όνειρο.

Ο ποιητής βρίσκεται πάντα στο μεταίχμιο, μεταξύ φωτός και σκότους, ζωγραφικής και ποίησης, ορατού και αοράτου. Βλέποντας το ασχημάτιστο προσπαθεί να του δώσει σάρκα και οστά, να ισορροπήσει ως ψαράς-ποιητής πάνω στην κινούμενη βάρκα της ζωής, οραματιζόμενος να αλιεύσει τελικά ασημένιες λάμψεις και φέτες από ήλιο μετουσιωμένες σε λέξεις, ώστε να προλάβει «το αιώνιο Καλοκαίρι της αθανασίας». Στο τέλος, μάλιστα, της ποιητικής συλλογής του μας εξομολογείται:

Όταν πεθάνω,
θα βρουν στις τσέπες μου
λίγα χαρτάκια με στίχους
και καμιά ζωγραφιά,
λίγα κοχύλια
και καμιά πετρούλα,
λίγα νομίσματα –παλιά
όχι αυτά που «περνάνε»–
και μπόλικα σύννεφα.

«Συννεφοσυλλέκτης» ο ποιητής μας, βαθιά ερωτικός και μελαγχολικός, με λαχτάρα να ζωγραφίσει τη ζωή αλλά και με βαθιά επίγνωση της θνητότητας προσπαθεί, όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, να μετατρέψει μέσω της τέχνης τον φόβο του θανάτου σε οίστρο της ζωής. Και όλα αυτά κατορθώνει να τα αποτυπώσει ήδη από την πρώτη του ποιητική συλλογή. Ζωγράφιζε λέξεις, ποιητή, χρωμάτιζε ποιήματα!

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Οράτιος συνέλαβε τη φράση αυτή εμπνευσμένος από τη διαπίστωση του Σιμωνίδη του Κείου: «Η ποίηση είναι ζωγραφιά λαλούσα, η δε ζωγραφική ποίηση σιγώσα».
[2] Εγγονόπουλος, Νίκος. Πεζά Κείμενα. Ίκαρος. Αθήνα, 1987. Το κείμενο περιλαμβάνεται αυτούσιο με τον τίτλο «Διάλεξη στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο (1963)», σελ. 67.
[3] Blake, William. Blake: Complete Writings with Variant Readings. Επιμέλεια: Geoffrey Keynes. Oxford University Press. Οξφόρδη, 1966. Το απόσπασμα βρίσκεται στην ενότητα «A Vision of the Last Judgment», σελ. 605.
[4] Ernst, Max. Beyond Painting, and Other Writings by the Artist and His Friends. The Documents of Modern Art, Vol. 7. Επιμέλεια σειράς: Robert Motherwell. Wittenborn, Schultz, Inc. Νέα Υόρκη, 1948.

Τονική μετάθεση
Βασίλης Καψής
Εκδόσεις Βακχικόν
60 σελ.
ISBN 978-618-231-311-4
Τιμή €10,60

Keywords
Τυχαία Θέματα