Ρέα Γαλανάκη: «Το κέικ»

Μια (ανεπιθύμητη;) εγκυμοσύνη, η οποία εξελίσσεται και ομαλά και όχι· μια φεμινίστρια η οποία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο φύλο της και στην ερωτική της σχέση· μια γυναίκα η οποία οραματίζεται το παρόν και το μέλλον με ποιητικά σύμβολα, όπως ο κυνηγός, το φίδι, το αρπαχτικό πουλί του θανάτου· και, τέλος, το πανθομολογούμενο πέρασμα μιας κορυφαίας συγγραφέως από την ποίηση στην πεζογραφία και πολλά άλλα εμπεριέχονται σε αυτή τη νουβέλα των 91 σελίδων, με απίστευτη σύμπτυξη, συμπύκνωση, περιεκτικότητα. Θα

πούμε όμως από την αρχή πως τα ποιητικά στοιχεία στο έργο είναι σαφέστατα περισσότερα από τα πεζολογικά, άρα ο αναγνώστης θα βρεθεί ενώπιον μιας δημιουργού, η οποία ενώ επιθυμεί να λειτουργήσει ως πεζογράφος, ξεκάθαρα κρατά τον ποιητικό της προσανατολισμό τόσο ως εκφορά και γλώσσα, όσο και ως δομή. Πράγματι, ενώ υπάρχουν εκφραστικά σημάδια που ξεδιπλώνονται με τρόπο άκρως ρεαλιστικό, ενώ η συγγραφέας επιχειρεί απεγνωσμένα να μας τα επιβάλει ώστε να δούμε το έργο να περιλαμβάνει αυτό που θα λέγαμε μύθο ή θέμα ή ιστορία ή αφήγηση ή παράθεση γεγονότων και καταστάσεων ή παραμυθία, στην ουσία η αφαιρετικότητα, το νεφελώδες της ατμόσφαιρας και του ύφους, το ακαθόριστο στις επαφές όσων (και είναι ελάχιστοι) συμμετέχουν, είναι τέτοια που δεν μας αφήνουν την παραμικρή υποψία πως η ποίηση υπερέχει της πεζογραφίας, πως θα χρειαζόταν η συγγραφέας να γράψει κάποιο βιβλίο με παρόμοια μέθοδο, όπως το Πού ζει ο λύκος;, προκειμένου να αντιληφθούμε το πέρασμά της στον πεζό λόγο, παρότι ακόμη και στα επόμενα μυθιστορήματά της, τα ογκώδη και συναρπαστικά, η ιδέα της ποίησης δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό της. Άρα, για να καταλήξουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα έργο, η προσέγγιση του οποίου αναγνωστικά αποτελεί μια πρωτόγνωρη και πρωτοποριακή εμπειρία, καθώς διαβάζουμε ποίηση με νόμους και νόρμες πεζογραφίας, καθώς ό,τι πεζό διαθέτει το έργο διανθίζεται από ποιητικές περγαμηνές.

Κάνοντας λοιπόν πράξη την ιδιαίτερη επαφή μας με το συγκεκριμένο πεζογράφημα (αληθινά κι εδώ η Γαλανάκη στέκεται πρωτοπόρος, πόσοι νέοι συγγραφείς δεν ανατρέχουν σήμερα σε τέτοιου είδους αφηγήσεις), προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε σημάδια που το χαρακτηρίζουν από την αρχή μέχρι το τέλος και υλοποιώντας την άποψή μας πως είμαστε απέναντι σε ένα ποιητικό προσανατολιστικό κάλεσμα, σε μια διαδικασία ανάπτυξης, κυριολεκτικώς, «απαιτούμε» από τη συγγραφέα να μας δώσει όσα εφόδια κατέχει, όσα όπλα μπορεί, όσο λογικό και όχι παραμυθιακό λόγο αντέχει, προκειμένου η δική μας ενασχόληση με αυτό να αποτελέσει εφαλτήριο μιας γενικότερης συζήτησης και για το ίδιο αλλά, πολύ περισσότερο, για την κριτική του αποτίμηση. Άρα, και έτσι φτάνουμε στο δεύτερο συμπέρασμά μας, τέτοιας λογοτεχνικής επικινδυνότητας έργα ασφαλώς και βρίσκονται μπροστά μας προκειμένου να μας υπενθυμίσουν πως όχι μόνο δεν έχουν λεχθεί ή γραφτεί όλα (όπως ισχυρίζονται κάποιοι ανίδεοι και αδιάβαστοι) αλλά το αντίθετο, σχεδόν σπάζουν τα δεδομένα, τα κατεστημένα, τα προφανή και προκαλούν καινούργιες αφετηρίες, στόχος των οποίων είναι ίσως και ο προσληπτικός εμπρησμός και η αναγνωστική φλόγα μετάβασης στο άγνωστο.

{jb_quote}Διαβάζουμε ποίηση με νόμους και νόρμες πεζογραφίας, καθώς ό,τι πεζό διαθέτει το έργο διανθίζεται από ποιητικές περγαμηνές.{/jb_quote}

Το κέικ χωρίζεται σε έξι ενότητες, που είναι μάλλον πραγματολογικές παρά έχουσες κάτι που θα λειτουργούσε ως έκπληξη στη διάρκεια της ανάπτυξης, αφού οι ήρωες (όσοι δηλαδή υπάρχουν) έρχονται και επανέρχονται, βρίσκονται σε όλη την έκταση και γενικώς δεν τους αφιερώνεται κάποια από αυτές για ιδιαίτερο λόγο. Αναγνωστικά, όμως, οι ενότητες αυτές συμπεριφέρονται ως ανάσες από το πολύ γεμάτο εννοιολογικά και πνευματικά κείμενο (ένα κείμενο το οποίο, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, αποτελεί ό,τι καλύτερο έχουμε συναντήσει εκεί στα τέλη του ’70 με αρχές του ’80, όταν όλες οι τέχνες κυριολεκτικώς απογειώθηκαν). Επίσης, η ηρωίδα φτιάχνει κέικ (όχι ένα, αλλά πολλά) σε μια πετυχημένη εκδοχή, ως ιδέα για να μην απασχολεί το μυαλό της με ό,τι τη δυσκολεύει, τέλος, και πάλι ως σύμβολο ποιητικό, το οποίο και δυσχεραίνει τη ζωή της παρά τη χαρά της δημιουργίας (γιατί δημιουργία είναι και αυτή η ζαχαροπλαστική κατασκευή). Άρα, για να καταλήξουμε στο τρίτο και τελευταίο συμπέρασμα, η ποιήτρια και πεζογράφος Ρέα Γαλανάκη με απλά ελληνικά, με προσαρμοσμένα στη φαντασία δεδομένα, με λέξεις καθημερινές, αλλά με γεγονότα βαριά στον εσωτερικό μονόλογό της, με πλήρη και οριακά, με βασανιστικά και επώδυνα, με μαρτυρικά και υπερβατικά, με ολοκληρωμένα και βιωματικά συμπτώματα, τόσο προσωπικά όσο και λογοτεχνικά, καταφέρνει όχι απλώς να περικλείσει, θα έλεγε κανείς, τη φεμινιστική διάστασή της σε ένα σπίτι, αλλά πολύ περισσότερο να ξεπεράσει τα όρια και να εκτιναχθεί και σε πεδία και σε επίπεδα όντως ακαριαία και άφθαρτα, όντως ευοίωνα και αποσπασματικά.

Φυσικά και δεν ανακαλύψαμε την Αμερική, διαβάζοντας ξανά και γράφοντας για ένα βιβλίο της πρώιμης περιόδου της συγγραφέως Ρέας Γαλανάκη, όσον αφορά την ποιότητα, που είναι κορυφαία όχι μόνο για τον ελληνικό χώρο αλλά και διεθνώς, απλώς μας συνεπήρε ο διαδραστικός της λόγος, ο πυκνός ρυθμός της, ο απροσδόκητος υπαινιγμός της, η υπερρεαλιστική εκφορά της, η θαυμάσια προσήλωσή της να γράφει και ποίηση και πεζογραφία ταυτόχρονα, τέλος, η θεατρικά αποτιμούμενη πρόζα της. Εκείνο όμως που θα ήθελα και από την πλευρά μου να προσθέσω (όχι ίσως σε τέτοιο βαθμό όσο το κατάφεραν οι τρεις καθηγήτριες νεοελληνικής λογοτεχνίας που συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν τον τόμο) είναι το γεγονός ότι τα βιώματα της συγγραφέως, όσο και αν είναι δυσχερή και ανοικονόμητα, όσο και αν δεν μπορεί να ξεπεράσει τις συνέπειές τους, όσο και αν την καθόρισαν στην υπόλοιπη ζωή της, και όχι μόνο ως ένα οποιοδήποτε άτομο αλλά και ως άνθρωπο των γραμμάτων και των τεχνών, τα ίδια βιώματα (σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό) μπορούν να παρουσιαστούν σε κάθε γυναίκα, σε κάθε θηλυκή ύπαρξη, σε κάθε ερωτευμένη υπόσταση, άρα εδώ η Γαλανάκη γίνεται για άλλη μια φορά πρωτοπόρος, γίνεται οδηγός, γίνεται εντελώς και καθοριστικά ιδεολογικό στίγμα. Εδώ τελειώνω μια κριτική, η οποία ομολογώ πως με δυσκόλεψε πολύ, την έκανα όμως με ευχαρίστηση και χαρά, γι’ αυτό θα ήθελα όσοι την παρακολουθήσατε να προμηθευτείτε το βιβλίο, να το διαβάσετε και έτσι να γίνει μια μεγάλη κουβέντα γύρω απ’ αυτό, παρόμοια με εκείνη που έγινε στην πρώτη έκδοσή του πριν από 46 χρόνια. Προτείνω λοιπόν ένα βιβλίο που ύστερα από τόσα χρόνια όχι απλώς στέκεται και σήμερα, αλλά και αποτελεί ολοκληρωμένο λογοτεχνικό συμβάν.

Το κέικ
Ρέα Γαλανάκη
Εκδόσεις Καστανιώτη
96 σελ.
ISBN 978-960-03-7446-9
Τιμή 14,00€

Keywords
Τυχαία Θέματα