Παντελής Μπουκάλας: «Είκοσι»
Και τι δε μαγειρεύει ο νους του ανθρώπου, τι κόλπα δεν ξετρυπώνει η ψυχή του, τι σαλτανάτια δε σκαρώνει το κορμί του, να περάσει, όσο γίνεται με ενέσεις ψευδαισθήσεων ζωτικών, με γελαστούρια, αυτά τα γλυκόπικρα, όσης διάρκειας, ισόβια, που τα λένε ζωή, όπου ανερώτητα μας μπάζουν, στο έρμα της μας δένουν μα αθέλητα, όποιαν ώρα και στιγμή, στέλνουν «άρμα δρεπανηφόρο» και μας θερίζουν, εκτός αν οι ίδιοι μας στραφούμε σε εθελουσία έξοδο αλλά και πάλι, δεν είναι καθαρή επιλογή, τραβάμε γι’ αλλού, για πού, ποιος ξέρει, σε λειμώνες
Και στήνουν ξόβεργες/παγίδες/βρόχια/δίχτυα, σαγήνες στήνουν. Οι λέξεις. Και πέφτω μέσα τους θέλω δε θέλω
ομολογεί ο Παντελής, και πώς αλλιώς, αφού έτσι είναι μαθημένος, με τη σπουδή και με την ποίηση εθίστηκε να τρέφει το πνεύμα του και να μας κάνει κοινωνούς του κι εμάς, κι αφού καλά το ξέρει, εσύ μπορεί να τις προδώσεις, εκείνες ποτέ, μόνο καμιά φορά, όταν παρεξηγείς το νόημά τους ή τους δίνεις εσύ το νόημα που σου πάει, πάντως η «μεγαλοαποσύνη» του αθώρητου Πλάστη, η έννοια της «φτιαχτής» –απ’ τον Παντελή– ιδιότητάς του, αν υπάρχει ο Δημιουργός, είναι εύλογα προσλήψιμη και αντιλήψιμη απ’ όλους και προπαντός απ’ όσους τού τα ’χουν μαζεμένα για παράπονα και βάσανα προσωπικά ή αδικίες συσσωρευμένες ανά τους αιώνες, και μεταφράζεται μέσα τους αμετάκλητα ο κατά τας γραφάς Πανοικτίρμων ως άσπλαχνος, έτσι καθώς διάβαζα και διπλοδιάβαζα το Είκοσι, καθισμένος σ’ ένα παγκάκι σκιερό, στο Γκιουλχανέ της Πόλης, της Πόλης μας, των χαινόντων για μας ιστορικών τρώσεων και των ανυπέρβλητων θαυμάτων, δίπλα στο άγαλμα του τυφλού «ασίκη των ασίκηδων» Βεϊσέλ, βάλθηκα ν’ απαγγέλλω πάλι και πάλι εκείνο το συνταρακτικό του ποίημα «Καρά τοπράκ», το «Μαύρο χώμα» του, κι αθέλητά μου βρέθηκα πέρα στ’ άραχλα, σε μιαν όχθη της Αχερουσίας, εκεί στο ψυχοστάσι, κι έπιασε ένα μπαγλαμαδάκι το παλικαράκι και του ’λεγα τραγούδια του χαμού, των «παιδιών της άλλης όχθης», του Χάρου του άχαρου που κλέβει τη χαρά, του Άδη, του ψυχοπομπού, του μαύρου καβαλάρη, κι έριξα μια βλαστήμια στους γονιούς του, όπως τους έπλασε η Μυθολογία, το Έρεβος και τη Νύχτα, και στ’ αδέρφια του, τη Στύγα, τον Ύπνο και τον Θάνατο, «Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς» του Μάρκου, «Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει με τ’ αγκίστρι του ψυχές» του Παπαϊωάννου, «Ο Χάρος ήπιε δυο κρασιά» του Ροβερτάκη, τέλος το πιο βαρύ που μιλάει για τον γδικιωμό τον ανεκδίκιωτο του ανελέητα λαβωμένου θνητού απ’ τον πορθμέα του Άδη, «Να είχε ο Χάρος δυο παιδιά θα του ’παιρνα το ένα» του Παγιουμτζή, παιδί δεν αξιώθηκα, μα τον «πιάνω» όσο να πεις τον άφατο καημό κι ας μη τον φτάνω, δυο φορές έγραψα λίγα λόγια αγάπης, τόλμησα, σε γονιό που «ορφάνεψε», τι ορφάνεψε, δε θα γεννηθεί λεξικό να καταγράψει τέτοιο ρήμα στον ντουνιά, η φόρτισή του ξεπερνάει τον όποιο ορισμό, τη μια στην κυρα-Ουρανία Ξυλούρη, όταν έχασε τον γιο, ως αδερφός προς αδερφή μεγαλύτερη, και την άλλη στον Παντελή μου, ως αδερφός προς αδερφό λίγο μικρότερο, τότε που τους βρήκε το κακό, πάντα έχω στην ψυχή μου κι αυτή την υπέροχη μάνα, μα δεν μπορώ να ξέρω αν βοήθησα, αν παρηγόρησα, όμως δεν ήταν η παρηγοριά ο στόχος, μα ν’ ακουμπήσω τον δικό μου, ελάχιστο, μακρινό πόνο, μηδαμινό μα όχι ψεύτικο, πάνω στον πόνο του, να τραβήξω επάνω μου μια στάλα απ’ τον δικό του, σα να του ’λεγα ότι «είμαι εδώ για σένα, είναι κάπως και δικό μου παιδί», κι ας μη τον γνώρισα ποτέ, ας μην τον έζησα, «εικοσαράκι μου γλυκό» τον λες, «σαράκι μου», εκτός αν μέλλεται να ανταμωθούμε κάποτε, γνώριμοι και μη, κάπου, άγνωστο, να λύσουμε ανεξόφλητους λογαριασμούς, να κλείσουμε κύκλους μισοβιωμένης αγάπης, να πιούμε ως τον πάτο ερωτικά πιοτά που αφήσαμε μισοτελειωμένα, να γνωριστούμε με όσους δεν έλαχε και τακιμιάσουμε, μήπως βρεθώ μ’ αυτό το παιδί που το αγάπησα χωρίς να το αντικρίσω, μα γίνονται αυτά, δεν ξέρω, εκτός αν μας τύχει μια εκ βάθρων ανατροπή του παντός, μια κοσμογονική αλλαγή που θα μεταβάλει άρδην την τάξη του ορατού σε μας σύμπαντος και μας συμβεί μια συνάντηση άλλης τάξεως, μα ως τότε, όσο να τελειώσει η ιστορία μας, πάλι η γη θα γυρίζει, τα ποτάμια, όσο κι αν αλλάζουν δρομολόγιο, θα χύνονται στο αλμυρό νερό, τα βουνά, παρά που η ανθρώπινη απληστία θα τα πετσοκόβει και θα πλιατσικολογεί στο κορμί τους, θα στέκουν το ύψος τους, οι βροτοί θα ’ρχονται στη ζωή και θ’ αναχωρούν για το ατέλειωτο ταξίδι, το Μεσολόγγι σου –και Μεσολόγγι μας–, Παντελή μου, θα τελεί κάθε χρονιά τις λαμπρές φιέστες της Μεγάλης Εξόδου, κι εμείς θα ανασαίνουμε ώσπου να κρούσει τη θύρα του αποχαιρετισμού ο εξολοθρευτής άγγελος, «ο θάνατος διαθέτει ένα βλέμμα για τον καθένα» λέει ο Τσέζαρε Παβέζε, σωστά, μα τι ωφελεί, η σαϊτιά του είναι το ίδιο φαρμακερή, όπου και να τη ρίξει, κάποιες φορές μάλιστα απροσμέτρητα φαρμακερή, γιατί αφήνει πίσω της άλλες ζωές βουτηγμένες σε μια χολή χωρίς αντίδοτο, το ξέρω, είναι, ίσως, ύβρις των ύβρεων, αλλά να, δε θέλω να πεθάνω, ποτέ, ούτε και να γεράσω θέλω, Παντελή μου, όμως γερνάω, γέρασα –και μυαλό δεν έβαλα, και καλά έκανα, ευτυχώς, κάτι τέτοια μας έλεγαν από μικρούς οι αναρίθμητοι «λωβοτόμοι» μας–, όμως θα ’ρθει, και σάμπως πόσο έμεινε, η στιγμή που θα υποσταλεί και η δική μου σημαία, φίλε, όταν θα λήξει η περίοδος της καταναλωτικής μου διαδρομής κι η ετικέτα μου θα κορνιζαριστεί σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο, κάλλιο ξύλο, αν έτσι τύχει, άμα δεν έχω τη μοίρα θαλασσοπνιγμένου, θύματος σεισμού ή εξαέρωσης, βομβιστικής ενέργειας, φονικής διαδήλωσης ή άσπλαχνου αλήτη, να μοιραστώ θέλησα κάπως τον «μνησιπήμονα πόνο» σου, εφ’ ω και σε ασπάζομαι, αδελφέ, κλίνω το γόνυ στη μνήμη του παιδιού και χαιρετώ με βλέμμα ταπεινό μα απροσκύνητο τη Μοίρα μας.
Είκοσι
Παντελής Μπουκάλας
Άγρα
76 σελ.
ISBN 978-960-505-720-6
Τιμή €12,00
- Δημοφιλέστερες Ειδήσεις Κατηγορίας Ψυχαγωγία
- Η Karol G πήρε την κορυφή από τον Bad Bunny – Το νέο της άλμπουμ έκανε εντυπωσιακό ντεμπούτο
- Η κλοπή της Μόνα Λίζα που έκανε το έργο διάσημο. Γιατί κατηγόρησαν τον Πικάσο και ο πραγματικός δράστης έπεσε στα μαλακά
- Πού Είναι Tο Σπίτι Tου Φίλου Μου;
- Θοδωρής Κατσαφάδος: «Στα γυρίσματα του Maestro συνάντησα και δούλεψα για πρώτη φορά από κοντά με το είδωλο μου»
- Xbox και IKEA: Νέα συνεργασία με gaming έπιπλα
- Τι βλέπουμε στο σπίτι την Παρασκευή, 21 Αυγούστου
- Η Halsey έγινε κατάξανθη και το νέο της look είναι ό,τι πιο edgy θα δεις σήμερα
- Παντελής Μπουκάλας: «Είκοσι»
- Δημοφιλέστερες Ειδήσεις Diastixo
- Τελευταία Νέα Diastixo
- Παντελής Μπουκάλας: «Είκοσι»
- 3ο Φεστιβάλ Ακροναυπλίας, 26/8 – 6/9
- Caroline Wahl: «22 διαδρομές»
- Έφυγε από τη ζωή ο σημαντικός διανοητής Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937-2026)
- Υπό έκδοση το βιβλίο του Τζο Μπάιντεν για την προεδρία του
- Δέσποινα Τσίτουρα
- Χημεία ή… Χημαγεία;
- Μαρία Λιάκου: συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα
- Η μακρά λίστα για το Booker 2026
- «Elvis has left the building… (Ντβόριν, Λόγκαν, Έλβις)» του Πέτρου Γκάτζια
- Τελευταία Νέα Κατηγορίας Ψυχαγωγία
- Τι βλέπουμε στο σπίτι την Παρασκευή, 21 Αυγούστου
- Xbox και IKEA: Νέα συνεργασία με gaming έπιπλα
- Η Halsey έγινε κατάξανθη και το νέο της look είναι ό,τι πιο edgy θα δεις σήμερα
- A Different World: Το Netflix φέρνει πίσω το Hillman College, αυτή τη φορά μέσα από τα μάτια της κόρης του Dwayne και της Whitley
- Το πρωινό της Κατερίνας Καινούργιου θα γίνει το obsession σου μετά τις διακοπές
- Fast & Furious: Από μια «ταπεινή» ταινία του 2001 σε ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά franchises
- Η Karol G πήρε την κορυφή από τον Bad Bunny – Το νέο της άλμπουμ έκανε εντυπωσιακό ντεμπούτο
- Η κλοπή της Μόνα Λίζα που έκανε το έργο διάσημο. Γιατί κατηγόρησαν τον Πικάσο και ο πραγματικός δράστης έπεσε στα μαλακά
- Πού Είναι Tο Σπίτι Tου Φίλου Μου;
- Θοδωρής Κατσαφάδος: «Στα γυρίσματα του Maestro συνάντησα και δούλεψα για πρώτη φορά από κοντά με το είδωλο μου»



