Παναγιώτης Κερασίδης: «Ασωτία»

Η ποιητική συλλογή Ασωτία του Παναγιώτη Κερασίδη (εκδ. Καστανιώτη, 2025) συνιστά μια συνεκτική και πολυεπίπεδη υπαρξιακή χαρτογράφηση, όπου το προσωπικό βίωμα διασταυρώνεται με τον στοχασμό πάνω στην ίδια την ποιητική πράξη. Δομημένη σε πέντε ενότητες –«Μερίδιο ανωνυμίας», «Μνηστήρες του νόστου», «Ασωτία», «Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου» και «Χαλάσματα»– η συλλογή συγκροτεί έναν κόσμο ενιαίο, αν και εσωτερικά θραυσματικό. Σε αυτόν, η ήττα, η σιωπή και η ασωτία, μαζί με την ποιητική τους μετουσίωση, αναδεικνύονται σε θεμελιώδεις συνθήκες της ύπαρξης και

της γλώσσας.

Η συλλογή ανοίγει με το ποίημα «Ο τοξοβόλος», μια ελεγεία για τη συνύπαρξη του βίαιου και του ζωώδους με το ερωτικό και το ηδονικό στοιχείο. Το «σφαδάζον» από το τραύμα του βέλους ζώο τοποθετείται δίπλα σε εραστές που επουλώνουν τις πληγές τους χαράζοντας όνειρα ο ένας στο δέρμα του άλλου. Επιλέγουν συνειδητά την «ασωτία» και την «εξορία» από τη συμβατική ζωή, παραμένοντας ανώνυμοι και έκθετοι μέσα σε έναν κόσμο ανατροπών. Τελικά, η εσωτερική ορμή μεταμορφώνεται σε «ρίμα» και η ποίηση σε μια ιδιότυπη ομηρία, καθώς ο δημιουργός φυλακίζεται στην ίδια του την έκφραση. Ο «Τοξοβόλος» συμβολίζει ίσως την ίδια την ορμή της δημιουργίας η οποία, για να γεννήσει το «βέλος» (το ποίημα), προϋποθέτει αναπόφευκτα έναν «χαμό» ή μια πληγή. Οι εραστές δεν είναι απλά πρόσωπα, αλλά σύμβολα μιας υπαρξιακής ετερότητας. Η κατάληξη του βέλους σε «κάτι περιττό/ που δεν το όρισε κανείς ακόμα» υποδηλώνει μια διαδικασία μετουσίωσης: μέσα από τη διάλυση των βεβαιοτήτων αναδύεται ένα νέο, ακαθόριστο πεδίο νοήματος – μια αναζήτηση ελευθερίας που υπερβαίνει ακόμα και την τέχνη, εκεί όπου τίποτα δεν είναι ορισμένο ή χρηστικό.

Ενώ στο εναρκτήριο ποίημα της ενότητας «Μερίδιο ανωνυμίας» το βέλος προκαλούσε έναν «χαμό» που οδηγούσε στη δημιουργία, στο πέμπτο ποίημα [V] η βολή σημαδεύει πλέον το «άγνωστο και το ανεκπλήρωτο». Εδώ, η σιωπή εμφανίζεται ως ένα «ανεκδιήγητο παγόνι» – ένας εντυπωσιακός αλλά κενός ναρκισσισμός, μια αλαζονική αδιαφορία απέναντι στα «βάσανα των άλλων». Η σιωπή δεν ορίζεται ως ησυχία, αλλά ως άρνηση συμμετοχής στον πόνο του κόσμου. Ο λόγος αδυνατεί πια να αποδώσει το βάρος της πραγματικότητας. Η «ήττα» λανθάνει ακριβώς εκεί: στην αδυναμία της γλώσσας να αποδώσει το στέρεο στοιχείο («βράχια») σε νόημα, αφήνοντάς το να διαρρεύσει. Η ακινησία των βράχων μοιάζει να «χλευάζει» κάθε ανθρώπινη κίνηση· είναι η εικόνα μιας μοίρας αμετακίνητης, που παραμένει βουβή και ταυτόχρονα «εύγλωττη» μέσα στην απάθειά της, ακόμη και μπροστά σε κάτι τραγικό, όπως η πτώση των αετών. Αν η «ασωτία» του πρώτου ποιήματος αποτελούσε διέξοδο προς το πάθος, εδώ αποτελεί το τίμημα αυτής της εξορίας. Ο τοξοβόλος σημαδεύει πλέον στο κενό και η «ομηρία» των ριμών παραχωρεί τη θέση της στην ακινησία.

Είναι σαφές ότι στον πυρήνα της ποιητικής του Κερασίδη η ήττα δεν αντιμετωπίζεται ως τέλος, αλλά ως κατάσταση που διεκδικεί τη δική της «μουσική» και την ένταξή της σε μια «ανισόρροπη κιβωτό». Οι ήττες, «ομολογημένες και ανομολόγητες», αποτελούν την πρώτη ύλη για μια «ξάγρυπνη» διεργασία που επιχειρεί να ανασυνθέσει το κενό («Ήττες»).

{jb_quote}Η ήττα, η σιωπή και η ασωτία, μαζί με την ποιητική τους μετουσίωση, αναδεικνύονται σε θεμελιώδεις συνθήκες της ύπαρξης και της γλώσσας.{/jb_quote}

Αυτή η δυναμική εκδιπλώνεται ανάγλυφα και στην επόμενη ενότητα, στους «Μνηστήρες του νόστου». Σε ποιήματα όπως «Το λίγο», η ελάχιστη κλίμακα του βιώματος –το «κλαράκι της πεταλούδας» ή το φως που «φιλάει το φυλαχτό στο στήθος»– μετασχηματίζεται στο απόσταγμα που απομένει όταν η ορμή του «Τοξοβόλου» και η σιωπή της ήττας κατασταλάζουν σε μια μοναχική αλήθεια. Πρόκειται για την αποδοχή του «λίγου» ως ηθικής και υπαρξιακής στάσης: μια μαθητεία στην αυτάρκεια του ελάχιστου, όπου η στέρηση παύει να βιώνεται ως έλλειμμα και μετατρέπεται σε δημιουργική προϋπόθεση.

Παράλληλα, ο νόστος –κεντρικός άξονας της δεύτερης ενότητας– αποδομείται ριζικά. Δεν πρόκειται για την κλασική επιστροφή, αλλά για μια «παρωδία νόστου». Ο άνθρωπος επιστρέφει «χωρίς κατάρτι σάρκας» σε έναν τόπο όπου ο πόθος εξοστρακίζεται από την «αφιλόξενη αγκαλιά της ποίησης» («Είναι δυνατόν;»). Στο ποίημα «Μνηστήρες του νόστου», οι μνηστήρες μοιάζουν να παίζουν με τα νήματα που υφαίνουν τον ίδιο τους τον θάνατο. Ο κόσμος παρουσιάζεται εξαρχής «άσωτος», ένας τόπος αυτοαναίρεσης όπου η ταυτότητα ορίζεται μέσα από την αντίφαση του «αθάνατου θνητού». Αντιστοίχως, στα «Άλογα», ο καλπασμός συνδέεται με τη γέννηση του «άσωτου», με μια ορμή που αντλεί ενέργεια από την ίδια την ήττα. Τα άλογα «δονούν το στήθος» και «πελαγοδρομούν στο λυκόφως», αδιαφορώντας για κάθε σκιά, επιβεβαιώνοντας πως η ορμή δεν αναχαιτίζεται από την αποτυχία αλλά, αντιθέτως, τρέφεται από αυτήν. Η κατάληξη «στις αμμουδιές» δεν συνιστά λύτρωση, αλλά στιγμιαία ανάπαυλα μέσα σε μια αέναη κίνηση.

Κεντρική θέση καταλαμβάνει και σ’ αυτή τη συλλογή του Κερασίδη το σώμα, ως οντολογικό τεκμήριο. Στο «Θέατρο», το σώμα εμφανίζεται «κομμένο» και εγκλωβισμένο σε μια φλεγόμενη σκηνή, πασχίζοντας να σταθεί όρθιο «στον τάφο του», οπουδήποτε κι αν αυτός εντοπίζεται. Φέρει το «βάρος της απόδειξης», ενώ την ίδια στιγμή υποβάλλεται σε μια σισύφεια διαδικασία φθοράς και επανασυγκρότησης. Στα «Άλογα», αντιστοίχως, το σώμα «βγάζει την κραυγή του» τόσο στην ακμή όσο και στην παρακμή του, λειτουργώντας ως ο τόπος όπου συγκλίνουν όλες οι αντιφάσεις: η ζωή και ο θάνατος, η ηδονή και η εξάντληση.

Στο επίπεδο της ποιητικής αυτοαναφορικότητας, το ποίημα «Παίζοντας με τις προθέσεις» αναδεικνύει τη βαθιά μεταγλωσσική ευαισθησία του Κερασίδη. Η γλώσσα παρουσιάζεται ως ένα πεδίο συγκρούσεων και μετασχηματισμών, όπου το «επερχόμενο» και το «εξερχόμενο» συνδιαμορφώνουν το «περιεχόμενο» – τη λέξη, δηλαδή, που αναζητεί εναγωνίως τη μορφή της. Η ποίηση εδώ δεν προηγείται της εμπειρίας, αλλά αναδύεται μέσα από τη διαρκή αυτοαναίρεση και αναδιάταξή της. Η ενότητα κορυφώνεται με ποιήματα όπως ο «Τελευταίος σταθμός», όπου η κυκλικότητα αρχής και τέλους μετατρέπεται σε σχόλιο για την ίδια την ποιητική πράξη. Τα «πολύτιμα σκουπίδια» που εντέλει «βρήκαν στίχο να χωθούν» συνοψίζουν την πυρηνική χειρονομία του ποιητή: τη μετουσίωση του ευτελούς και του απορριπτέου σε πρωτογενή φορέα νοήματος.

Στην τρίτη ενότητα, την ομότιτλη «Ασωτία», ο Κερασίδης ολοκληρώνει τη διαδρομή από την ορμή του «Τοξοβόλου» στην υπαρξιακή καταστάλαξη, ανασυνθέτοντας το τραύμα ως μια πράξη βίαιου επαναπατρισμού στις «ρίζες». Η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως απλό εργαλείο και αποκτά μια αυτόνομη, σχεδόν τυραννική φύση: «σιωπά» ή «μεθά» ερήμην του χρήστη, ράβοντας τελικά τον μύθο απευθείας πάνω στα χείλη. Η «ασωτία» εδώ υπερβαίνει την απλή περιπλάνηση· γίνεται η τροφή που ενισχύει την ανάγκη του νόστου για μια «νέα πατρίδα», απογυμνωμένη πλέον από συντρόφους και έρωτες. Το υποκείμενο, ως ένα «ζώο άσωτο» («Του νόστου») που ποτίζει την ιστορία με το αίμα του και τους χυμούς της γλώσσας, αναζητά την προσωπική του «ευθεία» μέσα από τη συντριβή της αθανασίας του και «στα όρια της σιωπής» («Ελεύθερη πολιορκημένη»). Καταλήγει έτσι σε μια υπαρξιακή «ζυγαριά», όπου ο μόχθος για το περισσότερο ισορροπεί με τη λυτρωτική μέθη του λίγου («Ζυγαριά της γλώσσας»).

Σε αυτό το πλαίσιο, η «ασωτία» απομακρύνεται οριστικά από τη βιβλική της σημασία ως σπατάλη και αποκτά τη διττή διάσταση ελευθερίας και εξορίας. Οι άνθρωποι της συλλογής μοιάζουν να ζητούν «άσυλο στην ασωτία», επιλέγοντας μια ύπαρξη εκτός κανονιστικών ορίων. Η ασωτία μετατρέπεται σε έναν χώρο ανωνυμίας και ανατροπής, όπου οι ορμές μετουσιώνονται σε λόγο και όπου τα λάθη ή οι ήττες δεν οδηγούν στη μετάνοια, αλλά συγκροτούν μια ιδιότυπη «μουσική» που συνοδεύει το σώμα στην προσπάθειά του να επαναπατριστεί, δίχως ποτέ να βρίσκει οριστική εστία. Μέσα από αυτή τη διαρκή διαδικασία, ακόμη και η στέρηση και η σιωπή αναβαθμίζονται σε πρωτογενή πεδία δημιουργίας.

Ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτή την πορεία αυτοπροσδιορισμού ενέχει το σύμβολο του κυπαρισσιού, το οποίο λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς στην ομώνυμη ενότητα, γεφυρώνοντας την κίνηση με την ακινησία. Προαναγγέλλεται ήδη από την πρώτη ενότητα, συνυφασμένο με την αναζήτηση του «ξανακερδισμένου χρόνου», ενώ στη δεύτερη συνδέεται με τη φευγαλέα φύση της βροχής και την ανθεκτική στατικότητα των βράχων. Στην τρίτη ενότητα, το κυπαρίσσι μετατρέπεται σε ορίζουσα της ταυτότητας του υποκειμένου, υποδηλώνοντας μια ύπαρξη που συγκροτείται μέσα από ίχνη και απουσίες. Η επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου να εντοπίσει το «δικό του» κυπαρίσσι («Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου») επανέρχεται εμφατικά, για να οδηγήσει τελικά σε μια αιφνίδια ανατροπή: το κυπαρίσσι δεν αναζητείται για να κατοικηθεί ή να προσφέρει προστασία, αλλά «για να κοπεί». Εδώ επανέρχεται η κρίσιμη έννοια του «κομμένου» που διατρέχει τη συλλογή –«κομμένη γλώσσα», «κομμένη σάρκα», «κομμάτι κομμάτι τα μουγκρητά», «κομμάτια ζωής»– υπογραμμίζοντας πως η επιθυμία προσκρούει τελικά στο «τίποτα» και στην αυτοκαταστροφικότητα. Η ταυτότητα εμφανίζεται έτσι ως κάτι που οικοδομείται μόνο και μόνο για να αναιρεθεί, ενώ η ίδια η πράξη της αναζήτησης υπονομεύει εκ των προτέρων το αποτέλεσμά της.

Η συνολική ποιητική πρόταση του Κερασίδη συνομιλεί δημιουργικά με τα σταθερά μοτίβα του έργου του: την αποδοχή της ήττας χωρίς ίχνος εξιδανίκευσης, την ασωτία ως αντίδοτο στο υπαρξιακό δράμα και τη διαρκή πάλη ανάμεσα στη θνητότητα και την ενόρμηση για αθανασία. Σε αυτό το πλαίσιο, η γλώσσα του, πυκνή, καίρια και βαθιά στοχαστική, δεν επιχειρεί να εξαλείψει το σκοτάδι, αλλά να ανοίξει εντός του ρωγμές φωτός μέσω της δημιουργικής πράξης.

Στον πυρήνα της ποιητικής του εντοπίζεται μια διαρκής κίνηση συγκρότησης και ταυτόχρονης αναίρεσης. Τίποτε δεν παραμένει στατικό: κάθε στοιχείο που φαίνεται να αποκτά βαρύτητα υπονομεύεται εκ των έσω, αποκαλύπτοντας την εγγενή του αστάθεια. Η ήττα, για παράδειγμα, ενώ αρχικά καταγράφεται ως τραυματική εμπειρία, μεταποιείται σε δημιουργική προϋπόθεση· η στέρηση, αντί να σηματοδοτεί την έλλειψη, αναβαθμίζεται σε συνειδητή στάση ζωής. Η ίδια διαλεκτική διέπει και τον νόστο, ο οποίος από υπόσχεση επιστροφής μετατρέπεται σε κυκλική κίνηση γύρω από τον άξονα του εαυτού, αλλά και την ασωτία, η οποία μεταβάλλεται σε χώρο ελευθερίας. Αυτή η λογική διαπερνά και τα υπόλοιπα μοτίβα: το σώμα, ως πεδίο ταυτόχρονης δόμησης και διάλυσης, αγωνίζεται να σταθεί «όρθιο στον τάφο του», η γλώσσα παραμένει «ελεύθερη πολιορκημένη» και η Ιστορία «απλώς καθησυχάζει» και επιβραβεύει.

{jb_quote}Η γλώσσα του, πυκνή, καίρια και βαθιά στοχαστική, δεν επιχειρεί να εξαλείψει το σκοτάδι, αλλά να ανοίξει εντός του ρωγμές φωτός.{/jb_quote}

Με αυτόν τον τρόπο, η ποιητική συλλογή Ασωτία οικοδομεί ένα σύστημα εντάσεων όπου κάθε βεβαιότητα τίθεται υπό αίρεση. Οι αξίες δεν λειτουργούν ως σταθερά σημεία προσανατολισμού, αλλά ως προσωρινές κατασκευές που αποδομούνται, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη αδυναμία για εμμονή σε οριστικά σχήματα. Μέσα από αυτή τη διαρκή αναίρεση προκύπτει μια βαθύτερη μορφή ελευθερίας: όχι ως οριστική κατάκτηση νοήματος, αλλά ως πλήρης επίγνωση της ρευστότητάς του.

Υφολογικά, ο Κερασίδης καλλιεργεί έναν ελεύθερο στίχο στοχαστικής λιτότητας, όπου η συμπύκνωση της εικόνας φέρει ισχυρή συμβολική φόρτιση. Η γλώσσα του τελεί υπό διαρκή ανασύνθεση, ισορροπώντας ανάμεσα στην αμεσότητα και την αλληγορία, ενώ οι ρητορικές μετατοπίσεις υποσκάπτουν κάθε συμβατικό σημείο αναφοράς. Η ποίηση, εντέλει, δεν προσφέρεται ως λύση, αλλά ως πεδίο δοκιμασίας: ένας χώρος όπου η ήττα, το σφάλμα και η απώλεια μετουσιώνονται σε μια εύθραυστη, πλην όμως επίμονη, μορφή ελευθερίας.

Ασωτία
Παναγιώτης Κερασίδης
Εκδόσεις Καστανιώτη
76 σελ.
ISBN 978-960-03-7442-1
Τιμή 12,00€

Keywords
Τυχαία Θέματα