Νίκος Κατσαλίδας

«Τσότσιγια έμεινε, όπως έλεγε μόνη της, μια χούφτα άνθρωπος, πετσί και κόκαλο, ένα πούπουλο η ενενηνταπεντάρα μου, αλλά κελαηδάει η ψυχούλα της και ψέλνει τους όψιμους ψαλμούς της αγρυπνίας της». Και το μόνο που θα ήθελα να μην είναι μάνα μου, είναι εάν μπόρεσε και έφυγε από μένα και μετατράπηκε σε μυθιστορηματικό πρόσωπο, γιατί εγώ ο ίδιος δύσκολα θα απογαλακτιζόμουν από τον κόρφο της μόνος.

Η ελαφρότητα του σώματος εξαρτάται από τη βαρύτητα του πνεύματος και της μνήμης, άκουσα να μονολογούσε αυθόρμητα σα να φιλοσοφούσε αποφθέγματα και σκέφτηκα ότι σίγουρα κάτι ήξεραν για τις σοφίες της τα παιδιά μου, που ενστικτωδώς τη φώναζαν σάμπως να χάιδευαν ένα περιστεράκι με το υποκοριστικό μανίτσα και τα εγγονάκια μου, όπως το άκουσαν από τους γονείς τους. Κι όταν σκεφτόμουν την ελαφρότητα του σώματος, και την βαρύτητα του πνεύματος και της μνήμης, παρατηρώντας μπροστά μου μια χούφτα σάρκα και οστά και ένα πούπουλο μάνα, έλεγα μέσα μου: αλήθεια, τώρα, είναι μια χούφτα άνθρωπος με το υποκοριστικό μανίτσα που χαϊδευτικά σημαίνει αξιοσέβαστη, αλλά όλος αυτός ο κόσμος που πηγάζει και κυλάει από μέσα της, όλες αυτές οι μέρες και νύχτες γενικώς τόσα μερόνυχτα που σταθήκαμε στο κρεβάτι της κεφάλι με κεφάλι, τώρα πια μια μικρούλικη ξεπουπουλιασμένη υπερήλικη που κοιμάται εδώ και σ’ άλλον κόσμο βρίσκεται, πώς μπορεί να ταυτιστεί με το περίεργο φαντασμαγορικό μέγεθος της χαμένης, όπως και της ξαναεμφανιζόμενης αποσπασματικής αφήγησης της άνοιας, που σημαίνει βαθμιαία, μόνιμη εξασθένηση πνευματικής λειτουργίας;

{jb_quote}Η ελαφρότητα του σώματος εξαρτάται από τη βαρύτητα του πνεύματος και της μνήμης.{/jb_quote}

Όμως σίγουρα κάτι αινιγματικό υπάρχει στην ελαφρότητα του σώματος και βαρύτητα της μνήμης κι αυτά που μένουν από τη λειτουργία νου και ψυχής, ένας ακαταλαβίστικος εσωτερικός θησαυρός, έστω αποσπασματικά, γίνεται αυθόρμητο δείγμα υπερρεαλισμού. Η μανίτσα είναι απλώς το υποκοριστικό της μάνας, μια χούφτα τώρα άνθρωπος κι ένας πλούτος αφήγησης και μνήμης σαν τα σκορπισμένα θαλασσινά κοράλλια, που αν τα ενώσεις δημιουργούν το μεγαλύτερο ψηφιδωτό γραφής και το γραφικότερο μωσαϊκό της μνήμης. Το ιδανικότερο όμως θα ήταν, αυτά τα κοράλλια της συμπόνιας και του άγχους, της φοβίας και της καλοσύνης, της μεγαλοψυχίας και της εγκαρδιότητας, της γενναιοδωρίας και της συναίνεσης, ενός πάντοτε αναστατωμένου εσωτερικού κόσμου όσο και της αθωότητας, δίχως κάποια ιδιαίτερη φτιαχτή εσωτερική αρχιτεκτονική δομή, να τα νιώσεις και να τα γευτείς όπως τη στιγμή που ειπώθηκαν, κοράλλι το κοράλλι, να τα δαμάσεις, να τα ξεφλουδίσεις δίχως αλλοίωση κειμένου, ίσως μ’ ένα μικρό απαραίτητο γλωσσικό ρετουσάρισμα στη μεταγραφή, προσέχοντας ιδίως την περίπτωση της ντοπιολαλιάς, ωσότου η αφήγησή της να μην εμποδίζει κάποτε τα δισέγγονά της. Μιας εγγράμματης που πέρασε στα χέρια της σελίδες και την ντοπιολαλιά την είχε ως αλάτι και πιπέρι.

Και τότε, μου φάνηκε ότι άκουσα φωνή να μου λέει: «Δώσε τη μαρτυρία και γράψε όσα άκουσες να σου λέει». Κι άρχισα να γράφω. Αλλά άκουσα άλλη φωνή να μου λέει: «Κράτησέ τα κρυφά αυτά που σου λέω». Και συγκρατήθηκα, να τα γράψω ή να μην τα γράψω. Κι άλλη φωνή να μου λέει: «Και μην κρατήσεις μυστικά τα λόγια της. Σ’ όποιον αρέσουν ας τα διαβάσει, σ’ όποιον δεν αρέσουν, έχει βουλοκέρι για τ’ αυτιά του». Κι όταν άρχισα κι έγραφα, πότε όπως τ’ άκουγα, πότε μεταγράφοντας τη μαρτυρία, σάστισα από την ίδια φωνή να λέει: «Αν κάνεις και προσθέσεις τα λόγια της, θα σου προσθέσει ο Θεός τις συμφορές, κι αν αφαιρέσεις, θα σου αφαιρέσει το μερίδιό του». Και εμπιστευόμενος την πρώτη φωνή της οπτασίας, που είπε: γράψε ό,τι ακούς και μην κρατάς μυστικά, σ’ όποιον δεν αρέσουν, έχει βουλοκέρι για τ’ αυτιά του, αφού νύχτα ήταν τότε που άκουγα αυτές τις περίεργες φωνές, είπα ευσυνείδητος για ό,τι έκανα, εφόσον μπλέκονταν έτσι τα λόγια μας, που άλλωστε κάπου δεν μπορούσα να διακρίνω τα δικά μου από τα δικά της: ας γίνει ό,τι γίνει, ξανάπα μέσα μου, τη μανούλα καταγράφω και μεταγράφω και δικαιούμαι να κάνω ό,τι κι όπως θέλω και ακριβής στενογράφος να είμαι και ακριβοδίκαιός της αντιγραφέας, αφού ούτε ο Ιωάννης της Αποκάλυψης είμαι με τον φόβο μην ξεχάσω ή αυξήσω κάτι και την πατήσω κι ούτε αυτή στις διαρροές της, άγγελος σταλμένος μπροστά μου.

Η πλημμυρίδα της νύχτας
Νίκος Κατσαλίδας
Νίκας
480 σελ.
ISBN 978-960-296-604-4
Τιμή €20,00

Keywords