Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Μάζευα λέξεις όπως μαζεύει κανείς το φως από τα αμπέλια: ρώγα-ρώγα, ποίημα-ποίημα. Ό,τι φύτρωνε μέσα μου στις σκοτεινές μέρες της πανδημίας. Τότε που το χαρτί, το μολύβι, ο υπολογιστής και το βλέμμα έγιναν τα μόνα εργαλεία για να κυλήσει ο χρόνος. Μα ο χρόνος δεν κυλούσε· βάραινε. Καθόταν πάνω στο στήθος σαν πέτρα και μετρούσε σιωπές. Οι ειδήσεις μύριζαν αίμα. Γυναικοκτονίες. Βία μέσα στα σπίτια. Βία στους δρόμους. Βία στα σύνορα. Οι πόλεμοι επέστρεφαν και ένα κύμα ξηρασίας απλωνόταν πάνω στον κόσμο – κοινωνικής, πολιτισμικής, ανθρώπινης. Ό,τι είχε νερό γινόταν πέτρα και ό,τι είχε φως σκοτείνιαζε.

Μέσα σε αυτή τη βαριά σιωπή, η ποίηση έγινε η αναπνοή μου. Ένα άνοιγμα απ’ όπου μπορούσα ακόμη να δω. Η ποίηση δεν έρχεται για να στολίσει τη σιωπή. Έρχεται για να τη ραγίσει. Γιατί η μνήμη είναι το σώμα μας και η φωνή το νήμα του, ζυμωμένο από ανάσα, φόβο και φως. Κάθε λέξη σπάει την κρούστα της σιωπής. Τα σώματα πληγώνονται. Σωπαίνουν. Μα θυμούνται. Και αυτή η μνήμη γίνεται ρίζα. Γίνεται αντίσταση. Μια υπόσχεση επιστροφής – όχι όπως φύγαμε, αλλά πιο συνειδητές, πιο όρθιες.

{jb_quote}Όσα δεν έχουν μνήμα ρίζωσαν στο χώμα της φωνής.{/jb_quote}

Στην αρχή ήταν το σώμα. Όχι ως απλό σχήμα, αλλά ως αρχείο μνήμης. Ένα δέρμα που φυλάει μέσα του όσα συνέβησαν πριν εκφραστούν με λέξεις. Ένα στήθος που ανέπνεε βαριά, σαν να κουβαλούσε όλη την ντροπή και τον πόνο του κόσμου. Το σώμα που σωπαίνει δεν είναι άφωνο· θυμάται. Είναι εκπαιδευμένο να φυλάει, να μεταφέρει, να κρατά ζωντανές τις ιστορίες που η γλώσσα δεν προλαβαίνει να πει. Η σιωπή είχε κανόνες. Η κραυγή έπρεπε να διπλώνεται όπως διπλώνεται ένα λευκό σεντόνι στο τέλος της ημέρας. Ύστερα, ήρθαν τα μαθήματα σιωπής: η ευπρέπεια ως ράμμα στο στόμα, η υπακοή ως καθρέφτης που παραμορφώνει. Χρησιμοποίησα συμβολισμούς, γιατί υπάρχουν εμπειρίες που δεν χωρούν σε ευθεία αφήγηση. Ο πόνος, η βία, η μνήμη, η σιωπή κρύβονται συχνά πίσω από μικρά, καθημερινά πράγματα. Ένα μαντίλι, μια βελόνα, ένα κλειδί, ένα σπίτι. Το σπίτι έγινε κιβωτός μνήμης. Το μαντίλι που σκέπασε το στόμα έγινε σημαία μνήμης. Το κλειδί δεν άνοιγε πόρτες, άνοιγε πληγές που ζητούσαν όνομα. Από τη βελόνα που ράβει τα χαμένα σώματα ως τον σπόρο που φυτρώνει μέσα στη στάχτη, η γυναικεία φωνή φυλάει την αυγή του κόσμου. Όσα δεν έχουν μνήμα ρίζωσαν στο χώμα της φωνής.

Κάπου εκεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, γεννήθηκε μια σκέψη: «Δεν φταίω». Αυτή ήταν η αρχή της εξέγερσης. Όχι ως κραυγή, αλλά ως μετατόπιση. Ως απομάκρυνση της ντροπής από το σώμα. Στα χώματα της εξορίας, το σώμα έγινε πατρίδα. Η μνήμη έγινε χάρτης χωρίς σύνορα. Και η σιωπή άλλαξε πλευρά: από δεσμά έγινε μνήμη, και από μνήμη ρίζα. Η φωνή δεν ήταν πια μόνο ήχος. Ήταν πράξη. Μια λέξη που στέκεται όρθια. Ένα «όχι» που ειπώθηκε πρώτα μέσα στο αίμα. Η ποίηση και η ειρήνη προχωρούν μαζί. Γιατί γεννιούνται από την ίδια ανάγκη: να σωθεί ο άνθρωπος από τη βία της λήθης και του μίσους. Η ποίηση δεν σταματά τους πολέμους. Μας θυμίζει τι χάνεται μέσα σε αυτούς. Όταν έγραφα αυτά τα ποιήματα, υπήρχε πόλεμος στη Γάζα και στην Ουκρανία. Σήμερα φλέγεται ολόκληρη η Μέση Ανατολή. Κι όμως, επιμένω να γράφω. Να κρατώ τη φωνή ζωντανή εκεί όπου η βία θέλει να επιβάλει τη σιωπή. Να στέκομαι δίπλα στις γυναίκες της Παλαιστίνης, του Ιράν, σε όλες εκείνες που αγωνίζονται να ακουστούν.

Υπάρχουν φωνές που δεν γράφουν για να διαβαστούν, αλλά για να επιζήσουν. Φωνές που τρέμουν και όμως δεν σβήνουν. Από τα υπόγεια της Ιστορίας, πίσω από κάγκελα, μέσα σε εξορίες και φόβους. Οι λέξεις τους στάζουν αίμα και φως. Η στάχτη δεν είναι τέλος. Είναι έδαφος. Μέσα της κοιμάται ο σπόρος. Και ο σπόρος δεν φοβάται το σκοτάδι, το χρησιμοποιεί. Από τη φίμωση φτάνω στην πληγή. Από την πληγή στη μνήμη. Από τη μνήμη στη φωνή. Από τη φωνή στη ρίζα. Από τη ρίζα στη ζωή. Η εξέγερση δεν είναι φωτιά που καίει τα πάντα. Είναι η στιγμή που στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και αναγνωρίζω το πρόσωπό μου χωρίς ντροπή. Και φωνάζω: «Δεν φταίω». Η ποίηση είναι η μνήμη που επιμένει. Και η μνήμη, όταν επιμένει, γεννά κόσμο. Γι’ αυτό: Η ραφή της μνήμης. Γιατί η μνήμη δεν ξεχνά. Ράβει τις ρωγμές της Ιστορίας με λέξεις που αντιστέκονται, στέκονται όρθιες και γεννούν ζωή.

Ως μέλος του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας «Η Φωνή της» και του PEN Greece, αφιερώνω αυτή τη συλλογή στον αγώνα τους. Σε όλες όσες δεν σωπαίνουν. Σε όλες όσες φωτίζουν τον δρόμο. Με κάθε λέξη, στέκομαι δίπλα τους. Και επιμένω να ράβω τη μνήμη με λέξεις, να κρατώ τη φωνή εκεί όπου τη θέλουν σιωπή. Να θυμίζω πως μέσα στη στάχτη υπάρχει πάντα σπόρος. Γίνεται ρίζα. Γίνεται φως. Γίνεται ζωή. Και τούτοι οι στίχοι βρήκαν στέγη στις εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ Πολιτισμού.

Δεν γράφω για να συμφιλιωθώ
Γράφω για να εξεγερθώ.
Μέσα απ’ τη στάχτη των καμένων λέξεων
ανθίζει η φωνή μου

Η ραφή της μνήμης
Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
ΤΡΙ.ΕΝΑ Πολιτισμού
72 σελ.
ISBN 978-618-5860-37-0
Τιμή €11,00

Keywords
Τυχαία Θέματα