Γιάννης Καισαρίδης: «Αναπάντητες»

Ο Γιάννης Καισαρίδης, δημιουργός της περιφέρειας, συγγραφέας και φιλόλογος, μινιμαλιστής, με έντονο λογοτεχνικό ταλέντο και αβίαστη πιστότητα στην έκφραση, με έργο δοκιμασμένο στον χρόνο και στη σκέψη, τη μνήμη και την κριτική των αναγνωστών, στην παρούσα 59 σελίδων νουβέλα του αποτίει φόρο τιμής στα παιδιά που το 2003 επέστρεφαν από ψυχαγωγική εκδρομή και, στο ύψος των Τεμπών, το λεωφορείο στο οποίο επέβαιναν συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με άλλο όχημα, με συνέπεια πολλά να σκοτωθούν – για την ακρίβεια,

να διαμελιστούν, έτσι ώστε σχεδόν απαγορεύτηκε στους γονείς τους να τα δουν για να γίνει η αναγνώριση πριν από την ταφή. Ενδέχεται ο πεζογράφος να είχε στο συρτάρι του γραφείου του το συγκεκριμένο βιβλίο για πολύ χρόνο, αλλά δίσταζε να το εκδώσει φοβούμενος πως οι συμπολίτες του θα τον κατηγορούσαν ότι θα εκμεταλλευόταν αυτό το θέμα – βλέπουμε ότι τη λέξη «Τέμπη» δεν την αναφέρει πουθενά, ενώ αφήνει τη ματιά του να προχωρήσει ακόμη περισσότερο, υπονοώντας το δυστύχημα με τους οπαδούς της ποδοσφαιρικής ομάδας του ΠΑΟΚ, που συνέβη στο ίδιο σημείο, όπως και το σιδηροδρομικό έγκλημα των Τεμπών πριν από μερικά χρόνια, στο οποίο υπήρξαν νεκροί και καμένοι, χωρίς να συναντάμε ποτέ το μέρος απ’ το οποίο κατάγονταν τα παιδιά και παράλληλα, φανταζόμαστε, σκεπτόμενοι το πώς άλλαξε η ανθρωπογεωγραφία στην τάξη τους, καθώς με είκοσι έναν ανθρώπους λιγότερους το συγκεκριμένο σχολείο του συγκεκριμένου χωριού της συγκεκριμένης περιφέρειας και του συγκεκριμένου νομού, ασφαλώς και ερήμωσε. Και αφήνεται επίσης να εννοηθεί –από τον πατέρα θύματος– πως η εν λόγω εκδρομή δεν είχε και τη νομική αλλά και την ηθική έγκριση για να πραγματοποιηθεί, αφού ποτέ δεν αποδόθηκαν οι ευθύνες για το ποιος έφταιγε για το δυστύχημα και, τέλος, γιατί ο ίδιος ο συγγραφέας έναν χρόνο νωρίτερα είχε όλα αυτά τα παιδιά μαθητές του (δηλαδή στη Γ’ γυμνασίου). Άρα το σοκ, η θλίψη, η απογοήτευση, ο θυμός και η λύπη του ήταν απερίγραπτα.

{jb_quote}Ενώ όλα τα τραγικά μπορούν να συμβούν, παράλληλα μπορούν να λειτουργήσουν και ως εσώτερες ενοχές, προσωπικές δεσμεύσεις και ατομικές διεργασίες.{/jb_quote}

Ας δούμε τώρα πώς επεξεργάζεται ο πεζογράφος Γιάννης Καισαρίδης την παρούσα νουβέλα, όχι τα τεχνικά της σημεία, για τα οποία θα μιλήσω παρακάτω, αλλά τον τρόπο παράθεσης και τον τρόπο εκφοράς της. Η νουβέλα ξεκινά με έντονη θεατρικότητα, όταν η οικογένεια μιας κοπέλας που σκοτώθηκε στο τροχαίο συζητά, οι αναπάντητες είναι όσες κλήσεις τους δεν απαντήθηκαν, εφόσον φυσικά ήταν αδύνατον λόγω της σύγκρουσης και του θανάτου. Στη συνέχεια περνάμε στο δεύτερο, στο δυστοπικό στοιχείο, στο οποίο οι δύο γυναίκες, από τη μια η μητέρα της κοπέλας και από την άλλη του αγοριού, θρηνούν τους χαμένους. Το μέρος αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον και από λογοτεχνικής και από αναγνωστικής πλευράς, καθώς εμπεριέχει το στοιχείο της μοιρολατρίας. Στη συνέχεια έχουμε τον έρωτα των δύο παιδιών με όλες τις ανασφάλειες της εφηβείας, με όλο τον παρορμητισμό της πρώτης ερωτικής επαφής, τα δυο παιδιά ερωτεύονται και στο τέλος θα τα ενώσει ο θάνατος. Ενδεχομένως αυτό το τμήμα του βιβλίου, έτσι όπως το δίνει ο συγγραφέας, είναι απλώς μυθοπλασία, έτσι η λογοτεχνική πλευρά πατά πάνω στο συγκεκριμένο γεγονός. Το πιο δυνατό όμως σημείο είναι η επιστροφή στο οικογενειακό τραπέζι, όπου η θεατρικότητα επιστρέφει, με τον πατέρα, τη μάνα, τον αδερφό και τη γιαγιά, η οποία τα έχει χαμένα, ζητώντας από την εγγονή της να της φέρει χαλβά Φαρσάλων, που τόσο αγαπά. Έτσι κλείνει το έργο και προσωπικά από αυτόν εδώ τον φιλόξενο χώρο που υποδέχεται την παρούσα κριτική καλώ όλους τους προοδευτικούς, σκηνοθέτες, παραγωγούς, ηθοποιούς, να σκύψουν πάνω σε αυτή τη νουβέλα και να την ανεβάσουν στο σανίδι· είναι το λιγότερο που μπορεί να γίνει, προκειμένου ο κόσμος να μπορέσει να ευαισθητοποιηθεί με το συγκεκριμένο θέμα και κριτήριο του συγγραφέα, βλέποντας μια παράσταση-σταθμό, με γνώμονα να ξαναζωντανέψει η ανάμνηση, να μη χαθεί η μνήμη, τουλάχιστον για τα παιδιά που επέζησαν σε σύγκριση με τα υπόλοιπα που τόσο άδικα και τόσο πρόωρα έσβησαν.

Ας δούμε τώρα τα τεχνικά σημεία του βιβλίου, καθώς πάνω απ’ όλα θα το χαρακτήριζα ως κομψό λογοτέχνημα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια γραμμική εξιστόρηση, με ανατρεπτική αφήγηση και με κατάθεση ψυχής. Όλα αυτά με μια γλώσσα η οποία συμπεριφέρεται ως πάσχουσα και συμπάσχουσα, ενώ χρησιμοποιείται αβίαστα το λογοτεχνικό ψεύδος και λιγότερο η αλήθεια, με μια δόση ρεαλισμού αυστηρής αφύπνισης, με ένα ύφος που λειτουργεί διεγερτικά στον αναγνώστη, με αισθήματα απίστευτης στέρησης όσων οριστικά έχουν φύγει, με ένα παιχνίδι δηλαδή μακάβριο πάνω σε ένα γεγονός το λιγότερο τραυματικό, με μια εκφορά που διαιρείται σε πολλά μικρά κεφάλαια των δύο ή τριών σελίδων και, εν κατακλείδι, με μια παράθεση η οποία ωθεί το σύνολο όλων αυτών των θλιβερών καταστάσεων με τέτοιον τρόπο που να μηδενίζει κάθε αντίδραση του δέκτη, ο οποίος και τον αποδέχεται πλήρης ευαίσθητων παραμέτρων. Ένα πεζό, δηλαδή, άκρως υπονομευτικό, άκρως ευλαβικό, οριακά αυτοαναφορικό και ως προς το θέμα του αλλά και ως προς την εκφορά του.

Κλείνοντας αυτό το κείμενο, ας μου επιτραπεί μια ανεκδοτολογική αναφορά, η οποία συνδέει εμένα με τον συγγραφέα Καισαρίδη. Πράγματι, το έτος 1997 εργαζόμουν ως κριτικός βιβλίου σε αθηναϊκή εφημερίδα δημοσιεύοντας ένα κείμενο ανά δεκαπενθήμερο. Εκεί λάμβανα πολλά βιβλία που μου έστελναν οι συγγραφείς και οι εκδοτικοί οίκοι, αλλά όπως καλά γνωρίζουν όλοι τα περισσότερα έκαναν φτερά, πλην των ποιητικών – η ποίηση δεν είχε ποτέ φανατικούς αναγνώστες. Εκεί λοιπόν μου έστειλε ο συγγραφέας Καισαρίδης το πρώτο του βιβλίο, το Χρονικό μιας πρεμιέρας, το οποίο ήταν τόσο λεπτό που γρήγορα περάστηκε για ποίηση, επομένως δεν έκανε φτερά και έφτασε στα χέρια μου. Το διάβασα, εμπνεύστηκα, έγραψα και μπορώ να πω πως από τότε με τον συγγραφέα γίναμε φίλοι κι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του. Αυτά για την ιστορία. Τώρα, αγοράζουμε το βιβλίο που με τόση αγάπη έγραψε για τα είκοσι ένα θύματα των Τεμπών, των μικρών μαθητών και μαθητριών, αφιερώνουμε δύο ώρες συνεχούς ανάγνωσης και συμπεραίνουμε πως, ενώ όλα τα τραγικά μπορούν να συμβούν, παράλληλα μπορούν να λειτουργήσουν και ως εσώτερες ενοχές, προσωπικές δεσμεύσεις και ατομικές διεργασίες.

Αναπάντητες
Γιάννης Καισαρίδης
Εκδόσεις Θράκα
64 σελ.
ISBN 978-618-5928-24-7
Τιμή €9,54

Keywords
Τυχαία Θέματα
Γιάννης Καισαρίδης, Αναπάντητες,giannis kaisaridis, anapantites