Δημήτρης Τσεκούρας: «Η πόρτα»

Όταν διάβασα την Πόρτα του Δημήτρη Τσεκούρα, αποφάσισα να μεταφράσω οπωσδήποτε το βιβλίο στα γεωργιανά κρίνοντας ότι αυτό το διαμάντι πρέπει να υπάρχει και στη μητρική μου γλώσσα· και, με αυτόν τον τρόπο, να έχουν και άλλοι τη δυνατότητα της «ηδονής της πρώτης ανάγνωσης», όπως λέει και ο Γεωργιανός συγγραφέας Γκούραμ Ντοτσανασβίλι. Η πόρτα, βέβαια, είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται μάλλον περισσότερες από μία αναγνώσεις· είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται να επιστρέφεις σε αυτό, να σταματάς, να συλλογίζεσαι.

Ο συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου, απευθυνόμενος προς τους δυνητικούς αναγνώστες

του, γράφει:

Το βιβλίο αυτό θα χαιρόμουν εάν το διάβαζαν άνθρωποι κάπως μεγάλοι σε ηλικία. Άνθρωποι που, κατά μία έννοια, δεν περιμένουν τίποτα πια. Όχι όμως από αίσθηση ματαιότητας, αλλά επειδή τα έχουν δει σχεδόν όλα και έχουν γνώση του τι συμβαίνει Εδώ. Επίσης, το βιβλίο αυτό θα χαιρόμουν ακόμα πιο πολύ εάν το διάβαζαν άνθρωποι που έχουν ήδη διαβάσει πάρα πολύ στη ζωή τους. Νομίζω ότι το βιβλίο αυτό δεν έχει να πει σχεδόν τίποτα σε κάποιον νέο. Νομίζω ότι το βιβλίο αυτό δεν έχει να πει σχεδόν τίποτα σε κάποιον που δεν έχει αφιερώσει τις περισσότερες μέρες της ζωής του στο διάβασμα και σε ό,τι αυτό συνεπάγεται.

{jb_quote}Μια ρυθμική πρόζα άνευ προηγουμένου, στην οποία όλες οι φράσεις ηχούν σαν μουσική.{/jb_quote}

Και αμέσως μετά ξεκινάει η αφήγηση της ιστορίας ενός ανθρώπου, ο οποίος μια μέρα αποφασίζει να αφαιρέσει την πόρτα του σπιτιού του από τον φόβο μήπως, σε περίπτωση θανάτου του, δεν τον βρει κανείς. Ο άνθρωπος της ιστορίας μας είναι ένας διανοούμενος μεσήλικας που ζει σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και αναρωτιέται «πόσους ακριβώς κλέφτες μπορεί να ερεθίσει» ένα σπίτι ορθάνοιχτο. Σε αυτό το σπίτι υπάρχουν δύο απέραντα δωμάτια και η περιγραφή τους αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές απολαύσεις που σας περιμένουν. Ιδίως οι σελίδες που είναι αφιερωμένες σε μια βιβλιοθήκη, από ένα ράφι της οποίας βγαίνει φως. Είναι το ράφι του Ντοστογιέφσκι, «εκείνου του Ρώσου με τη θλιμμένη γενειάδα». «Οι βιβλιοθήκες είναι δέντρα και ποτέ δεν ξέρεις μέχρι πού θα φτάσουν», λέει ο αφηγητής-συγγραφέας.

Ο άνθρωπος που ζει σε αυτά τα δύο απέραντα δωμάτια, ο Κλεό ή Κλεονίκης Κελλάρης, μοιάζει με ζωγραφιά του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και μας παρασέρνει σε μια θαυμαστή ιστορία, όπου διάφορα παράξενα όντα, σιωπηλά σαν αγάλματα, που μοιάζουν με πίνακα του Ιερώνυμου Μπος, αρχίζουν να εισβάλλουν σε αυτό το χωρίς πόρτα σπίτι. Το περιβάλλον τότε αλλάζει με έναν σουρεαλιστικό τρόπο· σουρεαλισμός που απογειώνεται όταν μέσα στο σπίτι εισβάλλει ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν λέει να σηκωθεί και να φύγει. Και ο ήρωας αρχίζει τότε να βγαίνει εκτός εαυτού· αλλά, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο, «πολύτιμο είναι οτιδήποτε σε έχει οδηγήσει εκτός εαυτού. Πολύτιμο είναι οτιδήποτε συντελεί στην Προέκταση του εαυτού εκτός των ορίων του Εαυτού».

Η αλήθεια είναι πως η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο. Μέσα από μία αριστοτεχνική αφήγηση, παρακολουθούμε μια πολύ ιδιότυπη περιγραφή της πνευματικής εξέλιξης του ανθρώπου· μιας εξέλιξης που ολοκληρώνεται με τη γνώση της Αλήθειας. Η Αλήθεια εδώ είναι ονειρική, ο άνθρωπος της ιστορίας μας βλέπει ένα όνειρο απίστευτης ομορφιάς, όπου η Αλήθεια τού αποκαλύπτεται σε μορφή μιας κουκουβάγιας, του συμβούλου της Σοφίας. Ύστερα από αυτό το όνειρο, ο Κλεό επιστρέφει στον εαυτό του («Άστραψε φως και εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του», που λέει ο Διονύσιος Σολωμός). Και στο τέλος, ο Κλεό, υπό τους ήχους της υπέροχης μουσικής του Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ, γραμμένης πάνω στον Ύμνο της Αγάπης του Αποστόλου Παύλου, αρχίζει να πετάει στον ουρανό!

Ειρωνεία διατρέχει το κείμενο από την αρχή μέχρι το τέλος του· ο συγγραφέας σαν να παρατηρεί τον κόσμο με ένα ελαφρύ, ειρωνικό χαμόγελο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο υπότιτλος του μυθιστορήματος είναι: Una comedia humana. Αλλά, παρά το βαθιά φιλοσοφικό του περιεχόμενο, το βιβλίο διαβάζεται με μια ανάσα ακόμα και εκεί που υπάρχουν «παρεκβάσεις». «Πάσχω από παρεκβάσεις», λέει ο αφηγητής-συγγραφέας. Και αυτές οι παρεκβάσεις είναι ίσως ο «ουδόλως παραμορφωτικός» καθρέφτης, που κρέμεται σε ένα από τα απέραντα δωμάτια του ανθρώπου της ιστορίας μας και απεικονίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Ίσως η σύγκρουση του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου είναι που κάνει τον Κλεό να θέλει να σπάσει το σκοτάδι, να απαλλαγεί από αυτό και να αποκτήσει την ελευθερία του. Και στο σημείο αυτό να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, το μικρό εκείνο απόσπασμα, η παρέκβαση που είναι αφιερωμένη στην ελευθερία, αποτελεί ένα από τα καλύτερα κείμενα που είναι καταγεγραμμένα στη λογοτεχνία για την ελευθερία.

Η γλώσσα του μυθιστορήματος, μια ρυθμική πρόζα άνευ προηγουμένου, στην οποία όλες οι φράσεις ηχούν σαν μουσική. Και οι επαναλήψεις που διαρκώς συναντούμε, αποτελούν μια ιδιομορφία αυτού του μουσικού ύφους. Μια γλώσσα με συνεχείς υπαινιγμούς. Κι αυτή ακριβώς η ιδιαίτερη γλώσσα του βιβλίου ήταν ένας λόγος που κατέστησε τη μετάφρασή του μια δύσκολη αφενός εμπειρία αλλά, ταυτόχρονα, και μια αξέχαστη απόλαυση.

Η πόρτα του Δημήτρη Τσεκούρα συνομιλεί με την παγκόσμια λογοτεχνία· εδώ θα βρει κανείς πλήθος απηχήσεων και παραλληλισμών με συγγραφείς όπως ο Κάφκα, ο Μπέκετ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Προυστ, ο Διονύσιος Σολωμός και πλήθος άλλοι. Και όμως, αυτό το βιβλίο δεν μοιάζει με κανένα άλλο· είναι σαν ένα αυτόνομο σύμπαν. Και η τοποθέτησή του σε ένα οποιοδήποτε πλαίσιο –είτε ειδολογικό είτε θεματικό– είναι μάλλον αδύνατη. Και τότε, σαν τι μπορεί να μοιάζει αυτό το βιβλίο, δηλαδή; Αυτό το βιβλίο είναι «σαν κάτι το αμετάκλητα ατελείωτο».

[Η Ανίνα Γκόγκοχια είναι νεοελληνίστρια φιλόλογος, μεταφράστρια.]

Η πόρτα
Una comedia humana
Δημήτρης Τσεκούρας
Εκδόσεις Βακχικόν
186 σελ.
ISBN 978-618-231-296-4
Τιμή €12,72

Keywords
Τυχαία Θέματα