Jeanne Willis: «Θυμάμαι»

«Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
[…]
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.»

Σ’ αυτό το αγαπημένο ποίημα –«Στο παιδί μου»– ο Μανόλης Αναγνωστάκης, μέσα από τη δίνη της ιστορίας βγαλμένος, θέτει ένα παιδαγωγικό ζήτημα: Πρέπει να λέμε την «αλήθεια» στα παιδιά; Για να αποφανθεί –και με κάποια αγανάκτηση– αποστρεφόμενος τον κόσμο των «παραμυθιών», ότι: «Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά».

Ανεξάρτητα από την οπτική γωνία του ποιητή, το ζήτημα για την παιδαγωγική είναι εξαιρετικά σοβαρό και καμιά απάντηση δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Το ερώτημα

παρουσιάζει πολλές και λεπτότερες πτυχές, που ανταποκρίνονται τόσο στην ιδιαιτερότητα της παιδικής φύσης, όσο και στην ιδιαιτερότητα των σημερινών συνθηκών, που αναφαίνουν πολλές και δύσκολες κοινωνικές, οικογενειακές και ατομικές καταστάσεις. Ερχόμαστε, λοιπόν, να ρωτήσουμε με τη σωκρατική διαλεκτική: Τι είναι «αλήθεια»; Και πόση «αλήθεια» μπορεί ν’ αντέξει το παιδί; Και το αμέσως επόμενο και δυσκολότερο: Με ποια γλώσσα θα μιλήσουμε την «αλήθεια» στο παιδί, ώστε να γίνει κοινωνός του προβλήματος, χωρίς όμως να τρωθεί –κάποτε ανεπούλωτα– ο ψυχικός και συναισθηματικός του κόσμος;

Αυτά τα ερωτήματα τίθενται ως εισαγωγικά στην κριτική προσέγγιση του υποδειγματικού παιδικού βιβλίου της Τζιν Γουίλις Θυμάμαι, που προσφέρει ένα στοχαστικό, τρυφερό «μάθημα» πάνω στην απώλεια της μνήμης –την άνοια–, παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα με αυξανόμενη συχνότητα, από τα πιο δύσκολα και δραματικά μέσα στην οικογένεια. Πρόκειται για ένα γοητευτικό ανάγνωσμα, με τον αξιωματικά διατυπωμένο υπότιτλο: «Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν ξεχνιούνται ποτέ…». Το βιβλίο, γραμμένο από την Αγγλίδα συγγραφέα Τζιν Γουίλις, η οποία έχει στο ενεργητικό της περισσότερα από 400 βιβλία για παιδιά, μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες του κόσμου, με 15 απ’ αυτά να κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά. Η εικονογράφηση είναι της Ισπανίδας Ρακιέλ Καταλίνα και η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα από την αγαπητική γραφίδα της γνώριμης, τρυφερής φίλης των παιδιών μέσω των παιδικών τους αναγνωσμάτων, Ράνιας Μπουμπουρή.

{jb_quote}Τα πρόσωπα –γιαγιά και εγγονός– «παίζουν» σε μιαν απέραντη τελετουργία αγάπης, συμφιλίωσης, στοργής και τρυφερότητας, που αντιστρέφουν την αρρώστια σε υγιή, μεγαλειώδη, μέσα στην απλότητά της, ψυχική και συναισθηματική μεταρσίωση.{/jb_quote}

Το έργο μπορεί να αναγνωσθεί ως μια λεπταίσθητη, αθώα, στοργική ιστορία προσαρμογής της παιδικής ψυχής στην ασθένεια και στο ήσυχο, αβίαστο πέρασμα από το ξάφνιασμα, τη θλίψη και τον φόβο ενώπιον της «αλήθειας» (που δεν εικονίζονται σε καμιά σκηνή κατά την ανέλιξη της ιστορίας), με μια παραδειγματική πρόταση ανθρώπινης υπέρβασης: όπου η ασθένεια και τα ανεπιθύμητα, τραυματικά συμπαρακόλουθά της μεταβάλλονται σε παιχνίδι αγάπης, προσφοράς, ευτυχίας – ένα μαγικό, διαγενεακό δούναι και λαβείν ανάμεσα στην άρρωστη από άνοια γιαγιά και τον υπέροχο εγγονό της. Στο κείμενο η ασθένεια είναι αόρατη και ανώνυμη. Η συγγραφέας πετυχαίνει να εικονίσει την απώλεια ως μια τρυφερή, ήπια, σχεδόν ποιητική πραγματικότητα. Η γιαγιά ξεχνάει, δεν γνωρίζει, δεν θυμάται ούτε καν της προηγούμενης στιγμής τις κουβέντες, ούτε του εγγονού της το όνομα, αλλά το σκηνικό δεν εκβάλλει στον πόνο, στη θλίψη, στο τραύμα. Τη μαγική μπαγκέτα κρατάει με δεξιοτεχνία μεγάλου ψυχοθεραπευτή ο εγγονός. Δεν διορθώνει τη γιαγιά, δεν την επιπλήττει, δεν την αποδοκιμάζει, δεν την ειρωνεύεται. Στοργικά παρεμβαίνει στις απορίες και στα ανήσυχα ερωτηματικά της, διευκολύνει τις αδέξιες κινήσεις της, προλαβαίνει τις επιθυμίες και τις ανάγκες της – είναι «μεγάλος» και γίνεται παιδί χαριτωμένο για χάρη της. Θα την κάμει κοινωνό σε γουστόζικο αυτοσχέδιο παιχνίδι, θα χορέψει μαζί της και μαζί θα τραγουδήσουν, θ’ αστειευτεί, θα την ψυχαγωγήσει, θα την ξεκουράσει, θα διασκεδάσει τους φόβους και τη μοναξιά της. Κι εκείνη, ανεξάρτητα από το όνομά του, το ξεχασμένο όνομα του εγγονού της, θ’ ακούσει την καρδιά της να χτυπάει με λαχτάρα αγάπης για το παιδί που έχει δίπλα της.

– Με αγαπάς όπως κι αν με λένε, έτσι δεν είναι; τη ρώτησε χαμογελαστά.
– Δεν υπάρχουν λόγια για να σου περιγράψω την αγάπη μου για σένα… Και αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ…
[…]
Επειδή ο Τζορτζ ήξερε ότι, ακόμα κι αν το μυαλό της γιαγιάς ξεχνούσε ποιος ήταν… η καρδιά της πάντα το θυμόταν.

Έτσι, τα πρόσωπα –γιαγιά και εγγονός– «παίζουν» σε μιαν απέραντη τελετουργία αγάπης, συμφιλίωσης, στοργής και τρυφερότητας, που αντιστρέφουν την αρρώστια σε υγιή, μεγαλειώδη, μέσα στην απλότητά της, ψυχική και συναισθηματική μεταρσίωση. Η προσέγγιση της «αλήθειας» έχει πραγματωθεί όχι ως η βιωμένη τραγωδία της ασθένειας, αλλά ως το εκλυτικό αίτιο για το ξέσπασμα μιας υπέροχης ανθρώπινης σχέσης, που ίσως, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα μπορούσε να απελευθερωθεί.

Κεντρικό αφηγηματικό εργαλείο η επαναληπτική χρήση του «θυμάμαι» (σε πρώτο και δεύτερο ενικό πρόσωπο), σε καταφατική ή αποφατική μορφή (θυμάσαι – δεν θυμάμαι), λειτουργεί διακριτικά ως μηχανισμός συγκρότησης της αφήγησης αλλά και –βελούδινα– ως ένδειξη της αγωνίας για τη συγκρότηση της ταυτότητας μέσω της μνήμης. Η επανάληψη αναδεικνύει την αποσπασματικότητα της μνήμης, την έκπτωση δηλαδή της μνημονικής λειτουργίας, καθώς οι αναφορές σε πρόσωπα, πράγματα ή πρακτικές δεξιότητες γίνονται θραυσματικές, υποδηλώνοντας και τη διατάραξη της νοητικής/γνωστικής λειτουργίας. Όμως, η συγγραφέας αποφεύγει, όπως είπαμε, το δράμα και τον υπερβάλλοντα συναισθηματισμό, επιδιώκοντας να απαμβλύνει το βάρος του προβλήματος και να το παρουσιάσει ως μεταβολή της εμπειρίας του κόσμου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την απώλεια καθαυτή στην ανάπτυξη συναισθηματικών δεσμών και βιωματικών αποτυπωμάτων, που εμμένουν όσο και αν η μνήμη υποχωρεί. Έντονα στοιχεία θεατρικότητας –ο ζωντανός προφορικός λόγος, η παρουσία του αφηγητή, η σκηνική δυναμική, οι εικόνες και κυρίως οι εκφραστικοί διάλογοι– ζωντανεύουν το έργο, φτάνοντας σε συναισθηματική κορύφωση κι έπειτα σε μια λυτρωτική κάθαρση – ψυχική εκτόνωση και ηθική ανάταση. Για όλα αυτά τα στοιχεία, το έργο είναι σχεδόν έτοιμο να παρουσιαστεί στη σκηνή, μονόλογος, διάλογος ή δραματοποιημένη αφήγηση και με πολλές ακόμα σύμμεικτες εκδοχές της θεατρικής πράξης.

Λέμε: είναι έτοιμο (το έργο)… Τόσο απλά το λέμε και το γράφουμε. Πράγματι, ο αναγνώστης έχει έτοιμο ένα κείμενο στη γλώσσα του, ξεχνώντας εντελώς την «αρχική γλώσσα». Αν αυτό συμβαίνει, το αδιατάρακτο πέρασμα από την «αρχική» στην «τελική» γλώσσα, τότε έχει πετύχει ο «verborum pensator» (ο «ζυγιστής» των λέξεων) να γίνει δημιουργός. Πρόκειται για τον σημαντικό ρόλο του μεταφραστή. Στην προκείμενη περίπτωση, η Ράνια Μπουμπουρή, έμπειρη και ευαίσθητη στη δίγλωσση φωνή των παιδιών, ισοζυγίζοντας τις λέξεις των δύο γλωσσών, μετακενώνει το σύνολο περιβάλλον της «γλώσσας πηγής» σε έγκυρο και αυθεντικό περιβάλλον της «γλώσσας στόχου». Με την ταυτόχρονη διαχείριση δύο διαφορετικών γλωσσικών και πολιτισμικών περιβαλλόντων –όπως συμβαίνει στο έργο του μεταφραστή–, η Μπουμπουρή κατορθώνει να πετύχει μια θαυμαστή, ήσυχη, βελούδινη ατμόσφαιρα συναισθημάτων, κινήσεων, συμπεριφορών και αθέατων, διακριτικών «προτάσεων ανθρωπιάς» – στην κυριολεξία, ηθικής και συναισθηματικής αγωγής μαθήματα. Η απόδοση στην ελληνική γλώσσα αυτού του υπέροχου –ανέντακτου ηλικιακά– παιδικού βιβλίου της Τζιν Γουίλις γίνεται στη γλώσσα μας ένα βιβλίο και της Ράνιας Μπουμπουρή. Γιατί έχει παραγάγει κάτι ζωντανό, ώστε οι λέξεις του αγγλικού πρωτοτύπου να διαπερνώνται από το ζωτικό ρεύμα της ελληνικής γλώσσας, το οποίο μεταγγίζεται και αναταράσσει τις ψυχικές και συναισθηματικές υποδοχές του αναγνώστη.

Το βιβλίο, χαρακτηριστικό παράδειγμα παιδικής λογοτεχνίας που υπερβαίνει τα ηλικιακά της όρια, μπορεί να θεωρηθεί κάτω από το πρίσμα της «αυτοβιογραφικής μνήμης», όπου η ανάμνηση είναι συνυφασμένη με την κατασκευή της ταυτότητας. Και η απώλειά της με καταστροφή της ταυτότητας. Ανήκει στα έργα που γράφονται με σκοπό να συνομιλήσουν, με ευαισθησία και ενσυναίσθηση, με το παιδί για δύσκολα και σύνθετα προβλήματα, που πονάνε και πληγώνουν. Η τρυφερή του οπτική, η λιτότητα των εκφραστικών μέσων, η απλότητα της γλώσσας, η αυθορμησία και η γνησιότητα της επικοινωνίας καθιστούν πειστικό και ουσιαστικό το μήνυμα της ιστορίας, λειτουργώντας ως μέσο καθολικοποίησης της εμπειρίας.

{jb_quote}Η τρυφερή οπτική, η λιτότητα των εκφραστικών μέσων, η απλότητα της γλώσσας, η αυθορμησία και η γνησιότητα της επικοινωνίας καθιστούν πειστικό και ουσιαστικό το μήνυμα της ιστορίας.{/jb_quote}

Όμως το βιβλίο το «γράφει» και η εικόνα. Η εικονογραφική αφήγηση της Ρακιέλ Καταλίνα συστήνεται ως βασικός φορέας της εικονικής διαμεσολάβησης στον αναγνώστη, που παράγει συναίσθημα και λειτουργεί αφηγηματικά περίπου ισότιμα με τον λόγο της Τζιν Γουίλις. Το εικονικό ύφος παρακολουθεί και μετέχει στο ύφος του λόγου με μια ήπια, ανάλαφρη, σχεδόν ονειρική ποιότητα. Απαλές γραμμές, χωρίς περιγράμματα, με χρώματα που δεν διεγείρουν, δεν ξεσηκώνουν με την ένταση και τα αντιθετικά κοντράστ. Αντίθετα, κινούνται σε χαμηλούς, φίλιους τόνους, συχνά παστέλ, δημιουργώντας την υπαγορευμένη και από τον λόγο ατμόσφαιρα μνήμης, νοσταλγίας, τρυφερής αισιοδοξίας. Η «εικαστική οικονομία» των χωρικών κενών με τις λευκές ή άτονες επιφάνειες, ή με απλές συνθέσεις, ενδυναμώνουν το συν-αίσθημα της απουσίας και αφήνουν χώρο στο παιδί να προβάλει τα δικά του βιώματα μέσα στην εικόνα. Οι μορφές, αν και υλοποιούνται με απλότητα και λιτότητα στην απόδοσή τους, εντούτοις, με τη διαφαινόμενη κίνηση (στάση των σωμάτων, έκφραση του προσώπου, ακινητοποιημένες κινήσεις) μεταδίδουν λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις χωρίς δραματοποιημένη ένταση, που εγκαθιστά στην ψυχή λυτρωτικά το ζωτικό θέμα της απώλειας μνήμης, ενώ παράλληλα διάφορα επαναλαμβανόμενα μοτίβα (κύκλοι, αγκαλιές, κίνηση στον χώρο κ.λπ.) επεκτείνουν το κείμενο προσφέροντας στον αναγνώστη πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.

Το βιβλίο αρχίζει αισιόδοξα το ταξίδι του στις ψυχές μας, καθώς κέρδισε επάξια το Βραβείο μεταφρασμένου βιβλίου για παιδιά 2026 του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ (International Board on Books for Young People) και εξ ημισείας το Βραβείο μεταφρασμένου βιβλίου για παιδιά 4-7+ ετών στη Χρυσή Λίστα του Elniplex.

Και να… θυμάστε, σας λέω, αυτή τη σημαντική και αξιόπιστη βιβλιοφιλική υποσημείωση· και προτροπή: Διαβάστε το και οι «μεγάλοι». Έχει πολλά να μας διδάξει, και όχι μονάχα για τη μνήμη!

Θυμάμαι
Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν ξεχνιούνται ποτέ...
Jeanne Willis
Εικονογράφηση: Raquel Catalina
Μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Susaeta
40 σελ.
ISBN 978-618-224-241-4
Τιμή €12,90

Keywords
Τυχαία Θέματα
Jeanne Willis, Θυμάμαι,Jeanne Willis, thymamai