Alessandro Izzi

Η ιδέα για ένα θεατρικό έργο για παιδιά με θέμα το Ολοκαύτωμα δεν ήταν δική μου, αλλά του Μαουρίτσιο Σταμάτι (Maurizio Stammati), καλλιτεχνικού διευθυντή του Θεάτρου «Μπέρτολτ Μπρεχτ» της Φόρμια. Πιστεύω πως εδώ και αρκετό καιρό ο Μαουρίτσιο σκεφτόταν την ιδέα ενός μικρού αλλά φιλόδοξου έργου πάνω σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα.

Εκείνη την περίοδο είχα πραγματοποιήσει στο Θέατρο «Μπέρτολτ Μπρεχτ» μια διάλεξη για την αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος

στον σύγχρονο κινηματογράφο· επρόκειτο ουσιαστικά για ένα κεφάλαιο της διδακτορικής μου διατριβής, την οποία θα υποστήριζα λίγο καιρό αργότερα στο Πανεπιστήμιο Tor Vergata. Δεν μου φάνηκε λοιπόν ιδιαίτερα παράξενη η πρόταση του Μαουρίτσιο. Οι απαιτήσεις του, ωστόσο, ήταν σε ορισμένα σημεία απρόσμενες: μια κωμωδία απευθυνόμενη προγραμματικά σε παιδικό κοινό, με απλή γλώσσα, λίγες λέξεις και πολλές δράσεις, ικανές να εισαγάγουν τα παιδιά στην έννοια ενός στρατοπεδικού σύμπαντος χωρίς ωστόσο να τρομάξουν υπερβολικά.

Ως εγχείρημα, πράγματι, δεν ήταν καθόλου άγνωστο σε έναν κινηματογράφο όπως ο ιταλικός, ο οποίος ήδη πριν από το Η ζωή είναι ωραία του Μπενίνι είχε επιχειρήσει να μεταφέρει τη φρίκη του Ολοκαυτώματος στον καθησυχαστικό χώρο του παραμυθιού, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει το σχολικό κοινό. Το γεγονός όμως είναι ότι, στη διδακτορική μου διατριβή, αυτή ακριβώς η πρακτική αποτελούσε αντικείμενο κριτικής, καθώς η έρευνά μου στόχευε να αποδείξει πώς αυτές οι αφηγηματικές στρατηγικές συνιστούν μια απόπειρα της ιταλικής κουλτούρας να επαναφέρει τις αφηγήσεις για την εξόντωση των Εβραίων σε έναν χώρο αυτοαθωωτικής αφήγησης, όπου η Ιταλία επιχειρεί να αποσείσει τις ευθύνες της για τα στρατόπεδα εξόντωσης, αξιοποιώντας το πεδίο της αρχετυπικής και άχρονης πάλης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, χαρακτηριστικό του παραμυθιού.

{jb_quote}Αν υπάρχει παραμύθι στο κείμενό μου, είναι ένα παραμύθι σκοτεινό. Το ευτυχές τέλος είναι αμφίσημο.{/jb_quote}

Με λίγα λόγια, ο Μαουρίτσιο μού ζητούσε να γράψω ένα κείμενο έχοντας ως πρότυπο μια ταινία που αγαπούσε (Η ζωή είναι ωραία), για την οποία εγώ έγραφα ένα αρκετά σαφές Κατηγορώ (Je accuse). Θυμάμαι ότι απάντησα στο αίτημά του με ένα «θα το σκεφτώ», που ήταν περισσότερο ψέμα παρά οτιδήποτε άλλο. Δεν είχα πραγματικά καμία πρόθεση να τον ικανοποιήσω. Δεν ήθελα να γράψω ένα παραμύθι. Ούτε είχα σκοπό να κάνω το κοινό να γελάσει μπαίνοντας μέσα σε ένα στρατόπεδο εξόντωσης.

Κι όμως, ύστερα, ακόμα και κόντρα στη δική μου θέληση, βρέθηκα να το σκέφτομαι σοβαρά. Μέρα με τη μέρα άρχισαν να παίρνουν μορφή καταστάσεις, τόποι και πρόσωπα που περιστρέφονταν γύρω από την ιστορία των παιδιών της Νονάντολα, ενός μικρού χωριού στην περιοχή της Μόντενα, το οποίο κυριολεκτικά έκρυψε τα Εβραιόπουλα κατά τη διάρκεια των συλλήψεων. Και όσο η ιστορία –που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός παραμυθιού– έπαιρνε σάρκα και οστά, τόσο διαμορφώνονταν και οι στρατηγικές που αναζητούσα για να μην καταστεί ακίνδυνη.

Η πρώτη απόφαση που πήρα ήταν ο πρωταγωνιστής του έργου, το παιδί Νταβίντ, να μην εμφανιστεί ποτέ επί σκηνής. Τον συνέλαβα ως σκιά, όπως όλους τους Εβραίους που κατοικούν στο κείμενό μου: απλά φαντάσματα. Ως αυθεντικό απωθημένο της εθνικής συνείδησης, τα Εβραιόπουλα δεν μπορούν να ενσαρκωθούν από ηθοποιούς· η απουσία τους είναι η πρώτη πράξη κατηγορίας που θέτει το κείμενο επί σκηνής. Αυτό που μένει στη σκηνή είναι μόνο η μικρόψυχη και καιροσκοπική Ιταλία, η οποία καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με τα Εβραιόπουλα: το δίλημμα ανάμεσα στη διάσωση, που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή εκείνου που σώζει, και στην επιλογή να τα αφήσει να πεθάνουν.

Αν υπάρχει παραμύθι στο κείμενό μου, είναι ένα παραμύθι σκοτεινό. Το ευτυχές τέλος είναι αμφίσημο: ένα παιδί σώζεται (ίσως), αλλά από μακριά ένα τρένο (πιθανότατα φορτωμένο με θάνατο) σφυρίζει το ταξίδι του προς τη φρίκη. Στην αίθουσα μπορεί κανείς να χαρεί για τον μικρό Νταβίντ, όμως το παιδί υπήρξε για το κοινό μόνο ένα φάντασμα ανάμεσα σε άλλα φαντάσματα. Οι φωνές των Εβραίων που ακούμε αφηγούνται, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, τη φρίκη των στρατοπέδων, αλλά στο οπτικό τους αντίστοιχο βλέπουμε μόνο έναν θλιμμένο χορό από βαλίτσες.

Αυτά είναι τα στοιχεία τα οποία εν μέρει επιβιώνουν και στην παράσταση, που κατόπιν ο Μαουρίτσιο Σταμάτι προσάρμοσε στο κείμενό μου, εν μέρει προδίδοντάς το – όπως είναι σωστό να συμβαίνει όταν περνά κανείς τις Ηράκλειες Στήλες της γραπτής σελίδας για να εισέλθει στον κόσμο της σκηνικής πραγμάτωσης. Πρόκειται όμως για στοιχεία που επί περισσότερα από δέκα χρόνια τροφοδότησαν συζητήσεις, διασκέδασαν και τρόμαξαν χιλιάδες θεατές σε ολόκληρη την Ιταλία και που τώρα ελπίζω να αποκτήσουν το δικό τους νόημα και σε εσάς, στην Ελλάδα.

Γι’ αυτό δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω τις Εκδόσεις Μετρονόμος και τον Διονύση Αλεβίζο, που πίστεψαν τόσο πολύ στο κείμενό μου και που επιμελήθηκαν μια μετάφραση την οποία δεν διστάζω να θεωρήσω εξαιρετική.

Η βαλίτσα των διασταυρούμενων πεπρωμένων
Alessandro Izzi
μετάφραση: Διονύσης Αλεβίζος
Μετρονόμος
96 σελ.
ISBN 978-618-574-883-8
Τιμή €12,72

Keywords
Τυχαία Θέματα