Η μέθοδος της ναρκοθέτησης στον Εξώστη

13:10 24/9/2026 - Πηγή: efsyn

Ο Εξώστης θα αντικρίσει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, σε μιαν εποχή κατά την οποία η μεταπολεμική πεζογραφία θα ξεκινήσει να αφομοιώνει εις βάθος τις αρχές του μοντερνισμού (στο πεδίο όχι μόνο της τεχνοτροπίας, αλλά και της οπτικής υπό την οποία συλλαμβάνεται η πραγματικότητα), αφήνοντας διά παντός πίσω της τα διστακτικά πρώτα βήματα ή τις σποραδικές αναλαμπές των μεσοπολεμικών προκατόχων της. Το μοντέρνο και δη το μεταμοντέρνο πνεύμα και κλίμα του Εξώστη

είναι ολοφάνερο.

Ο Νίκος Καχτίτσης (1926-1970) στήνει κατ’ αρχάς ένα δαιμονικό, υψηλής ειρωνείας παιχνίδι με τα λογοτεχνικά είδη: πρώτα στραμπουλάει, ύστερα παραμορφώνει και εξαρθρώνει και στο τέλος καταστρατηγεί όλες τις νόρμες τους. Παρωδώντας τις παλαιότερες λογοτεχνικές μορφές σε μια σύνθεση που δεν κρατάει ούτε έναν στέρεο λίθο για τον εαυτό της, και παρακάμπτοντας ταυτοχρόνως το οποιοδήποτε στιλιζάρισμα της φόρμας, ο Καχτίτσης θα εγκαταλείψει τη στρατηγική της ακατανοησίας, με την οποία συνδέθηκε οργανικά ο μοντερνισμός, για να οργανώσει τον μύθο του μέσα από μια μάλλον απρόσκοπτη και εύληπτη αφήγηση: μιαν αφήγηση που θα κάνει τον Εξώστη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα εξωτερικά δεδομένα της πλοκής, ένα σχεδόν συναρπαστικό αφήγημα.

Ενα αφήγημα, ωστόσο, που θα μας συναρπάσει περισσότερο με κάτι άλλο: με την έκταση στην οποία απλώνεται το ναρκοθετημένο του έδαφος, αλλά και με την ένταση την οποία παράγουν οι εσωτερικές του παγίδες. Πέρα από το παιχνίδι με τα είδη, οι καταστάσεις που αποδεσμεύει ο λόγος του ήρωα του Εξώστη διαγράφουν, όπως το έχουμε δει, μια θεαματική βουτιά στο κενό, αποτελώντας την επιτομή της μεταμοντέρνας διάλυσης και απορύθμισης. Τίποτε απ’ όσα φτάνουν στη γλώσσα του αφηγητή δεν ισχύει: ο εχθρός του στον εξώστη του ξενοδοχείου θα εξατμιστεί μέσα στη ρευστότητα της μορφής του, η αναδιήγηση της περιπέτειας του συνταγματάρχη στη ζούγκλα θα ακυρωθεί καθ’ ολοκληρίαν και η ενοχική ταυτότητα από την οδυνηρή περίοδο του πολέμου στην Ευρώπη θα χαθεί πίσω από ένα αδιαπέραστο τείχος ομίχλης.

Ολο το μεταμοντέρνο, όπως θα το ορίσουν οι θεωρητικοί του αρκετά χρόνια μετά τη δημοσίευση του Εξώστη, βιάζεται να δηλώσει το «παρών»: υπαρξιακή απροσδιοριστία και χλεύη, φαντασιώσεις καταστροφής, άρνηση της εκφραστικής περιπλοκότητας, οριστική κατάρρευση και χρεοκοπία της αλήθειας, καθολική αναξιοπιστία της γλώσσας, αλλά και διαρκής διολίσθηση του νοήματος ή αποθέωση της παραδοξότητας. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ εδώ τον Στρατή Τσίρκα, που θα προλάβει σε ανύποπτο χρόνο τη γραμμή των μεταμοντέρνων με μια κριτική την οποία θα γράψει εν έτει 1965 στο περιοδικό Ταχυδρόμος για τον Εξώστη, κεφαλαιοποιώντας ένα προς ένα τα σημεία αιχμής του (κόντρα στην πεποίθηση για την ανικανότητα θεωρητικού προσανατολισμού της νεοελληνικής κριτικής): δυσπιστία, έμφυτη καχυποψία και περίσκεψη, εξοντωτική λεπτολογία, μίσος για τις δυσανάγνωστες υπογραφές, νευρωτική ιδιοσυγκρασία, περίεργες αποκλίσεις από το πραγματικό, επιδεικτική αυτομείωση, αντιήρωες στη θέση των ηρώων.

Η εικόνα ολοκληρώνεται αν στα προηγούμενα συμπεριλάβουμε και τη γενικότερη αποδιοργάνωση της τάξης την οποία συνεπάγεται η ρωμαλέα προφορικότητα με την οποία λειτουργεί η αφήγηση του Καχτίτση (βλ. αναλυτικότερα τον εκδοτικό επίλογο της Γ. Κριτσέλη στον Εξώστη της Κίχλης, 2012). Συνδυασμένη με το χάρισμα του Καχτίτση: να διατηρεί άγρυπνο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μιας διήγησης υπερεκατό σελίδων, όπου οι ασάφειες είναι πολλές και ηθελημένες, η δράση ξετυλίγεται μαιανδρικά κι ο διάλογος είναι σχεδόν ανύπαρκτος (σχολιάζει και πάλι ο Τσίρκας), μια τέτοια προφορικότητα θα προσφέρει στον Εξώστη τα διαπιστευτήρια για μιαν άκοπη (αν όχι και θριαμβευτική) είσοδο στην εποχή μας. Ο Καχτίτσης αξίζει όχι γιατί μυρίστηκε στον αέρα το μεταμοντέρνο (αυτό είναι μια φιλοσοφική επιτυχία), αλλά γιατί κατόρθωσε να το περάσει με την ενορατική του διαίσθηση στο πετσί της λογοτεχνίας του, απελευθερώνοντας άφοβα τις χαοτικές του δυνάμεις. Και αυτό είναι μια λογοτεχνική πρωτοπορία. Μια σοβαρή ένδειξη, αν όχι ένα αδιάψευστο τεκμήριο και μια σπάνια παρακαταθήκη για τους επόμενους οι οποίοι έχουν, όπως κι αν το δούμε ή αν το ζυγίσουμε, πληθύνει στις ημέρες μας ασφυκτικά.

*Ο Β. Χατζηβασιλείου είναι κριτικός στο «Βήμα της Κυριακής».

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Keywords
Τυχαία Θέματα
Εξώστη,exosti