«Πες μου την ύστερη στιγμή, τι βρήκες και τραγούδησες;» – Σκέψεις για το «Τελευταίο Σημείωμα» του Π. Βούλγαρη

Το «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη για τους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας.

γράφει ο Αντώνης Ρηγόπουλος

Η ταινία τελειώνει και οι θεατές στην αίθουσα μένουν βουβοί, καρφωμένοι στις καρέκλες τους. Δεν μιλάνε μεταξύ τους, δεν σηκώνονται αμέσως. Ένας άντρας χώνει το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες του, μια γυναίκα σκουπίζει τα μάτια της και ένα αγόρι ξεφυσάει δυνατά, αλλά χωρίς καμία ανακούφιση. Χρειάζονται όλοι λίγο χρόνο και μερικές ανάσες μέχρι να χωνέψουν όσα είδαν.

Η σκηνοθετική

και υποκριτική αρτιότητα της ταινίας είναι αδιαμφισβήτητες. Το πάντα υποβλητικό σινεμά του Βούλγαρη, σε μια από τις πιο ώριμες ταινίες του, συναντά το πηγαίο ταλέντο του Ανδρέα Κωνσταντίνου στον ρόλο του διερμηνέα κρατούμενου Ναπολέοντα Σουκατζίδη και τον δοκιμασμένο André Hennicke στον ρόλο του γερμανού διοικητή Καρλ Φίσερ.

Όμως δεν είναι μόνο αυτά που κάνουν το «Τελευταίο Σημείωμα» μια εξαιρετική ταινία. Το ιστορικό γεγονός που επέλεξαν να διηγηθούν ο Παντελής Βούλγαρης και η Ιωάννα Καρυστιάνη είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στη συλλογική συνείδηση που καθιστά την ταινία «τόλμημα». Είναι πολλά τα τραγούδια γράφτηκαν για το αίμα που πότισε το χώμα της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 και μεγάλη η συγκινησιακή φόρτιση που προκαλεί κάθε αναφορά στο διαβόητο Σκοπευτήριο, η αιματηρή φήμη του οποίου έγινε γνωστή σε όλη την Ευρώπη. Υπ’ αυτή την έννοια αξίζει να επαινεθεί η τολμηρή επιλογή του ζεύγους Βούλγαρη – Καρυστιάνη που δημιούργησαν μια ταινία από εκείνες που πρέπει να δεις περισσότερες από μια φορές για να μπορέσεις να αφομοιώσεις τα πολλά επίπεδά της, μια ταινία που δεν βιάζεται να πει την ιστορία της.

Η ιδεολογική τοποθέτηση των αγωνιστών δεν απαλείφεται στο έργο. «Εικοσιπέντε χρόνια αγώνα και θυσίας δεν πήγαν χαμένα. Πεθαίνω σαν άνθρωπος. Για μια δίκαιη κοινωνία», λέει ο ηλικιωμένος καθοδηγητής κρατούμενος που συμβολίζει το ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα στην ταινία, ενώ τα τελευταία του λόγια πριν τον ρίξουν στο έδαφος τα ναζιστικά βόλια είναι «Κομμουνιστής μέχρι τον θάνατο». Παρά το γεγονός ότι η ιδεολογική τοποθέτηση των αγωνιστών σε καμία περίπτωση δεν «παραγράφεται», ο Παντελής Βούλγαρης επιλέγει συνειδητά να θέσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών.

(πηγή εικόνας imerodromos.gr)

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δίνει την ελάχιστη δυνατή έμφαση στο γεγονός ότι οι δολοφόνοι των πρώτων 100 Ελλήνων που εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού αξιωματικού στους Μολάους Λακωνίας, ήταν Έλληνες και οι ίδιοι. «Εθελοντές» χαρακτηρίζονταν επί κατοχής, εγκληματίες ταγματασφαλίτες ήταν στην πραγματικότητα, οι ίδιοι που αποθεώνονται σήμερα από τους ιδεολογικούς τους απογόνους με τις μαύρες μπλούζες.

Θα ήταν, όμως, άδικο αν δεν λέγαμε ότι η ταινία παίρνει σαφή και ξεκάθαρη θέση απέναντι στην προκλητική προσπάθεια εξίσωσης του ναζισμού με τον κομμουνισμό. Η ψυχική, ιδεολογική και πάνω απ’ όλα ηθική ανωτερότητα των κρατουμένων κομμουνιστών επί των Γερμανών Ναζί αξιωματικών διαπερνά όλο το έργο του Παντελή Βούλγαρη. Οι μελλοθάνατοι στέκονται μπροστά στους εκτελεστές τους μετά την πορεία τους από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή μοιάζοντας με διακόσιους ανίκητους δωρικούς κίονες. Λίγο αργότερα, στο εκτελεστικό απόσπασμα, δύο αγωνιστές θα σηκώσουν στα χέρια τον σύντροφό τους που δεν έχει πόδια για να σταθούν όλοι μαζί στο ίδιο ύψος απέναντι στο σκοτάδι του ναζισμού, ενώ άλλοι θα έπεφταν νεκροί με υψωμένη την αριστερή τους γροθιά.

Η ταινία μιλά για ήρωες, αλλά όχι για υπερανθρώπους. Μέσα από την εξιστόρηση της συγκλονιστικής αυτοθυσίας του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο Βούλγαρης αποτίνει φόρο τιμής στους χιλιάδες τίμιους αγωνιστές που θυσίασαν την ελευθερία τους, τις οικογένειές τους, και τελικά τη ζωή τους επιλέγοντας συνειδητά να μην προδώσουν την πατρίδα, την τάξη, την ιδεολογία και την αξιοπρέπειά τους. Είναι η ίδια εκείνη βαθιά ανθρώπινη αξιοπρέπεια που κάνει τους μελλοθάνατους κρατούμενους να τραγουδούν και να γλεντάνε την παραμονή της εκτέλεσής τους, κάνοντας τους πάνοπλους στρατιώτες των Ες-Ες να περιφέρονται άβολα μέσα στο στρατόπεδο.

Οι πιο μεγαλειώδεις σκηνές της ταινίας δεν είναι εκείνες των βασανιστηρίων ή της ομαδικής εκτέλεσης. Ο Βούλγαρης δείχνει την σκηνοθετική του διάνοια στις σύντομες σκηνές όπου οι αγωνιστές κρατούμενοι δείχνουν τα πιο ανθρώπινα και τρωτά χαρακτηριστικά τους: την εσωτερική τους διαπάλη, τις αμφιβολίες, τις διαφωνίες. Εκεί, στη δυσκολότερη στιγμή, είναι που ο θεατής μπορεί να ταυτιστεί μαζί τους, ώστε λίγο αργότερα να εξυψωθεί και ο ίδιος, διαπιστώνοντας ότι τις μεγαλύτερες πράξεις ηρωισμού τις κάνουν απλοί άνθρωποι όταν βρεθούν στις συνθήκες εκείνες που γεννούν τους ήρωες, αρκεί να ζει μέσα τους ατσαλωμένο το παναθρώπινο αίσθημα του δικαίου και η προοπτική ενός καλύτερου κόσμου απαλλαγμένου από την εκμετάλλευση και τον πόλεμο. Ακόμα και αν οι ίδιοι δεν προλάβουν να τον βιώσουν.

«Άραγε θα μας ξεχάσουν;» Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει η ταινία ως υπότιτλο και μάλλον το ερώτημα εκατοντάδων αγωνιστών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Όμως τα τελευταία σημειώματά τους έμειναν, όπως και τα σκαλίσματά τους στους τοίχους των κελιών της Κομμαντατούρ στο κέντρο της Αθήνας. Η μνήμη τους ζει, το παράδειγμά τους συνεχίζει να εμπνέει τους σημερινούς αγώνες, όσο μικροί και αν φαίνονται. Στο «άραγε θα μας ξεχάσουν;» η απάντηση είναι μία: «Τίποτα δεν πάει χαμένο».

Keywords
Τυχαία Θέματα