Τα πρωινά οι «Άγγελοι» πίνουν καφέ στο Αρχαιολογικό

«”Κάθε έργο τέχνης είναι μια μοναξιά υπό κατασκευή” είπε ο Θεός μες στο ιδιωτικό σκοτάδι του πριν αρχίσει την εξαήμερο δημιουργία», γράφει για τη μοναξιά του δημιουργού ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής και ανοίγει το βλέμμα μας στο ζωγραφικό σύμπαν του Αλέκου Κυραρίνη. Ποιητής και ζωγράφος, χρόνια τώρα, συμπορεύονται ως συλλειτουργοί, με πιο χαρακτηριστική την έκθεση που έδειξαν από κοινού στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση σε επιμέλεια Λουΐζας Καραπιδάκη (2016). Οι δύο δημιουργοί συναντιούνται εκ νέου, την ερχόμενη Δευτέρα (12/2) στο καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Στο χώρο που το ιστορικό

Μουσείο δίνει βήμα στη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση, με φόντο έναν περίκλειστο κήπο - αληθινή όαση στην Αθήνα -, ο Κυραρίνης χρησιμοποιεί εντέχνως το «παραδείσιο» σκηνικό του καφέ για να τοποθετήσει αρχέτυπες φιγούρες αγγέλων. Από την αρχαιότητα ως την πρωτοχριστιανική τέχνη, ο ζωγράφος αξιοποιεί και μετασχηματίζει πρότυπα φτερωτών μορφών για να αποδώσει την άυλη, μη ορατή υπόσταση των αγγέλων.

Είκοσι έργα του Κυραρίνη διαλέγονται με φτερωτές μορφές της αρχαιότητας, από τους μινωικούς φτερωτούς δαίμονες στην Ηώ, τη Νίκη, τον Έρωτα και τους Ερωτιδείς, τον Ύπνο και τον Θάνατο, τον Ζέφυρο, τον Βορέα και τους άλλους ανέμους. Εκτός από τον άγγελο, ο ζωγράφος αποδίδει μικρούς δαίμονες, για τους οποίους αντλεί μορφικά στοιχεία από το ζωικό βασίλειο, όπως ακριβώς τους συναντούμε σε μοτίβα των ελληνιστικών χρόνων. Η σχέση λοιπόν του ζωγράφου με τα αντικείμενα του Αρχαιολογικού Μουσείου εξηγείται και εμπλουτίζεται μέσα από τη λαϊκή παράδοση, ειδικότερα την τέχνη της μαρμαρογλυπτικής στην οποία και θήτευσε αρχικά. Για την σχέση αυτή εξηγεί ο ίδιος στη HuffPost:

«Φοιτητής ακόμα στην Καλών Τεχνών, επισκεπτόμουν το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από την δεκαετία του ’90, σχεδόν καθημερινά. Είχα άδεια από τη διεύθυνση του μουσείου να παίρνω μαζί μου το καβαλέτο και να κάνω σπουδές με αφορμή τα τόσα θαυμάσια γλυπτά που βρίσκονται εκεί».

- Τι σε απασχόλησε στο Μουσείο, ποιες ήταν οι εμμονές σου τότε;

Τα πρώτα χρόνια απασχολήθηκα με τη φωτοσκίαση και πώς μέσω αυτής καταλήγεις να ρεμβάζεις εμπράκτως τη μορφή. Αφοσιώθηκα στις ανάγκες της πρώιμης σπουδής μου να πλησιάσω αλλά και να χαρακτηρίσω τα αριστουργήματα που έβλεπα να με περιβάλλουν.

- Πώς εξελίχθηκε αυτή η σπουδή και πώς επανέρχεται στο έργο σου;

Αργότερα και όταν η όραση αλλά και η ζωγραφική μου κάπως ωρίμασαν, άρχισα να παρατηρώ τα αγγεία και τις περίφημες παραστάσεις πάνω σε αυτά. Διέκρινα πως είναι δυνατόν να λειτουργούν οι εικόνες και οι μορφές φυσιοκρατικά, ενώ συγχρόνως σχηματίζουν και ένα μοτίβο με όλους τους όρους μίας επίπεδης εικονογραφίας. Διδάχθηκα τον ρυθμό και πώς πρέπει να τον τηρείς εξολοκλήρου και σε όλη την έκταση του έργου ώστε να αντηχήσει ένα κυρίαρχο και βασικό οπτικό ερέθισμα. Στις επίπεδες και με τη χρήση μοτίβου και ρυθμικών στοιχείων στις μετέπειτα παραστάσεις μου, απ’ όλη την σπουδή αυτή σίγουρα ωφελήθηκα πολύ.

- Το Αρχαιολογικό τότε και τώρα; Πώς το θυμάσαι;

Τότε για μένα ήταν ένας χώρος μελέτης και ησυχίας. Τώρα, έχοντας και εγώ μία κατατεθειμένη οπτική και αντίληψη, απολαμβάνω περισσότερο αμέριμνος και, όλως παραδόξως, με ένα ιδιότυπο «εκ του μηδενός» τα τόσα αριστουργήματα.

- Το γεγονός ότι παρουσιάζεις το έργο σου στο Ε.Α.Μ. και όχι σε γκαλερί;

Έχουν καταλήξει οι γκαλερί να κινούνται με όρους αμιγώς οικονομικούς. Τα κίνητρα αλλά και ο σκοπός τους είναι ως επί το πλείστον εμπορικός και όχι καλλιτεχνικός. Βεβαίως και το εμπόριο όταν κινείται σωστά, είναι σημάδι πολιτισμού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκινήσει ιδέες, όταν μάλιστα αυτές εκτιμούνται αρχικά και τελικά, με οικονομικούς όρους.

- Βεβαίως, απευθύνεσαι και σε ένα κοινό που δεν είναι αμιγώς ελληνικό.

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Μέσα από ένα συμπαγές και εξασφαλισμένο κάτοπτρο μας δίνεται η δυνατότητα να παρατηρήσουμε τον κόσμο αλλά και τον εαυτό μας. Μπορούμε να κερδίσουμε την διδαχή και τον αυτοσεβασμό από την προσοχή την οποία αποδίδουν οι ξένοι επισκέπτες στον τόπο μας. Είναι καθήκον μας να ανταποδώσουμε και κάποια αξία στους προγόνους μας, μα όχι με μεγαλοϊδεατισμούς και κορώνες.

- Τι χρειάζεται για να αλλάξει -εάν νομίζεις ότι πρέπει να αλλάξει- όσον αφορά στη σχέση του Έλληνα με το μουσείο;

Εδώ θα πω το αυτονόητο: είναι καιρός να κατανοήσουμε το παρελθόν μας, εάν βέβαια επιθυμούμε να έχουμε μέλλον. Μεταξύ μας αναπαράγεται η φήμη ότι είμαστε ξεχωριστοί, ότι έχουμε κάτι το εξαιρετικό. Μα πού εντοπίζεται αυτό; Ας ανατρέξουμε στις πηγές του πολιτισμού μας, όχι με «σχολικό δέος» όπως σοφά ονόμαζε ο Γιάννης Τσαρούχης, αλλά ακόμα και με θράσος εάν αυτό πρόκειται να προσδώσει κάτι στην αυτοαντιληπτική μας ικανότητα. Ας ξεκινήσουμε από το ΕΑΜ, ας πάμε με απαντήσεις κι ας φύγουμε με ερωτήματα.

Ο ζωγράφος Αλέκος Κυραρίνης συζητά με τον πρόσφατα βραβευμένο ποιητή Δημήτρη Αγγελή (Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου) για τη σχέση της ποίησης με τη ζωγραφική, της τέχνης με τη θεολογία, για τους καλούς αγγέλους που μας παραστέκονται και τους εσωτερικούς και εξωτερικούς δράκους που μας καταδιώκουν. Η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί στις 12 Φεβρουαρίου, στις 18:00, στο καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, με αφορμή την έκθεση «Αγγελοφάνεια» του Αλέκου Κυραρίνη, η οποία διαρκεί έως τις 25 Φεβρουαρίου 2018.

Keywords
Τυχαία Θέματα