Βελιγράδι, Μπραζίλια, Αθήνα…

Κάθε φορά που κάπου στην Ευρώπη στήνονται κάλπες, κάθε φορά που δημοσιεύεται μια δημοσκόπηση για κάποια από τις κρίσιμες εκλογές που έρχονται στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, άλλη μια σταγόνα απαισιοδοξίας πέφτει στο ποτήρι μας. Η δημοκρατική μελαγχολία απλώνεται. Οι όλο και πιο δυσοίωνες αναλύσεις προφητεύουν τη γενική κατάρρευση του πολιτικού Κέντρου, τόσο της Κεντροδεξιάς όσο και της Κεντροαριστεράς. Σαν η «φιλελεύθερη Ευρώπη» να

ζει μια επιθανάτια αγωνία.

Και ξαφνικά, τα νέα από τις εκλογές στη Σερβία και τη Βραζιλία, την περασμένη Κυριακή, άνοιξαν μια χαραμάδα αισιοδοξίας. Δεν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών αυτών που τις κάνει αξιοπρόσεκτες – αν και η αναπάντεχη ήττα των δύο εκπροσώπων της «Τραμπικής Διεθνούς» (ο ένας μάλιστα ζήτησε άσυλο στη Φλόριντα μετά την ήττα του) δικαιολογεί έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο ήρθε αυτό το αποτέλεσμα και στις δύο χώρες – με μια απότομη αύξηση της συμμετοχής στις εκλογές. Και με μια απροσδόκητη κινητοποίηση της νεότερης γενιάς, εκείνης που πολλοί αναλυτές την είχαν για ξεγραμμένη, για την πολιτική και τη δημοκρατία.

Στη Βραζιλία, ανάμεσα στον πρώτο και τον δεύτερο γύρο των εκλογών, η συμμετοχή αυξήθηκε κατά τρία εκατομμύρια ψηφοφόρους. Πάνω από τρία εκατομμύρια πολίτες που απείχαν την πρώτη Κυριακή, εμφανίστηκαν στον δεύτερο γύρο, για να υποστηρίξουν έναν 80άρη πρόεδρο, που όλοι προεξοφλούσαν ότι ήταν ήδη χαμένος. Η συμμετοχή των νεότερων, των 20άρηδων και των 25άρηδων ειδικότερα, υπολογίζεται ότι αυξήθηκε κατά 78% σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές! Αλλά και στη Σερβία, η συμμετοχή στις κάλπες αυξήθηκε κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες, έφθασε στο υψηλότερο ποσοστό από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας κι ύστερα, με ένα φοιτητικό κίνημα να σπάει τα δεσμά του φόβου, που είχε επιβάλει το αυταρχικό καθεστώς Βούτσιτς.

Κλονίστηκαν έτσι δύο βεβαιότητες, σε μια μέρα. Η βεβαιότητα, πρώτον, πως οι νέοι κάτω των 30, εκείνοι που έζησαν με τραυματικό τρόπο τις αλλεπάλληλες κρίσεις της πανδημίας και των πολέμων τη στιγμή της ενηλικίωσής τους και είναι τα μεγάλα θύματα της διεύρυνσης των ανισοτήτων, είναι εκείνοι που παίρνουν μεγαλύτερες αποστάσεις από τους θεσμούς της δημοκρατίας, είναι περισσότερο απαθείς πολιτικά και περισσότερο εκτεθειμένοι στα προσκλητήρια της εθνικιστικής και «αντισυστημικής» Ακροδεξιάς. Και η βεβαιότητα, δεύτερον, πως όταν ανακόπτεται η έξοδος των πολιτών από την πολιτική αρένα, όταν η συμμετοχή στις εκλογές μεγαλώνει αντί να φθίνει, αυτό είναι υπέρ των κομμάτων της ριζοσπαστικής Ακροδεξιάς που, μόνον αυτά, μπορούν να κινητοποιήσουν τους απαθείς, να μετατρέψουν την αθυμία τους σε θυμό που βράζει και μεταφράζεται σε ψήφους.

Η αλήθεια είναι ότι η πρόσφατη εκλογική εμπειρία έμοιαζε να επιβεβαιώνει και τις δύο αυτές τις υποθέσεις. Στον εκλογικό σεισμό που έζησε τον περασμένο μήνα η Γερμανία, όταν σε δύο ανατολικογερμανικά κρατίδια η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, συνέβη ακριβώς αυτό: Οσο αυξήθηκε η συμμετοχή, άλλο τόσο αυξήθηκε και η υποστήριξη προς την Ακροδεξιά. Στη Σαξονία-Ανχαλτ, για παράδειγμα, ψήφισαν αυτή τη φορά 325.000 περισσότεροι πολίτες. Και η Εναλλακτική πήρε ακριβώς 350.000 επιπλέον ψήφους σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές! Και μεταξύ των νεότερων, εννοείται, τα ποσοστά της ήταν πολύ μεγαλύτερα.

Κάπως έτσι, είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια δηλητηριώδης θεωρία: πως η αύξηση της συμμετοχής των πολιτών στη γιορτή της δημοκρατίας, τις εκλογές, αντί για ευλογία μπορεί να έχει γίνει πια κατάρα· πως η φιλελεύθερη δημοκρατία, για να προστατευθεί από τους εχθρούς της, θα έπρεπε να κρατήσει αδρανείς, καθηλωμένους στον καναπέ, τους μετόχους της, τους πολίτες· πως η δημοκρατία, δηλαδή, θα έπρεπε να αυτο-υπονομευθεί για να μην καταληφθεί από τους εχθρούς της· να αυτοκτονήσει για να μην πεθάνει στα χέρια τους.

Θα ήταν επικίνδυνο, αν εμπεδωνόταν αυτή η πεποίθηση. Και γι’ αυτό ακριβώς τα νέα από το Βελιγράδι και την Μπραζίλια ήρθαν σαν δροσερό αεράκι σε ένα πνιγηρά απαισιόδοξο περιβάλλον. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν θα τα καταφέρει ο Λούλα στην τέταρτη θητεία του ή πώς θα διατηρήσει τη συνοχή και την ορμή του το φοιτητικό μπλοκ στη Σερβία· αλλά οι νίκες τους δίνουν μια μικρή υπόσχεση πως το παιχνίδι δεν είναι οριστικά χαμένο· πως η δημοκρατία δεν είναι ανάγκη να φοβάται εκείνους, υπέρ των οποίων υπάρχει· μπορεί να ανακτήσει την εμπιστοσύνη τους, να τους κινητοποιήσει γύρω από ένα πρόγραμμα που εμπνέει ελπίδα και να κάνει τον δικαιολογημένο θυμό τους, δύναμη δημιουργική και ανανεωτική, όχι εργαλείο στα χέρια αυταρχικών ηγετών, πλουτο-λαϊκιστών τύπου Τραμπ ή νοσταλγών του ναζισμού.

Τι χρειαζόμαστε; Μια νέα ανάγνωση, πριν απ’ όλα, του μηνύματος που στέλνουν στις κάλπες και τις δημοσκοπήσεις οι απογοητευμένοι συμπολίτες, οι θυμωμένες πλειοψηφίες.

Την πρώτη φορά που το ερώτημα «πόσο ικανοποιημένοι είστε από τη λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα σας» διατυπώθηκε σε μια μεγάλη διεθνή δημοσκόπηση της Pew research, το 2016, οι απαντήσεις ήταν μοιρασμένες: 49% ικανοποιημένοι και 49% δυσαρεστημένοι. Δέκα χρόνια αργότερα, στην ίδια έρευνα, η ικανοποίηση με τη δημοκρατία έχει συρρικνωθεί στο 35%. Μα οι αναλυτές της Pew επισημαίνουν ότι η διερεύνηση σε βάθος, μέσω πολλών επιπλέον ερωτήσεων, του 64% των δυσαρεστημένων, αποδεικνύει ότι αυτό που απορρίπτουν δεν είναι αρχές ή οι θεσμοί της δημοκρατίας. Αυτό που απορρίπτουν, συχνά με βίαιο τρόπο, είναι οι πολιτικές ελίτ που διαχειρίζονται κι εκπροσωπούν τους θεσμούς αυτούς. Η δημοκρατία χρειάζεται νέου τύπου υπερασπιστές, οι ιδέες της άλλου τύπου εκπροσώπηση.

Υστερόγραφο: Στην έρευνα αυτή, οι δυσαρεστημένοι με τη δημοκρατία ήταν 59% στη Βραζιλία, που πήγε πρόσφατα στις κάλπες. Στις ΗΠΑ, που ψηφίζουν την Τρίτη, 62%. Στη Γαλλία και την Ισπανία που ψηφίζουν σε λίγο, 66% και 69% αντίστοιχα. Η Ελλάδα έχει το απόλυτο ρεκόρ απορριπτικών απαντήσεων: 81%! Πώς να διαβάζει άραγε αυτό το 81% τις ειδήσεις των ημερών για εγκληματικά δίκτυα με πολύχρονη ασυλία και δικτύωση διαφθοράς κρατικών υπηρεσιών;

Keywords
Τυχαία Θέματα