Τρίτη θητεία;

Οταν έρθει η ώρα της κάλπης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα συμπληρώνει οκτώ χρόνια στην πρωθυπουργία. Οσα είχαν και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (1955-63), ο Ανδρέας Παπανδρέου (1981-89) και ο Κώστας Σημίτης (1996-2004) στο αντίστοιχο σημείο της πολιτικής τους διαδρομής. Θα έχει ισοφαρίσει το ρεκόρ τους· και θα επιδιώκει να το σπάσει· να τους ξεπεράσει· να κερδίσει το έπαθλο που σε κανέναν δεν έδωσε ποτέ

το ελληνικό εκλογικό σώμα: μια συνεχόμενη τρίτη τετραετία.

Δεν θα έχει απέναντί του μόνον το βάρος της αρνητικής ιστορικής παράδοσης· θα έχει και τα δικά του λόγια. «Πάντα λέγαμε ότι χρειαζόμαστε δύο πλήρεις θητείες για ν’ αλλάξουμε πραγματικά τη χώρα», είχε πει τον Σεπτέμβριο του 2022. Το επαναλάμβανε στην πορεία προς τις εκλογές του 2023, όταν διεκδικούσε την επανεκλογή του. Η δεύτερη θητεία τού δόθηκε – και μάλιστα με άνετη πλειοψηφία. Γιατί τώρα χρειάζεται μία τρίτη;

Αν δεν άλλαξε αρκετά η χώρα σε δύο πλήρεις θητείες, γιατί να ανατεθεί στον ίδιο άνθρωπο, στην ίδια παράταξη, με τις ίδιες ιδέες, να το επιχειρήσει σε τρεις θητείες; Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό, φιλολογικό· και δεν είναι δευτερεύον. Είναι, ίσως, το πιο κρίσιμο από τα ερωτήματα  που καλείται να απαντήσει ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης που έρχεται. Ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε τη σημασία του ερωτήματος, προχθές στην ΔΕΘ. Αλλά η απάντησή του ήταν αναντίστοιχη του μεγέθους της επιδιωκόμενης υπέρβασης αυτού του άγραφου αλλά ισχυρού «νόμου», που διαμορφώθηκε σε δεκαετίες εκλογικής ιστορίας.

Γιατί τρίτη θητεία, λοιπόν; Η εμπειρία που απέκτησε (μαζί με «γκρίζες τρίχες») δεν είναι, προφανώς, επαρκής απάντηση. Αν ήταν έτσι, οι κυβερνήσεις δεν θα άλλαζαν ποτέ. Η εκπλήρωση των υπεσχημένων, «το είπαμε, το κάναμε», ακόμη κι αν ήταν πραγματική, δεν θα ήταν ούτε αυτή επαρκής λόγος επανεκλογής. Δεν υπάρχει ψήφος ευγνωμοσύνης, όπως έμαθε ο Τσόρτσιλ (και μαζί του ο κόσμος), όταν έχασε τις πρώτες εκλογές μετά τη νίκη του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι υποσχέσεις παροχών – ακόμη και πιο γενναιόδωρων από αυτές που ανακοινώθηκαν προχθές – έχει αποδειχθεί πολλές φορές ότι δεν συγκινούν ένα εκλογικό σώμα που έχει αποφασίσει να αλλάξει. Τι μένει;

Το επιχείρημα ότι οι άλλοι είναι χειρότεροι. Οτι, αν κυβερνήσουν, «θα γυρίσει ο τόπος τρεις τετραετίες πίσω». Αλλά αυτή δεν είναι απλώς μια ανεπαρκής ή αλαζονική απάντηση· είναι μια πολιτικά επικίνδυνη απάντηση. Γιατί είναι σαν να συνομολογεί και να συνδαυλίζει τη βαθιά δυσπιστία που είναι η ενδημική ασθένεια της ελληνικής δημόσιας ζωής. Θυμίζω μερικούς αριθμούς. Σε μια πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα εμφανίζεται ως η χώρα με την ισχυρότερη τάση απομείωσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση μειώθηκε σε δύο χρόνια από 32% σε 24%. Στα κόμματα από 17% σε 15% και στη Βουλή από 32% σε 25%. Στη μεγάλη έρευνα του οργανισμού «διαΝΕΟσις», ένα 60% δήλωνε ότι αισθάνεται αποκλεισμένο από το πολιτικό σύστημα. Το ποσοστά ήταν κατά δέκα μονάδες ψηλότερα στη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην ίδια έρευνα, ένας στους τρεις θεωρούσε ότι τα αποτελέσματα των εκλογών είναι διαφορετικά (!) από αυτά που ανακοινώνονται. Και σε μια έρευνα της Kapa research για το ίδρυμα Χάινριχ Μπελ, η εμπιστοσύνη στην Πολιτική είχε μετρηθεί στο 21% και στη Δικαιοσύνη στο 28%.

Η Ελλάδα μπαίνει πράγματι σε μια εποχή μεγάλης διακινδύνευσης, με τις ισορροπίες στον κόσμο και την άμεση περιοχή της να ανατρέπονται γρήγορα και εξαιρετικά βίαια. Η ασφάλεια (περιλαμβανομένης και της οικονομικής) είναι πράγματι το μέγα ζητούμενο. Αλλά πόσο ασφαλής μπορεί να νιώσει (και να γίνει) μια χώρα που οι πολίτες της αισθάνονται αποξενωμένοι από τους θεσμούς διακυβέρνησης; Η Ελλάδα έχει πράγματι ανάγκη πολιτικής σταθερότητας σ’ ένα τέτοιο διεθνές περιβάλλον. Αλλά πόσο σταθερή πολιτικά μπορεί να είναι μια χώρα, που οι άνθρωποί της εμπιστεύονται ελάχιστα ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί όποιον κινείται στη δημόσια σκηνή; Η Ελλάδα χρειάζεται πράγματι να αλλάξει, για να υπερβεί την επαπειλούμενη αναπτυξιακή καχεξία, την ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων, τη θεσμική υστέρηση. Μα πώς να αλλάξει μια χώρα που οι πολίτες της τείνουν όλο και περισσότερο να ψηφίζουν «με τα πόδια» (με την αποχή δηλαδή) αντί με το μυαλό ή την καρδιά τους; Αν, λοιπόν, ο πυρήνας του «ελληνικού ζητήματος» σήμερα είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης που εξατμίζεται με τόσο γρήγορους ρυθμούς, η επιμονή του Πρωθυπουργού στη βασική του συνταγή – έστω κι αν υποσχέθηκε ότι δεν θα είναι «μία από τα ίδια» – δεν μπορεί να είναι η απάντηση.

Keywords
Τυχαία Θέματα