Το ιδιωτικό και το δημόσιο

Πριν από μερικές μέρες, το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), σε επταμελή σύνθεση, εξέδωσε τις 1167–1172/2026 αποφάσεις του με τις οποίες ακύρωσε συγκεκριμένες άδειες λειτουργίας και πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, δηλαδή ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, βάσει του νόμου που θεωρεί συνταγματικό η ολομέλεια του ΣτΕ.

Οι ακυρώσεις έγιναν για πολύ συγκεκριμένους λόγους: για ανεπάρκεια κτιριακών εγκαταστάσεων, για ελλειμματικές πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών (δεν ανταποκρίνονταν δηλαδή σε συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά

κριτήρια) και, σε μια περίπτωση, για μια παράλειψη σχετική με εμπλοκή συγκεκριμένου προσώπου ικανή να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας.

Η απόφαση είναι δίκαιη. Εγινε συγκεκριμένη έγκληση, το δικαστήριο εξέτασε τα δεδομένα και αποφάσισε. Διαβάζω διαμαρτυρίες για τον λόγο της έγκλησης, ότι υπάρχει ένα πλέγμα συντεχνιακών συμφερόντων καθηγητών πανεπιστημίου που υπηρετούν στη δημόσια εκπαίδευση, που θα πλήττονταν αν άνοιγε ο ανταγωνισμός με τα ιδιωτικά. Αντιπαρέρχομαι τις διαμαρτυρίες, επειδή η νομιμότητα είναι το μέγα ζητούμενο στη σύγχρονη συνθήκη και δεν θα ζητήσουμε και τα ρέστα σε πρόσωπα ή ομάδες που διεκδικούν τη νομιμότητα. Αν, λοιπόν, οι επιχειρήσεις των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι σύμφωνες με αυτή τη βασική αρχή, ας φροντίσουν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του νόμου.

Από το σημείο αυτό και πέρα, όμως, εγείρεται ένα άλλο σοβαρό ερώτημα: τα δημόσια πανεπιστήμια τηρούν τη νομιμότητα που προϋποθέτει τη λειτουργία τους; Ρωτώντας, μαθαίνω ότι τα δημόσια πανεπιστήμια υποχρεούνται φυσικά να τηρούν τη νομοθεσία, αλλά δεν υπάγονται κατ’ ανάγκη στην ίδια διαδικασία αδειοδότησης με τα ιδιωτικά. Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει μέτρο σύγκρισης με τα δημόσια ΑΕΙ, τα όποια όπως και τα ιδιωτικά υπάγονται στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ). Ο ν. 4653/2020 προβλέπει πιστοποίηση των ΑΕΙ, των ακαδημαϊκών μονάδων, των προγραμμάτων σπουδών και των εσωτερικών συστημάτων ποιότητας με «συγκεκριμένα, προκαθορισμένα, διεθνώς αποδεκτά και εκ των προτέρων δημοσιοποιημένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια και δείκτες».

Σε αυτό το πεδίο η σύγκριση είναι θεμιτή. Αν το κράτος απαιτεί από ένα μη κρατικό ΑΕΙ συγκεκριμένα κριτήρια ποιότητας, πόσο αυστηρά και με ποιον τρόπο εφαρμόζονται αντίστοιχα κριτήρια στα δημόσια ΑΕΙ; Από τη στιγμή, μάλιστα, που ο νόμος για τα δημόσια ΑΕΙ δεν αντιμετωπίζει την πιστοποίηση ως τυπική διαδικασία: η απόφαση της ΕΘΑΑΕ μπορεί να είναι θετική, θετική υπό όρους ή αρνητική, ενώ και η πιστοποίηση έχει περιορισμένη διάρκεια, έως έξι χρόνια.

Το ερώτημα που προκύπτει πάντως είναι εύλογο: θα περνούσαν όλα τα σημερινά δημόσια πανεπιστήμια τον έλεγχο που μόλις έκανε το ΣτΕ στα ιδιωτικά; Οι απαντήσεις δεν είναι απόλυτες, επειδή είναι πολλά τα κριτήρια της σύγκρισης. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά πανεπιστήμια – κάποια από την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ (ουσιαστικά την κατάργηση της ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης) από τον Κώστα Γαβρόγλου – που έχουν ριζικά προβλήματα. Οταν, π.χ., έγινε η Λαμία έδρα τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, οι φοιτητές κινητοποιήθηκαν διαμαρτυρόμενοι για ανεπαρκείς εγκαταστάσεις, «ακατάλληλες από πλευράς ασφάλειας» λόγω έλλειψης συντήρησης. Δεν προσέφυγε βέβαια κανείς στη Δικαιοσύνη, οπότε δεν θα μάθουμε ποτέ αν είχε υπάρξει έλεγχος αντίστοιχης αυστηρότητας με εκείνον που απαιτείται σήμερα από τα μη κρατικά πανεπιστήμια.

Αλλο παράδειγμα: το τμήμα Στατιστικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στα Γρεβενά το 2026 προσέφερε 275 θέσεις, πέτυχαν όμως (με βάση εισαγωγής 7.190 μόρια) μόνο 163. Εμειναν δηλαδή κενές 112 θέσεις. Δεν είναι παράλογη η λειτουργία πανεπιστημιακών τμημάτων χωρίς πραγματική ζήτηση;

Συμπέρασμα: η ανώτατη εκπαίδευση είναι ένα τεράστιο πρόβλημα για τη χώρα. Δυστυχώς, μια δικαστική απόφαση μόνο μερικώς αντιμετωπίζει κάποιες όψεις του. Και μόνο.

Ο τίτλος και το περιεχόμενο

Ποιο είναι το βασικότερο πρόβλημα της ανώτατης εκπαίδευσης που παρέχεται στην Ελλάδα; Νομίζω ότι όπως έχει εξελιχτεί το πανεπιστήμιο, σε μεγάλο βαθμό καλύπτει συμβολικές και όχι πραγματικές ανάγκες. Ανταποκρίνεται δηλαδή περισσότερο σε συμβολισμούς: στο απωθημένο του πτυχίου· το χαρτί πάση θυσία – έστω κι αν το χαρτί δεν πιστοποιεί πραγματική γνώση. Γι’ αυτό, άλλωστε, σε πολύ μεγάλο βαθμό υπάρχουν πτυχιούχοι Κλασικής Φιλολογίας που δεν ξέρουν π.χ. τον Θουκυδίδη ή τον Πλάτωνα, πτυχιούχοι Νεοελληνικής Φιλολογίας που δεν κατανοούν τον Ροΐδη ή δεν ξέρουν τη γενιά του ’30 – ακόμα και πτυχιούχοι του Πολυτεχνείου που δεν ξέρουν τι ακριβώς εκφράζουν 360 μοίρες.

Τι σημαίνει ότι το πτυχίο (και το μεταπτυχιακό, σιγά σιγά και διδακτορικοί τίτλοι) δεν εκφράζει πραγματική γνώση; Οτι μοριοδοτεί μεν υποψήφιους του ΑΣΕΠ, αλλά δεν είναι ζητούμενο στην αγορά εργασίας. Από την έναρξη λειτουργίας του ελληνικού κράτους, το πτυχίο ήταν κατάκτηση, έδινε εργασιακό και κοινωνικό κύρος στον κάτοχό του και συνέβαλλε στην κοινωνική κινητικότητα. Στη Μεταπολίτευση, βαθμιαία μετατρέπεται απλώς σε ένα σκαλοπάτι στον δρόμο μιας ανεύθυνης ενηλικίωσης. Γι’ αυτό, άλλωστε, το λεγόμενο φοιτητικό κίνημα δεν θέλει εντατικοποίηση, διάβασμα, κόπο – του αρκεί απλώς το χαρτί. Ο τίτλος.

Δυστυχώς, αυτό σήμερα κυριαρχεί στην Ελλάδα: ο τίτλος χωρίς το περιεχόμενο.

Keywords
Τυχαία Θέματα