Τι μας ενώνει – πλέον;

Τριακόσιες χιλιάδες πήγαν στον Ρέμο. Εκατό χιλιάδες στη Βίσση. Αλλοι τόσοι θα πήγαιναν στον Μαζωνάκη. Εκατό στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Ενα εκατομμύριο μαζεύτηκαν προ καιρού για την Καρυστιανού. Και μην ξεχνάς, το 65% κατά της Ευρώπης με το δημοψήφισμα. Βάλε ότι πολλοί περισσότεροι πάνε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, κι ακόμα πιο πολλοί στα γήπεδα. Κάνε τη

σούμα και βρες τη βαθύτερη ουσία κι ενότητα του λαού· και τελικά, το μόνο κοινό όραμα που μπορεί να μας καθοδηγήσει μακροπρόθεσμα είναι εκείνο του Hondos Center.

Σε έρευνα που έγινε στα πανεπιστήμια βρέθηκε πως 33% των τελειόφοιτων θέλουν να γίνουν influencers. Αλλοι τραγουδιστές. Οι πεινασμένοι, Καρβέλα ονειρεύονται. Αλλοι Βίσση. Αλλοι «όσο ζω, Μαζώ». Κι όσοι τελειώνουν γιατροί, γιατί να θέλουν να πάνε στο ΕΣΥ κι όχι να πάρουν ένα μηχάνημα πλασμαφαίρεσης να κονομήσουνε σαν άνθρωποι, και να φορέσουν κι αυτοί κάνα κόκκινο παντελόνι ως τον αστράγαλο;

Λέγεται δε, ακούγεται, πως όλα αυτά τα γούστα είναι τηλεοπτικές κατασκευές, ότι έχει εγκατασταθεί στη χώρα μια αξιοκρατία πρωινάδικου, ιεραρχήσεις τηλεόρασης που επιβάλλει την πολιτισμική ατζέντα απανταχού της Ελλάδος – ποια παιδεία και ποια πανεπιστήμια και ποιες οικογένειες; Το γυαλί είναι το παν και όλα πλάθονται και ιεραρχούνται δι’ αυτού – παρατήρησε: πριν καν ακόμα ξυπνήσει το πρωί, ο άλλος, ανοίγει την τηλεόραση. Πριν καν πιει καφέ. Μετά πέφτει στο κινητό και μετά πάλι στην τηλεόραση. Αρα, κάνουνε κουμάντο στα μυαλά τα πρωινάδικα και τα ζώδια – πώς να αντιδράσουν κι ο δάσκαλος κι ο καθηγητής και ο μπαμπάς και η μαμά που συνήθως είναι κι αυτοί αλλού ντ’ αλλού; Δηλαδή θύματα του ίδιου συστήματος, αν και με διαφορετικό ωροσκόπο;

«Δώδεκα», λοιπόν, «κι ούτε ένα τηλεφώνημα». (Αυτό και αν είναι ομοιοκαταληξία). Κι «ένα λεπτό περιπτερά». Κι άντε μετά ψάξε να βρεις τη βαθύτερη συμπάγεια αυτού του λαού και τα συστατικά της. Τι μας ενώνει, άραγε; Μην είναι οι κάμποι και τα βοσκοτόπια; Μην είναι οι ποταμοί και οι παραπόταμοι; Μην είναι η μουσική; Και, ποια απ’ όλες – διότι άλλο Ρέμος, άλλο Βίσση, κι άλλο Λεπά c’ est moi. Παλιά είχαμε το δίλημμα Χατζιδάκις ή Μίκης, κι ακόμα παλιότερα το Τσιτσάνης ή Μάρκος – πάντως το πράγμα κινούνταν σε υψηλό επίπεδο.

Τώρα μπερδεύτηκε η κατάσταση και φαίνεται σαν οι από κάτω να θέλουν διά του πλήθους να πάρουν αναδρομική εκδίκηση από τις όποιες ελίτ, κάτι σαν βουβή εξέγερση με συμβολικά προσχήματα, αν και η πιο λογική εξήγηση είναι η επιρροή της τηλεόρασης και η επιβολή μη-αυστηρών κριτηρίων οπότε και η γενική σχεδόν διολίσθηση σε πιο λαϊκότροπα, ή κιτς γούστα. Θα πεις περί ορέξεως σπανακοτυρόπιτα, ό,τι προαιρείται ο καθείς κι ας είναι και ο Σπύρος Ζαγοραίος ή ο Βασιλάκης Καΐλας. Εξάλλου, το μελό είναι παντοτινό σουξέ – επομένως; (Ξανάνοιξε και το περίφημο «Αλκαζάρ» στη Σαλονίκη, όπου παλιότερα μας λίγωναν η φιλόδακρυς Ναργκίς και η Χούλια Κότσγιγιτ).

Αρα, με αυτά και μ’ αυτά, τι μας ενώνει πλέον ως λαό; Την Ιταλία μπορεί η όπερα, η μαφία, τα υπέροχα αυτοκίνητα, το σπαγγέτι, η πίτσα, το ποδόσφαιρο, η Τσινεντσιτά, αλλά εμάς εδώ, τι; Δύσκολο να απαντήσεις –  ίσως, ακόμα, σε κάποιο βαθμό, η Εκκλησία, το εμφύλιο μένος, η κατσίκα του γείτονα, η μισαριστεία, και οι μεγάλες ατομικές αυταπάτες μεγαλείου. Αυτά είναι βασικά, κοινά, ενοποιητικά χαρακτηριστικά της φυλής – αλλά βέβαια κυρίως η πατρίδα που είναι το πιο σημαντικό.

Αυτή είναι η πιο κοινή μας αναφορά· αν και σχεδόν τα δύο πέμπτα, μέχρι πρότινος, δεν ήθελαν να ακούν τη λέξη «πατρίδα», λόγω του ότι ήταν κάποιου είδους διεθνιστές, αν και διεθνισμός ποτέ δεν υπήρξε, παρά μόνο ένα διάστημα, ως συμφέρον και ψυχρή επιβολή της μαμάς Μόσχας στους υποτακτικούς της. Βέβαια, κάποιοι εκ των λεγόμενων διεθνιστών, πιο πρόσφατα, έβαλαν νερό στην εμμονή και ψιθύρισαν τη λέξη «πατρίδα» διστακτικά – αν και δεν παρέλειψαν πάλι να πουν παλινδρομώντας πως η θάλασσα δεν έχει σύνορα και πως το Αιγαίο ανήκει στις τσέρουλες.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, της αντίπερα όχθης, οι πατριδοκάπηλοι, ή πατριδομάστιγες, που δεν ξέρουμε αν ακούν και Βίσση, αν είναι Βισύ, αν προτιμούν Ρέμο και Ρωμύλο, ή κάποιον ερωτύλο, αν ρέπουν προς Καρβέλα ολικής αλέσεως – θέλω να πω, πώς συνδυάζεται άραγε η πολιτική προτίμηση με βάση τις μουσικές επιλογές; Παλιότερα, αν ήσουν αριστεριτζής άκουγες Μίκη, αν δεξιός προτιμούσες Χατζιδάκι και τα παράγωγα αυτών. Και βέβαια στις ζόρικες εποχές, έμπαινες μέχρι και φυλακή αν εκστασιαζόσουνα με τον Θεοδωράκη ή με κάποιους συνθέτες ανάλογης έμπνευσης.

Τώρα, που ακούμε άνετα και ατιμωρητί ακόμα και το πιο κιτς νέο-σκυλέ και λαϊκό-γαβ-γαβ, πώς θα κάνουμε την όποια ταξινόμηση, να βρούμε τι μας ενώνει; Διότι βλέπω αριστερούς να ακούν Βίσση, και ΑΝΤΑΡΣΥΑ να πέφτουν στα πατώματα με την Πάολα. Εναν οικολόγο να λέει «Οσο ζω, Μαζώ» και ο δεξιός να τραγουδάει την «Παντιέρα ρόσσα». Ελεος. Ποια είναι, πλέον, η ψυχή της όποιας παράταξης;

Keywords
Τυχαία Θέματα