Τέλος εποχής;

Αν τα δισεκατομμύρια που ξοδεύονται σε μια εκλογική αναμέτρηση είναι μέτρο της σημασίας της, αυτές οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πρέπει να ήταν από τις σημαντικότερες. Η εκλογική δαπάνη έσπασε ρεκόρ, ξεπέρασε και των προεδρικών εκλογών τη δαπάνη. Οι μεγάλοι χρηματοδότες επένδυσαν δισεκατομμύρια στους υποψήφιους των Ρεπουμπλικανών, με αναλογία δύο προς ένα. Αλλά ηττήθηκαν. Και οι υποψήφιοι και οι χρηματοδότες.

Ηταν μια ήττα συντριπτική. Ο Τραμπ είχε κερδίσει

το 2024, πριν από δύο μόλις χρόνια, με 1,5% διαφορά στη λαϊκή ψήφο. Την περασμένη Τρίτη, το κόμμα του έχασε με 13 μονάδες διαφορά. Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν εκεί που δεν είχαν χάσει δεκαετίες ολόκληρες. Στα εμβληματικά τους και ανέγγιχτα προπύργια. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο καθαρό, ώστε όλα τα σχέδια αμφισβήτησης της διαδικασίας εγκαταλείφθηκαν. Στο εσωτερικό του κόμματος άρχισαν να φαίνονται σημάδια ανταρσίας. Η ήττα έχει ένα άρωμα τέλους εποχής.

Ποια εποχή, όμως, είναι αυτή που τελειώνει; Η δεκαετία της κυριαρχίας Τραμπ στην αμερικανική πολιτική ζωή; Ή η εποχή, γενικότερα, της ανόδου μιας ριζοσπαστικά αντιδραστικής, εθνικιστικής Δεξιάς, η οποία απλώνει την επιρροή της σε όλη σχεδόν τη Δύση και για την οποία οι δικές του εκλογικές νίκες λειτούργησαν ως ατμομηχανή;

Ως προς το πρώτο, τα πράγματα είναι απλούστερα. Ο πρόεδρος έχει ακόμη πολιτικά όπλα στα χέρια του. Εχει εξουσίες. Μπορεί ακόμη να προκαλέσει αναστατώσεις και ανατροπές εντός Αμερικής και να βάλει σε μεγάλους μπελάδες τον κόσμο, εκτός συνόρων. Μπορεί ακόμη να αποδειχτεί ότι είχαν δίκιο εκείνοι που εύχονταν, αλλά και έτρεμαν την ήττα του, αναλογιζόμενοι πως ένας Τραμπ «δεσμώτης» μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνος από έναν Τραμπ «λυόμενο».

Μα ό,τι κι αν συμβεί στις λίγες, επικίνδυνες εβδομάδες μέχρι η νέα πλειοψηφία να εγκατασταθεί στο Κογκρέσο, ό,τι κι αν συμβεί στα τελευταία δύο χρόνια αυτής της προεδρίας, το ρεύμα δεν μπορεί να αναστραφεί.

Ο Τραμπ, όταν κατάφερε από απόβλητος, μετά την ντροπή της 6ης Ιανουαρίου, να επιστρέψει θριαμβευτής στον Λευκό Οίκο, πίστεψε ίσως και ο ίδιος πως διαθέτει μια μαγική δύναμη που τον κάνει πολιτικά άτρωτο. Οι εκλογές αποκάλυψαν ότι δεν είναι. Η έκταση της ήττας στη βαθιά ρεπουμπλικανική ενδοχώρα, η ήττα με διψήφιες διαφορές σε περιοχές όπου είχε θριαμβεύσει, όχι μόνον στις εκλογές της νίκης το 2024, μα ακόμη και σ’ εκείνες της ήττας, το 2020, δείχνουν πως κάτι βαθύτερο έχει συντελεστεί. Σαν να φανερώθηκε ξαφνικά στα μάτια των οπαδών του το μυστικό του «πλουτολαϊκισμού» του – να μιλάς τη «γλώσσα του λαού», μα ό,τι κάνεις να είναι εναντίον του και υπέρ των ελάχιστα λίγων. Τα μάγια λύθηκαν.

Ως προς το δεύτερο, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Δεν είναι ο τραμπισμός κάτι σαν ιός που μεταδίδεται από ήπειρο σε ήπειρο κι από χώρα σε χώρα. Αν η Λε Πεν στέκει στο κατώφλι των Ηλυσίων, αν οι νοσταλγοί του ναζισμού προηγούνται στις γερμανικές δημοσκοπήσεις, αν ένας κλόουν, σαν τον Φάρατζ, σπρώχνει στο περιθώριο το κόμμα του Τσόρτσιλ στη Βρετανία κι αν, ακόμη και σε περιοχές της Δύσης που έμοιαζαν «εμβολιασμένες» και άτρωτες, από την Ιβηρική ως τις σκανδιναβικές χώρες, βλέπουμε την Ακροδεξιά να καλπάζει, δεν είναι η επιρροή του Τραμπ που το εξηγεί.

Η ρήξη του κοινωνικού μοντέλου στις δυτικές δημοκρατίες, η αδυναμία των ελίτ να απαντήσουν στην κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών και η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας να καλύψει αυτό το κενό – όλοι αυτοί είναι παράγοντες κοινοί, ιθαγενείς σε κάθε χώρα, όπου με διαφορετικούς τρόπους εκδηλώνονται.

Το ρεύμα δεν θα ανακοπεί, επειδή, απλώς, ηττήθηκε ο Τραμπ και βγαίνει εκτός μόδας στην Αμερική. Αλλά η ήττα αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει απομυθοποιητικά και για τους δικούς μας τραμπικούς. Και παράλληλα, να λειτουργήσει ως ενθάρρυνση για τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις. Ως επιταχυντής της ανασυγκρότησής τους. Και ως δίδαγμα, φυσικά.

Εχουν πράγματι κάποια κοινά χαρακτηριστικά οι νίκες επί του τραμπισμού και των αποστόλων του, από τη Βραζιλία ως τη Σερβία και την Ουγγαρία και τώρα και στις ίδιες τις ΗΠΑ. Είναι αυτό το ξαφνικό εγερτήριο που ακούγεται και φέρνει στις κάλπες μεγάλους αριθμούς πολιτών.

Η μεγάλη, ενθουσιώδης συμμετοχή με μια νέα, ισχυρότερη αυτοπεποίθηση. Είναι η κινητοποίηση των νέων της γενιάς Ζ μέσα από νέα, φυσικά και ψηφιακά, κανάλια. Είναι η ανανέωση των πολιτικών υποκειμένων, που αποβάλουν την κατεστημένη μούχλα και εμφανίζονται με νέα πρόσωπα, νέες πολιτικές συνταγές δράσης και με νέου τύπου λόγο.

Χρειάζεται μια πιο προσεκτική ανάλυση, ειδικά η νικηφόρα εμπειρία των Δημοκρατικών στις εκλογές της περασμένης Τρίτης. Οι νέες μέθοδοι καμπάνιας που δοκιμάστηκαν, η μεγάλη ανανέωση στην ηγετική βιτρίνα, η γείωση του λόγου τους που έμοιαζε προηγουμένως να απευθύνεται μόνο στα μορφωμένα μεσοστρώματα και τώρα ψάχνει να επικοινωνήσει με ένα λαϊκό αίσθημα, η προσγείωση στα συγκεκριμένα προβλήματα της ζωής των ανθρώπων, η υιοθέτηση ενός «ανοιχτόμυαλου λαϊκισμού» για την αποδόμηση του τραμπικού λόγου και την καταγγελία της διαφθοράς, μια νέα (ασταθής ακόμη) ισορροπία ανάμεσα στην Αριστερά και το Κέντρο, ανάμεσα στον χαμογελαστό ριζοσπαστισμό του Ελ Σαγέντ στο Μίσιγκαν και τον χριστιανικό προοδευτισμό του Ταλαρίκο στο Τέξας.

Είναι μια μάχη σε εξέλιξη βέβαια, όχι μια κερδισμένη ήδη μάχη. Μα οι όροι της διεξαγωγής της θα έκαναν τις εκλογές στις οποίες δοκιμάστηκε ιστορικές – ακόμη κι αν δεν βρισκόμασταν στη στροφή της Ιστορίας όπου βρισκόμαστε.

Ακόμη κι αν η Αμερική δεν ψήφιζε με δύο πολεμικές αναμετρήσεις να αναδιατάσσουν τη γεωπολιτική ισορροπία του κόσμου. Ακόμη κι αν η παγκόσμια οικονομία δεν περνούσε τις συμπληγάδες μιας ενεργειακής κρίσης και μιας πιθανής νέας μεγάλης ύφεσης.

Ακόμη κι αν η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν βρισκόταν σε ένα σημείο που πολλοί παρομοιάζουν με την αρχή ενός νέου big bang, με τον χρόνο για την επιβολή κάποιων κανόνων και ελέγχων στην εξέλιξή της να εξαντλείται.

Keywords
Τυχαία Θέματα