Πρώτα το πρόγραμμα, μετά οι συνεργασίες

Οι πρόσφατες παρεμβάσεις για το μέλλον της Κεντροαριστεράς, όπως εκείνες του Χάρη Δούκα και της Αννας Διαμαντοπούλου, επαναφέρουν έμμεσα τη συζήτηση για τις συνεργασίες. Αφήνουν όμως ανοιχτό το δυσκολότερο ερώτημα: αν οι εκλογές δεν δώσουν αυτοδυναμία, με ποια διαδικασία θα σχηματιστεί κυβέρνηση και πώς θα υπάρξει ο χρόνος για μια σοβαρή προγραμματική συμφωνία;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια τεχνητή προεκλογική συγκόλληση. Τα κόμματα πρέπει να προσέλθουν στις εκλογές

αυτόνομα, με καθαρή ταυτότητα και ολοκληρωμένο πρόγραμμα τετραετίας. Οσα, όμως, δεν αποκλείουν τη μεταξύ τους συνεργασία οφείλουν να συμφωνήσουν πριν από τις εκλογές στους κανόνες της μετεκλογικής διαπραγμάτευσης και στη διαδικασία μέσα από την οποία θα μπορέσουν να διαμορφώσουν ένα πραγματικά κοινό πρόγραμμα.

Υπάρχει και ένας πρακτικός λόγος. Οι συνταγματικές προθεσμίες των διερευνητικών εντολών είναι ασφυκτικές. Μέσα σε λίγες ημέρες δεν μπορεί να αρχίσει από το μηδέν μια σοβαρή διαπραγμάτευση για οικονομία, φορολογία, υγεία, παιδεία, εργασία, στέγη, ενέργεια, παραγωγική πολιτική και κράτος. Η ουσιαστική συμφωνία πάνω σε ένα κοινό πρόγραμμα απαιτεί χρόνο, πολιτική διαπραγμάτευση και τη δυνατότητα των κομμάτων να εξετάσουν σε βάθος τις διαφορετικές θέσεις και να καταλήξουν σε συγκεκριμένες κοινές επιλογές. Χρειάζεται, λοιπόν, μια διαδικασία δύο σταδίων.

Πριν από τις εκλογές συμφωνούνται η μέθοδος της μετεκλογικής διαπραγμάτευσης και οι βασικοί κανόνες που θα επιτρέψουν στα κόμματα να διαμορφώσουν, μετά την κάλπη, ένα κοινό πρόγραμμα διακυβέρνησης. Μετά την κάλπη, εφόσον οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί το επιτρέπουν, σχηματίζεται κυβέρνηση συνεργασίας με πρόσωπα και πρωθυπουργό κοινής αποδοχής, που ζητεί την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Από τη στιγμή που υπάρχει μια τέτοια κυβέρνηση με κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, παύει η πίεση των άμεσων νέων εκλογών και δημιουργείται ο αναγκαίος πολιτικός χρόνος για ουσιαστική διαπραγμάτευση μεταξύ των κομμάτων. Δεν πρόκειται απλώς για έναν μηχανισμό κατανομής υπουργικών θέσεων ή για μια συμφωνία πάνω στις ήδη διατυπωμένες θέσεις τους. Στόχος είναι να υπάρξει χρόνος για διαμόρφωση ενός κοινού κυβερνητικού προγράμματος, μέσα σε προκαθορισμένη προθεσμία, με συγκεκριμένες πολιτικές, κόστος, πηγές χρηματοδότησης, χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμους στόχους.

Η πρώτη κοινή μεταρρύθμιση θα μπορούσε να αφορά το ίδιο το κράτος. Οχι με αντικατάσταση των ανθρώπων της προηγούμενης κυβέρνησης από τους ανθρώπους της επόμενης. Αυτό θα αναπαρήγαγε την κομματοκρατία. Χρειάζεται θεσμικός διαχωρισμός πολιτικής και διοίκησης. Η κυβέρνηση πρέπει να καθορίζει τις πολιτικές προτεραιότητες, τον προϋπολογισμό και τους στόχους. Η επαγγελματική διοίκηση πρέπει να έχει σχετική αυτονομία στην εφαρμογή τους, με σαφή λογοδοσία.

Οι θέσεις που θα ορίζονται με πολιτικά κριτήρια θα πρέπει να οριστούν περιοριστικά από τον νόμο. Για τις διοικήσεις των δημόσιων οργανισμών και τις διοικητικές θέσεις χρειάζονται ανοικτές προκηρύξεις, αντικειμενικά προσόντα και ανεξάρτητες επιτροπές επιλογής. Κρίσιμο εργαλείο μπορεί να είναι οι πενταετείς, κυλιόμενες θητείες. Εφόσον δεν συμπίπτουν με τον τετραετή εκλογικό κύκλο, εμποδίζουν κάθε νέα κυβέρνηση να αντικαθιστά αυτομάτως ολόκληρη την κορυφή της διοίκησης.

Η αυτονομία, όμως, δεν σημαίνει ασυλία. Οι διοικήσεις πρέπει να έχουν δημόσιο συμβόλαιο στόχων, και ετήσια αξιολόγηση και δυνατότητα παύσης μόνο για προκαθορισμένους λόγους. Παράλληλα, απαιτείται πλήρης δημοσιοποίηση και αξιολόγηση των συμβάσεων συμβούλων και των παραδοτέων τους. Η εξωτερική τεχνογνωσία μπορεί να είναι χρήσιμη. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά μόνιμα τη διοικητική ικανότητα του κράτους. Ετσι αποκλείεται και η επιστροφή στο μοντέλο «3-2-1» των κομματικών ποσοστώσεων. Πρώτα συμφωνείται τι πρέπει να αλλάξει στη χώρα. Μετά διαμορφώνονται, μέσα από ουσιαστική πολιτική διαπραγμάτευση, το κοινό πρόγραμμα και η κυβέρνηση που μπορεί να το υλοποιήσει. Και μόνο στο τέλος επιλέγονται τα πρόσωπα. Αυτό είναι ίσως το πραγματικό τεστ μιας κυβέρνησης συνεργασίας.

Ο Θεόδωρος Γ. Καρούνος είναι ερευνητής στην Ομάδα INFOSTRAG του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ και μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Ανοιχτών Τεχνολογιών (ΕΕΛΛΑΚ)

Keywords
Τυχαία Θέματα